1 , αγκώνας ,ες > αγκώνα
2 , άνθρωπος ,οι > άθρωπο, αθροίποι
3 , αριστερό > σοβά
4 , αστράγαλος – οι > ασάγαλε – οι >
5 , αυτί ,ά > αβουτάνα, αβουτάνε
6 , αυχένας > ακούκικα
7 , γλώσσα – ες > γρούσσα – σσε
8 , γόνατο – τα > γούνα – τα
9 , γοφός – οί > εγκοφό – οί
10 , δάκτυλο,α > δάτυλε
11 , δόντι – ια > όντα – ου
12 , καρδιά – ές > καρδία – ίε >
13 , κεφάλι ,α > τσουφά
14 , κοιλιά – ές > φούκα – ε
15 , κόκαλο -α > Το κόκαλε – α
16 , κώλος,οι > κώλε,κώου
17 , λαιμός > λαιμό
18 , μάγουλο,α > μάγουλε,μάγουλα
19 , μάτι,α > αψιλέ,ψιλέ,οι αψιλοί,ψιλοί
20 , μασκάλη > αμοσκά
21 , μέση,ες > μισά
22 , μηρός – οί > τσαμπό – οί
23 , μούτρα > μουτσούνα
24 , μύτη > σούκο
25 , παλάμη > απάμα
26 , πλάτη – ες > ίσα – ε
27 , πόδι,α > πούα, πούε
28 , σαγόνι,α > σταγόνι,σταγόνια
29 , στόμα,τα > τούμα,τούματα
30 , συκώτι – τια > σκόκι – ια >
31 , σώμα > σώμα > σώμα
32 , τρίχα,ες > τσίχα,τσίχε
33 , φρύδι(οφρύς) > φρύδι
34 , χείλος,ια > χείλι,χεία
35 , χέρι,α > χέρα,χέρε
36 , δεξιό > ίσε
37 , αριστερό > σοβά
Αναρτήσεις
astrosgr.com – Tι προσπαθούμε να προβάλλουμε. Δείτε τους συνδέσμους που σας ενδιαφέρουν.

“Καλώς ήλθατε στο ιστορικό Άστρος που το 1823 έγινε η Β’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων”.
Γιατί δημιουργήσαμε το AstrosGr.com
- Αρχική
- astrosgr.com/en
- Εισαγωγή
- Το ιστορικό Άστρος
- Αγιάννης
- Παραδοσιακά Χωριά
- Οι Τσάκωνες
- “Ελλάδα2021”
- Blog
Δείτε τους παρακάτω συνδέσμους για τα θέματα που σας ενδιαφέρουν . Δεν τελειώσαμε, μόλις αρχίσαμε και ασταμάτητα μια ζωή μαθαίνουμε… κάνουμε ότι μπορούμε, περισσότερα και καλύτερα, αφοσιωμένοι και αποφασισμένοι για την προβολή της Θυρεάτιδας Γης.
Ρίξτε μιά ματιά Πως να βρείτε εύκολα τι σας ενδιαφέρει .
Το ιστορικό Άστρος Κυνουρίας & Εισαγωγή
«Είμαστε κοντά σε όλα και τα έχουμε όλα» & Πώς θα πάτε και Χάρτες
Διαμονή/Φαγητό, Χρήσιμα τηλέφωνα και υπηρεσίες
Ο ιστορικός Άγιος Ιωάννης ( Αγιάννης) Κυνουρίας. & To Παράλιο Άστρος
Ο Αργολικός και οι παραλίες μας
Αρχαιολογικοί Χώροι στο Άστρος
Αρχαιολογικοί Χώροι και Μουσεία της Θυρεάτιδας Γης
Σπουδαιότεροι Αρχαιολογικοί Χώροι και Μουσεία στην Ελλάδα.
Τα βουνά και τα κάστρα μας
Μοναστήρια και εκκλησίες
Aξιοθέατα-Εκδρομές-Μνημεία
Εκδηλώσεις-Δραστηριότητες & Το θέατρο και ο πολιτισμός
Άστρος Κυνουρίας : Ιστορική αναδρομή
Ιστορία και “Ελλάδα 2021”
Φωτογραφίες , Blog , Αναρτήσεις
Αγιάννης , Παραδοσιακά Χωριά, Οι Τσάκωνες
Θέματα και Απόψεις
Κοινότητα Άστρους Κυνουρίας(koinotita-astrous.gr)
Δήμος Βόρειας Κυνουρίας και ΥΠΠΟΑ
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους χωρίς ντροπή κανενός παραμένει κλειδοαμπαρωμένο.
Από τους συνεργάτες μας astroskynouria-news
Χρήσιμοι Σύνδεσμοι και Πηγές /Useful Links and sources
- Αρχική
- astrosgr.com/en
- Κοινότητα Άστρους
- Εισαγωγή
- Το ιστορικό Άστρος
- Αγιάννης
- Παραδοσιακά Χωριά
- Οι Τσάκωνες
- “Ελλάδα2021”
- Blog]
Ο Άγιος Ιωάννης ( Αγιάννης) Κυνουρίας , ήταν η πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους το 1822 και προσέφερε πολλά και σημαντικά στην επανάσταση του 1821.
Το ιστορικό Άστρος και ο Άγιος Ιωάννης (Αγιάννης) είναι μία κοινότητα.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ Ἱστορίαι (2.27.1-2)
[2.27.1] “Ἀνέστησαν δὲ καὶ Αἰγινήτας τῷ αὐτῷ θέρει τούτῳ ἐξ Αἰγίνης Ἀθηναῖοι, αὐτούς τε καὶ παῖδας καὶ γυναῖκας,…..2.27.2] ἐκπεσοῦσι δὲ τοῖς Αἰγινήταις οἱ Λακεδαιμόνιοι ἔδοσαν Θυρέαν οἰκεῖν καὶ τὴν γῆν νέμεσθαι, ….ἡ δὲ Θυρεᾶτις γῆ μεθορία τῆς Ἀργείας καὶ Λακωνικῆς ἐστίν, ἐπὶ θάλασσαν καθήκουσα. καὶ οἱ μὲν αὐτῶν ἐνταῦθα ᾤκησαν, οἱ δ᾽ ἐσπάρησαν κατὰ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα”.
Μερικές προτάσεις και ερωτήματα στο δήμο μας

Δεν καταλάβαμε ποτέ, αφού δεν θέλουν και δεν μπορούν να ανοίξουν το Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους , κάτι που είναι αυτονόητο για μας ,τα κρατάνε όλα αναιτιολόγητα μυστικά για τις διάφορες αναθεωρημένς προφάσεις και τις “μελέτες”, “και άλλες μελέτες”… γιατί τουλάχιστον δεν αναρτούν σχεδόν χωρίς χρήματα στην ιστοσελίδα του δήμου μας δύο φωτογραφίες με δύο λέξεις για τα δύο σπουδαιότερα μνημεία του δήμου μας , τον «Ιερό Χώρο» της Β’ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων και την πλάκα της σχολής Καρυτσιώτη στον Αγιάννη.
Γιατί δεν διαβάζουν το δικό τους τουριστικό πρόγραμμα? Γιατί δεν εκτελούν τις εντολές της τοπικής κοιμωνίας που ψήφισε το πρόγαμμα? Στην ψηφιακή εποχή μας η προβολη του τόπου μας , για ότι έχουμε, είναι καταλυτκή ΚΑΙ ΕΝΤΟΛΗ της κοινωνίας για την περιβόητη οικονομική ανάπτυξη , που κάποτε …ΘΑ έρθει ΑΥΤΟΜΑΤΑ…. .Όλοι στο πλανήτη γη κάνουν τα αυτονόητα και ότι μπορούνε. Εμείς θα πνιγούμε.. δεν κουνάμε ούτε τα χέρια μας.,,,,αλλά ξέρουμε να βγάζουμε φωτογραφίες…
Δεν το καταλαβαίνουν, δεν θέλουν η δεν μπορούν?
Η τοπική κοινωνία περιμένει υπομονετικκά, γνωρίζει τα αδικαιολόγητα για την “μεγάλη παράλειψη της ντροπής ” , γνωρίζει τι δικαιούται κα τι της ανήκει και σύντομα θα ενεργήσει ανάλογα.
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
Πίσω στην Αρχική σελίδα
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Ένι , Ένι ορού -Ενεστώς & Παρατατικός (και άρνηση)

Ρήματα Ενεστώτας είμαι> ένι
1 Εγώ είμαι > Εζού ένι
2 Εσύ είσαι > Εκιού έσι
3 Αυτός είναι > Έντεν’η ένι
4 Αυτή είναι > Ένταν’η ένι
5 Αυτό είναι > Έγκεινι ένι
1 Εμείς είμαστε > Ενεί έμε
2 Εσείς είσαστε > Εμού Έτε
3 Αυτοί είναι > Έντεϊ είνι
4 Αυτές, είναι > Έντεϊ είνι
5 Αυτά είναι > ΈνταΪ είνι
Ρήματα Παρατατικός είμαι ,ήμουνα> έμα
1 Εγώ ήμουνα > Εζού έμα
2 Εσύ ήσουνα > Εκιού έσα
3 Αυτός ήταν > Έντεν’η έκι
4 Αυτή ήταν > Ένταν’η έκι
5 Αυτό ήταν > Έγκεινι έκι
1 Εμείς ήμασταν > Ενεί έμαΪ
2 Εσείς ήσασταν > Εμού έτ’αΪ
3 Αυτοί ήσαν > Έντεϊ ήγκιαϊ
4 Αυτές, ήσαν > Έντεϊ ήγκιαϊ
5 Αυτά ήσαν > ΈνταΪ ήγκιαϊ

Άρνηση – Ενεστώτας δεν είμαι> όνι
1 Εγώ δεν είμαι > Εζού Όνι
2 Εσύ δεν είσαι > Εκιού Όσι
3 Αυτός δεν είναι > Έντεν’η Όνι
4 Αυτή δεν είναι > Ένταν’η Όνι
5 Αυτό δεν είναι > Έγκεινι Όνι
1 Εμείς δεν είμαστε > Ενεί Όμε
2 Εσείς δεν είσαστε > Εμού Ότε
3 Αυτοί δεν είναι > Έντεϊ Ούνι
4 Αυτές δεν είναι > Έντεϊ Ούνι
5 Αυτά δεν είναι > ΈνταΪ Ούνι
Άρνηση – Παρατατικός δεν ήμουνα> όμα
1 Εγώ δεν ήμουνα > Εζού όμα
2 Εσύ δεν ήσουνα > Εκιού όσα
3 Αυτός δεν ήταν > Έντεν’η όκι
4 Αυτή δεν ήταν > Ένταν’η όκι
5 Αυτό δεν ήταν > Έγκεινι όκι
1 Εμείς δεν ήμασταν > Ενεί όμαι
2 Εσείς δεν ήσασταν > Εμού ότ΄αι
3 Αυτοί δεν ήσαν > Έντεϊ ούγκιαϊ
4 Αυτές δεν ήσαν > Έντεϊ ούγκιαϊ
5 Αυτά δεν ήσαν > ΈνταΪ ούγκιαϊ
Ρήματα Ενεστώτας βλέπω > ένι ορού , Παρατατικός βλέπω, έβλεπα >έμα ορού

Ενεστώτας βλέπω > ένι ορού
1 Εγώ βλέπω > Εζού ένι ορού
2 Εσύ βλἐπεις > Εκιού έσι ορού
3 Αυτός βλέπει > Έντενη ένι ορού
4 Αυτή βλέπει > Έντανη ένι ορούα
5 Αυτό βλέπει > Έγκεινι ένι ορούντα
1 Εμείς βλέπουμε > Ενεί έμε ορούντε
2 Εσείς βλέπετε > Εμού έτε ορούντε
3 Αυτοί βλέπουν > Έντεϊ είνι ορούντε
4 Αυτές βλέπουν > Έντεϊ είνι ορούντε
5 Αυτά βλέπουν > ΈνταΪ είνι ορούντα
Παρατατικός βλέπω, έβλεπα >έμα ορού
1 Εγώ έβλεπα > Εζού έμα ορού
2 Εσύ έβλεπες > Εκιού έσα ορού
3 Αυτός έβλεπε > Έντεν’η έκι ορού
4 Αυτή έβλεπε > Ένταν’η έκι ορούα
5 Αυτό έβλεπε > Έγκεινι έκι ορούντα
1 Εμείς εβλέπαμε > Ενεί έmαΪ ορούντε
2 Εσείς εβλέπατε > Εμού έτ’αΪ ορούντε
3 Αυτοί έβλεπαν > Έντεϊ ήγκιαϊ ορούντε
4 Αυτές έβλεπαν > Έντεϊ ήγκιαϊ ορούντε
5 Αυτά έβλεπαν > ΈνταΪ ήγκιαϊ ορούντα

Ενεστώτας δεν βλέπω > όνι ορού
1 Εγώ δεν βλέπω > Εζού Όνι ορού
2 Εσύ δεν βλἐπεις > Εκιού Οσι ορού
3 Αυτός δεν βλέπει > Έντενη Όνι ορού
4 Αυτή δεν βλέπει > Έντανη Όνι ορούα
5 Αυτό δεν βλέπει > Έγκεινι Όνι ορούντα
1 Εμείς δεν βλέπουμε > Ενεί Όμε ορούντε
2 Εσείς δεν βλέπετε > Εμού Ότε ορούντε
3 Αυτοί δεν βλέπουν > Έντεϊ Ούνι ορούντε
4 Αυτές δεν βλέπουν > Έντεϊ Ούνι ορούντε
5 Αυτά δεν βλέπουν > ΈνταΪ Ούνι ορούντα
Παρατατικός δεν έβλεπα >όμα ορού
1 Εγώ δεν έβλεπα > Εζού όμα ορού
2 Εσύ δεν έβλεπες > Εκιού όσα ορού
3 Αυτός δεν έβλεπε > Έντεν’η όκι ορού
4 Αυτή δεν έβλεπε > Ένταν’η όκι ορούα
5 Αυτό δεν έβλεπε > Έγκεινι όκι ορούντα
1 Εμείς δεν εβλέπαμε > Ενεί όμαι ορούντε
2 Εσείς δεν εβλέπατε > Εμού ότ΄αι ορούντε
3 Αυτοί δεν έβλεπαν > Έντεϊ ούγκιαϊ ορούντε
4 Αυτές δεν έβλεπαν > Έντεϊ ούγκιαϊ ορούντε
5 Αυτά δεν έβλεπαν > ΈνταΪ ούγκιαϊ ορούντα
============================================
σερνικό, σηλυκό , ουδέτερε (ΑΘΟ)
- Τ0 ΡΗΜΑ ΕΝΙ=ΕΙΜΑΙ ΕΝΕΣΤΩΤΑ (ΑΘΟ)
- εζού ένι
- εκιού έσι
- έντενη, εντανη, έγκεινι ένι
- ενεί έμε
- εμού ετ’ε
- έντεϊ,έντεϊ,ένταϊ είνι
- ΠΑΡΑΤΑΚΙΚΟ (ΑΘΟ)
- εζού έμα
- εκιού έσα
- έντενη, έντανη, έγκεινη έκι
- ενεί έμαι
- εμού έτ’αι ( ή έτθατθε)
- έντεϊ,έντεϊ,ένταϊ ηγκιαϊ
- ΜΕΛΛΟΝΤΑ (ένα Μέλλοντα ΑΘΟ)
- εζού θα ένι
- εκιού θα έσι
- έντενη, έντανη, έγκεινι θα ένι
- ενεί θα έμε
- εμού θα έτ’ε,
- έντεϊ,έντεϊ,ένταϊ θα είνι
- ΑΟΡΙΣΤΕ – Δεν έχει
- ΥΠΟΤΑΧΚΙΤΣΗ (ΑΘΟ)
- εζού να ένι
- εκιού να έσι
- έντενη, έντανη, έγκεινι να ένι
- ενεί να έμε
- εμού να έτ’ε
- έντεϊ,έντεϊ,ένταϊ να είνι
- ΠΡΟΣΤΑΧΚΙΤΣΗ -Ονι έχουντα
- ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΕ (ΑΘΟ)
- εζού ένι ζατέ,ζατά, ζατέ
- ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟ (ΑΘΟ)
- εζού έμα ζατέ, ζατά, ζατέ
- ΥΠΟΘΕΤΣΙΚΑ (ΥΠΟΘΕΤΙΚΑ) (ΑΘΟ)
- εζού θα κια έμα
- εκιού θα κια έσα
- έντενη, έντανη, έγκεινι θα κια έκι
- ενεί θα κια έμαϊ
- εμού θα κια έ’ταϊ
- έντεϊ,έντεϊ,ένταϊ θα κια ίγκιαϊ
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Μαθήματα Τσακώνικης Διαλέκτου & Τσακώνικης Υφαντικής!
Aπό το Αρχείο Τσακωνιάς
- Μαθήματα Τσακώνικης Διαλέκτου & Τσακώνικης Υφαντικής!
- Τσακώνικη Διάλεκτος:
- Μαθήματα Διαδικτυακά, κάθε Δευτέρα 18:00-19:00 (Α τμήμα)
- 19:00-20:00( Β τμήμα)
- * [Εχουν ξεκινήσει τα μαθήματα, οι εγγραφές είναι ανοιχτές]
- Μαθήματα Διά ζώσης, στο Αρχοντικό Τσούχλου, στο Λεωνίδιον, κάθε Κυριακή.
- Τμήμα παιδιών : 10:30-11:30
- Τμήμα ενηλίκων: 11:30-12:30
- Τσακώνικη Υφαντική
- Μαθήματα Διά ζώσης, στο Αρχοντικό Τσούχλου, στο Λεωνίδιον, κάθε Τετάρτη και Κυριακή .
- Τετάρτη : 15:00 – 17:00
- Κυριακή: 11:30 – 13:30
- * Τμήμα παιδιών: 11:30-12:30
- *Τμήμα ενηλίκων: 12:30-13:30
- Δηλώσεις συμμετοχής μέχρι την Κυριακή 27/11/2022.
Από
Αρχείο Τσακωνιάς is at Αρχοντικό Τσούχλου. Leonídion, Greece
Αρχοντικό Τσούχλου – Responsive Event WordPress theme (melitzazz.gr)

Κατοικία του ζωγράφου της ηρεμίας και της ευγένειας, Βρασίδα Τσούχλου (1904-1981). Θα αφήσει πίσω του καταπληκτικά έργα με θέματα από το αγαπημένο του Λεωνίδιο. Οι οροφές του σπιτιού του πραγματικά αριστουργήματα, με φανερές επιρροές από την Ανατολή στα τοξωτά υπέρθυρα των παραθύρων και τα καμπύλα κουρτινόξυλα. Η ζωγραφική στις οροφές γινόταν πάνω σε επίχρισμα, συχνά…
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Άκλιτα-ΣΧ
- ΑΚΛΙΤΑ
- Επιρρἠματα,Προθέσεις,Σύνδεσμοι,Επιφωνἤματα
- Άκλιτα (σελίδα Οικονόμου 43-46)
Επιρρήματα-Χρόνου & Τόπου (ΕΛ>ΤΣ & ΤΣ>ΕΛ) (Σ3)
Αριθμητικά (επίθετα και ουσιαστικά)
- Προθέσεις,
- εν,εξ,εις,συν,προς,προ,ανά,κατά,δια,μετά,παρά,αντί,περί,από,υπέρ
- Σύνδεσμοι
- μεν,δε,και,ινα,οπως,ότι,διότι,αν, λοιπόν,τάχα,η, εάν.αλλά,όμως
- Επιφωνήματα
- α,χα,….
- Υποκοριστικά
- ίλη,ατσι.ούτσι,αρι,αθι,ερι.ρι.ούλα
- πού>κιά
- τι>τσί
- πώς > πού ,
- που> πφη <φωνητικα>
- από>από
- πότε
- πόσο
- τόσο
- ——————————
- κἄπου
- πουθενά,
- αλλού,
- κἀποτε,
- κάπου καπου,
- πότε πότε,
- άλλοτε,
- κάπως,
- αλλιώς,αλλιώτικα,
- καμποσο
- εδώ,
- εκεί,
- παντού,
- τότε,
- ποτέ,
- έτσι,
- μαζί,
- —————————————–
- ναι.μἀλιστα,βέβαια,βεβαιότατα,ορσισμένως,αλήθεια,αληθινἀ,σωστά,
- ίσως,τάχα,δἠθεν,πιθανόν,ἀραγε,
- όχι,δεν,μη,όχι βέβαια
- και > τσαι <φωνιτικα – ηχος τσε η τσα ι? >
- Γιά>Γιά
- Να>Να
- Θα> Θα
- Μα
- ας
- δε>ο
- θα>θα
- ότι>ότσι
- μια>νία
- =======================
- Πια
- Κοντά
- Όμως
- Αλλά
- Γιατί
- Όχι
- Ναί
- Μάλιστα
- Δεν
- Ούτε
- Μήτε
Ρήματα
ΡΗΜΑΤΑ (Σ2=πρόχειρο)
Προσχέδιο -Δείτε τους παρακάτω συνδέσμους με κλίση ρημάτων – (ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ πρέπει να ελεγχθούν αργότερα σύμφωνα με την Γραμματική Κωστάκη. 1999 και να οργανωθούν καλύτερα. Δείτε τους συνδέσμους παρακάτω)
Θανάση Κωστάκη ,Γραμματική της Τσακώνικης Διαλέκτου -Αρχείον Τσακωνιάς ,1999
https://drive.google.com/file/d/17ArjyvV4ry53rqg-SR5LuN6qLO548CvY/view?usp=drivesd
Σύντομος γραμματική της Τσακώνικης Διαλέκτου (Περνό-Κωστάκη ) 1933.(1934)
https://drive.google.com/file/d/0B1Tno1072T0ldXFoS0ZWYUZMenc/view?ts=63bd31be&resourcekey=0-jr_lTGRZPVPZitMJtGbcdQ
Περιεχόμενα
Ρήματα Κανόνες- V
Ρήματα-Αρχικοί-ένι παιδέγγου, Εν(ΑΘΟ), Αόρ, Μετ,Εν-ΠΦ V
Ενεργητική Φωνή
Ένι , Ένι ορού -Ενεστώς & Παρατατικός (και άρνηση)
Οι σύνδεσμοι παρακάτω είναι Προσχέδια
έχω> ένι έχου ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
Εγώ είμαι > Εζού ένι -Προσχέδιο (Ενεστώς,Παρατατικος, Μέλλων,Αόριστος, Δυνητική, Υποτακτική)
έρχομαι>ένι παρίου -Προσχέδιο (ΕΦ -Όλα)
Γράφω , ένι γράφου -α (ΕΦ- Κλίση 8 Χρόνοι)
Ενεστώς ΕΦ-ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
Παρατατικός ΕΦ-ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
Μέλλων Στιγμιαίος ΕΦ- ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
Μέλλων Διαρκείας ΕΦ-Προσχέδιο
Αόριστος ΕΦ- V
Παρακείμενος ΕΦ -Προσχέδιο
Υπερσυντέλικος ΕΦ-Προσχέδιο
Συντελεσμένος Μέλλων ΕΦ- ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
Υποτακτική ΕΦ (διαρκείας & στιγμιαία) -Προστακτική- -ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
Παθητική Φωνή
Ενεστώς ΠΦ-Προσχέδιο
Παρατατικός ΠΦ- Προσχέδιο
Μέλλων Διαρκείας ΠΦ-Προσχέδιο
Μέλλων Στιγμιαίος ΠΦ-Προσχέδιο
Αόριστος ΠΦ-Προσχέδιο
Υποτακτική ΠΦ- Στιγμιαία & Διαρκείας Προσχέδιο.
=======================================
Χρόνοι Ρημάτων ,Κείμενα από φίλους της Τσακωνιάς
Προσχέδιο Λεξικό Ρημάτων ΕΛ>ΤΣ & ΤΣ>ΕΛ
Λεξικόν Ελληνικά>Τσακώνικα (ΕΛ>ΤΣ)
=============================
TΣ-Σημειώσεις & Ερωτήσεις
Πρόχειρες Σημειώσεις
- Σ’ εμαθήτσε απότσου τσ’ ανακατουτά> Τα έμαθε απ’ έξω κι ανακατωτά
- .Έμε νιουρίζουντε όταν σι έμε γράφουντε σι έμε μαθέντε>Γνωρίζουμε όταν τα γράφουμε τα μαθαίνουμε.
- Ερώκηση-Πουρ να γράφουντε τα ρήματα για να μαθέντε συνοπτικά τα σπουδαιότερα >Πως να γράφουμε τα ρήματα για να μαθαίνουμε συνοπτικά τα σπουδαιότερα π.χ.
- Ενεστώς (ΑΘΟ),Αόριστος,Μετοχή, Εν-ΠΦ
- μιλώ > ένι νιού,νιούα ,νιούντα , ενιλήκα , νιλητέ,ένι νιλικχούμενε,α,ε
- βλέπω > ένι ορού , ορούα , ορούντα , οράκα , ορατέ,ένι ορούμενε,α,ε
- Να μάθω τα βασικα ρήματα καλά σε όλους τους χρόνους, ένι, ένι έχου, και τα ρηματα ένι ορού, ένι παρίου,ενι ποίου, ένι εγγου
- ΠΕΡΙΠΟΥ κανόνας για το θηλυκό
- Όταν τονίζονται στη λήγουσα προσθέτουμε α ,
- μιλώ > (Α)ένι νιού ,(Θ) ένι νιούα , (0) ένι νιούντα ,
- βλέπω > (Α) ένι ορού ,(Θ)ένι ορούα ,(0) ορούντα
- Όταν τονίζονται στη παραλήγουσα αφαιρεέμου το ου και προσθέτουμε μόνο το α
- ακούω > (Α)ένι νοίου ,(Θ) ένι νοία ,(0) νοίντα ,
- έρχομαι > (Α)ένι παρίου , (Θ) ένι παρία , (0) παρίντα ,
- ΡΗΜΑΤΑ Ενεργητικη,Παθητικη-Οριστικη,Υποτακτικη,Προστακτικη)
- (Χρόνοι) Ομαλά, Ανώμαλα, Τριτοπρόσωπα
- ΤΡΙΤΟΠΡΟΣΩΠΑ?
- Αρέσω > ένι αρέσουντα (τριτοπροσωπα)
- Παθητικη
- χαἰρομαι > Ἐνι χαιρουμένε-α ,Ἐμε χαιρουμεντε
- Άρχισε από μόνο απλές προτάσεις και προς το παρόν μόνο με ενεστώτα και παρατατικό.
- 1) Διάβασε το 2-3 φορές
- 2) Γράψε το 2-3 φορές από μέσα
- 3) Γράψε το απέξω
- (ένι & έν’ι, διαφορετική προφορά- ενι>ΕΛ εν’ι ψηλά ουρανίσκο)
Ενεστώτας – Εγώ είμαι Τσάκωνας> Εζού ένι Τσάκωνας
- Εγώ είμαι> Εζού ένι τσάκωνας
- Εσύ είσαι> Εκιού έσι τσάκωνας
- Αυτός είναι> Έντεν’η έν’ι τσάκωνας
- Αυτή είναι> Ένταν’η έν’ι τσακώνα
- Αυτό είναι> Έγκεινι έν’ι τσακωνόπουλο
- Εμείς είμαστε> Ενεί έμε τσακών’οι
- Εσείς είσαστε > Εμού έτε τσακών’οι
- Αυτοί είναι > Έντεϊ είνι τσακών’οι
- Αυτές είναι > Έντεϊ είνι τσακών’ε
- Αυτά είναι> Ένταϊ είνι τσακωνόπουλα.
Ενεστώτας ΑΡΝΗΣΗ – Δεν είμαι Τσάκωνας> Εζού Όνι τσάκωνας
- Εγώ δεν είμαι > Εζού Όνι τσάκωνας
- Εσύ δεν είσαι > Εκιού Οσι τσάκωνας
- Αυτός δεν είναι > Έντεν’η Όν’ι τσάκωνας
- Αυτή δεν είναι > Ένταν’η Όν’ι τσακώνα
- Αυτό δεν είναι > Έγκεινι Όν’ι τσακωνόπουλο
- Εμείς δεν είμαστε > Ενεί Όμε τσακών’οι
- Εσείς δεν είσαστε > Εμού Ότε τσακών’οι
- Αυτοί δεν είναι > Έντεϊ Ούνι τσακών’οι
- Αυτές δεν είναι > Έντεϊ Ούνι τσακών’ε
- Αυτά δεν είναι > Ένταϊ Ούνι τσακωνόπουλα
Αόριστος
ΑΠ , εγώ ήλθα > εζού εκάνα
ΒΠ , εσύ ήλθες > εκιού εκάνερε
ΤΑ , αυτός ήλθε > έντενι εκάνε
ΤΘ , αυτή ήλθε > έντανι εκάνε
ΤΟ , αυτό ήλθε > έγκεινι εκάνε
ΑΠ , εμείς ήλθαμε > ενεί εκάναμε
ΒΠ , εσείς ήλθατε > εμού εκάνατε
ΤΑ , αυτοί ήλθαν > έντεοι εκάναϊ
ΤΘ , αυτές ήλθαν > έντεοι εκάναϊ
ΤΟ , αυτά ήλθαν > ένταϊ εκάναϊ
Πηγές
Θανάση Κωστάκη ,Γραμματική της Τσακώνικης Διαλέκτου -Αρχείον Τσακωνιάς ,1999
https://drive.google.com/file/d/17ArjyvV4ry53rqg-SR5LuN6qLO548CvY/view?usp=drivesd
Σύντομος γραμματική της Τσακώνικης Διαλέκτου (Κωστάκη – Περνό) (ΝΤ) 1933
https://drive.google.com/file/d/0B1Tno1072T0ldXFoS0ZWYUZMenc/view?ts=63bd31be&resourcekey=0-jr_lTGRZPVPZitMJtGbcdQ
Δείτε στο σύνδεσμο Προσχέδιο Λεξικό Ρημάτων ΕΛ>ΤΣ & ΤΣ>ΕΛ , μόνο ρημάτων ,δεν τελειώσαμε .
Δείτε Λεξικόν Ελληνικά>Τσακώνικα (ΕΛ>ΤΣ)
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Λεξικόν Ελληνικά>Τσακώνικα (ΕΛ>ΤΣ) /Αφιερώνεται στην Τσακωνιά .

Από τα
Δ.Φ.Μιχαήλ Δέφνερ: Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου
ΛΕΞΙΚΟ ΔΕΦΝΕΡ.pdf – Google Drive
Λεξικό τσακώνικης διαλέκτου του Μιχαήλ Δέφνερ από τους μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Λεωνιδίου
Λεξικό τσακώνικης διαλέκτου (sch.gr)
Τα 2 λεξικά παραπάνω είναι Τσακώνικα >Ελληνικά (ΤΣ>ΕΛ)
Ευχαριστούμε το Δημοτικό Σχολείο Λεωνιδίου ,το Αρχείο Τσακωνιάς και τους φίλους της Τσακωνιάς
Στην ψηφιακή εποχή μας πρέπει γρήγορα να προλάβουμε το τραίνο της ιστορίας .Η Τσακώνικη γλώσσα αξιοθαύμαστα διατηρήθηκε ακέραια προφορικά μέσα στους αιώνες αλλά όλοι καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να συμμετέχουμε στην ψηφιακή εποχή μας για να πετύχουμε ευκολότερα περισσότερα για τα παιδιά μας. Πρέπει να μιλάμε , αλλά επίσης πρέπει να μάθουμε να γράφουμε Τσακώνικα και το κυριότερο αν θέλουμε καλύτερα να διατηρήσουμε την φλόγα των προγόνων μας, πρέπει να μάθουμε και τα παιδιά μας να μιλάνε και να γράφουν Τσακώνικα.
To κείμενο παρακάτω είναι από το λεξικό του Δημοτικού Σχολείου Λεωνιδίου , αλλά είναι σε διαφορετική σειρά Ελληνικά>Τσακώνικα, με δικαιολογημένα λάθη από τους μικρούς μαθητές .Είναι μια πολύ έξυπνη, ουσιαστική και σημαντική πρωτοβουλία και είναι μιά αξιόλογη προσπάθεια. Το λεξικό είναι του Δημοτικού Σχολείου Λεωνιδίου και ανήκει στην Τσακωνιά.ΜΠΡΑΒΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ και στους μικρούς Τσάκωνες . Bοηθάμε να διατηρηθεί η Τσακώνικη γλώσσα και ο Τσακώνικος πολιτισμός, με τον καλύτερο τρόπο. Από την διασπορά, Δεκέμβριος 21,2022.
Λεξικόν Ελληνικά>Τσακώνικα (ΕΛ>ΤΣ) /Αφιερώνεται στην Τσακωνιά .
| ΕΛ> TΣ | ||
| 1 | αβάτευτος (ο) | αμαρκάλιστε (ο): |
| 2 | άβγαλτος (ο) , αθώος , άπειρος | αμπάλητε (ο): |
| 3 | αβγαλτος (ο) , μη εισελθών | αμπάιτε (ο): |
| 4 | άβρετος (ο) , αυτός που δεν έχει βρεθεί | άρεστε (ο): |
| 5 | αβύζαχτος , αθήλαστος | ασάλιτε (ο): |
| 6 | άβυσσος (η) , χάος | άδυσσε (ο): |
| 7 | άβυσσος της θάλασσας (η) | ρόϊδη (α): |
| 8 | αγγείο από κασσίτερο για πάγωμα κρασιού , ψυγείο | κρωγκήρι (το): |
| 9 | αγγείο απο λάδι (το) , γριά | λαδικό (το): |
| 10 | αγγείο για ρακί | σουραχί (το): |
| 11 | αγγελάκι (το) , αγγελούδι | αντζέλι (το): |
| 12 | αγγελικός (ο) | αντζελικό (το): |
| 13 | αγγιάζω | αντζάζου: |
| 14 | αγγίζω , πιάνω | αντζίχου: |
| 15 | άγγιχτος (ο) | απροδόντζιχτε (ο): |
| 16 | αγγούρι (το) | αγγούρι (το): |
| 17 | αγγυλώνω , κεντώ , τρυπώ | αντζελούκου: |
| 18 | αγελάδα (η) | κούλικα (α): |
| 19 | αγελαδίτσα (η) | μοκούα (α): |
| 20 | αγέλη (η) , κοπάδι | αγέα (α): |
| 21 | αγέννητη (η) | ασπαργάνιστε (α): |
| 22 | αγέννητος (ο) | αγέννατε (ο): |
| 23 | αγέραστος (ο) | άγερε (ο): |
| 24 | αγίνωτος (ο) , άγουρος | άνατε (ο): |
| 25 | άγιος (ο) | άγιε (ο): |
| 26 | Άγιος Ανδρέας (ο) | Άγιε Ανδρήα (ο): |
| 27 | Άγιος Νικόλαος Σύντζας (ο) | Άγιε Νικόα τα Σύντζα (ο): |
| 28 | Άγιος Πέτρος (ο) | Μαλεβή (α): |
| 29 | Άγιος Στρατηγός (ο) , Άγιος Ταξιάρχης | Αϊ Στράκηγο (ο): |
| 30 | αγκάθι (το) , ακάνθα | κούλε (ο): |
| 31 | αγκαλιά (η) | αγκαλία (α): |
| 32 | αγκαλιάζω , αποδέχομαι | αγκαλιάζου: |
| 33 | αγκαρδίωση (η) | εγκάρδιουση (α): |
| 34 | αγκίδα (η) | αγκίδι (το): |
| 35 | αγκίδα (η) , αγκίδι | αντζίδα (α): |
| 36 | αγκίστρι (το) | αντζίστρι (το): |
| 37 | αγκιστρώνω , γαντζώνω , αρπάζω | αντζιστρούκου : |
| 38 | αγκιστρώνω , πιάνω κάτι | αγκραΐχου: |
| 39 | αγκλίτσα του τσοπάνη (η) | αγκραΐτσα (α): |
| 40 | αγκρίφι (το) , το αγκάθι | αγκρίθι (το): |
| 41 | αγκυνάρα (η) | αντζυνάρα (α): |
| 42 | άγκυρα (η) , βαρύ σίδερο | άγκουρα (α): |
| 43 | αγκώνας (ο) | αγκώνα (α): |
| 44 | αγνάντια , αντίκρυ | ανάγκια: |
| 45 | αγοράζω , ψωνίζω | αγοράνου: |
| 46 | αγούμαστος (ο) , είδος σταφυλιού | αγούμαστε (ο): |
| 47 | άγουρο σταφύλι,αγουρίδα (το) | όπακα (α): |
| 48 | άγουρος (ο) | άγουρε -ε -ε (ο): |
| 49 | αγράμματος (ο) | αγράμματε -ε -ε (ο): |
| 50 | άγρια λουπινιά (η) | αγρολουπινία (α): |
| 51 | αγρια μηλιά (η) | αγζομαλία (α): |
| 52 | αγρια μηλιά (η) | γζομαλία (α): |
| 53 | άγρια συκιά (η) | αγζοσυντζά (α): |
| 54 | αγριάδα (η) | αμμοδέτα (α): |
| 55 | αγριελιά (η) | αγρολία (α): |
| 56 | αγριεύω , εξαγριώνω , εξαγριώνομαι | αγρέγγου: |
| 57 | αγρίμι (το) , άγριο ζώο | αγρίνι (το): |
| 58 | άγριο κλήμα (το) | αγρόκραμα (το): |
| 59 | αγριο πράσο (το) | αγριοάπρασε (το): |
| 60 | άγριο σιτάρι (το) | αγζοσίταρε (το): |
| 61 | αγριόγατα (η) | αγριοκατσούα (α): |
| 62 | αγριόγατος (ο) | αγροκάτσουλε (το): |
| 63 | αγριόκεδρο (το) | αρακίσου (το): |
| 64 | αγριοκοιτάζω | αγζοξεικάζου: |
| 65 | αγριοκοιτάζω | αγροξεικάζου: |
| 66 | αγριολάπαθο (το) | αγράπασε (το): |
| 67 | αγριομηλιά (η) | αγρομαλία (α): |
| 68 | αγριοράδικο (το) | αγζορόδικο (το): |
| 69 | άγριος (ο) , άξεστος | άγρε -ε -ε (ο): |
| 70 | αγριοσπάνακο (το) | αγζοσπάνακο (το): |
| 71 | αγριοφασκομηλιά (η) | αγζοφασκονηλιά (α): |
| 72 | αγριόφλομος (ο) | αγζόφομο (ο): |
| 73 | αγριόχοιρος, αγριογούρουνο (ο) , αγριογούρουνο | αγζόχιουρε (ο): |
| 74 | αγροικώ , ακούω , νιώθω | αγροικού: |
| 75 | αγροκουμαριά (η) | αγροκούμαρε (το): |
| 76 | αγρομανάκι (το) | αγουρομανάτζι ή αγουρομάνακο (το): |
| 77 | αγροφύλακας (ο) | δεργάτα (ο): |
| 78 | αγύριστος (ο) | άγυρτε (ο): |
| 79 | αγύριστος (ο) , μη επιστραφείς , μη επανελθών | αγιούριστε -ε -ε (ο): |
| 80 | αγωγιάτης (ο) | αγωγιάτα (ο): |
| 81 | αγωγός (ο) , τρύπα | αρνούχο (ο): |
| 82 | αγωγός νερού (ο) | δογό ή δοχό (ο): |
| 83 | αγωγός ύδατος (ο) | δοχό (ο): |
| 84 | άδαρτος (ο) , αχτύπητος | άδαρτε (ο): |
| 85 | άδεικτος (ο) , αυτό που δεν έχουμε δείξει | αδένατε (ο): |
| 86 | άδειος (ο) , κενός , αδειανός | άδειε (ο): |
| 87 | αδελφή (η) | αθυά (α): |
| 88 | αδελφός (ο) | αθύ (ο): |
| 89 | αδέξιος (ο) , ανεπιτήδειος | αδέξε -ε -ε (ο): |
| 90 | αδερφάκι (το) | αφούτσι (το): |
| 91 | άδετος (ο) , λυτός , ελεύθερος | αδέϊτε -ε -ε (ο): |
| 92 | αδιάλεκτος (ο) , μη διαλεγμένο | αζάλετε (ο): |
| 93 | αδιαμοίραστος (ο) , αδιανέμητος | αμέρατε (ο): |
| 94 | αδιαντροπιά (η) , αυθάδεια | αδιαντροκία (α): |
| 95 | αδικία (η) | αδιτζία (α): |
| 96 | αδικοσκοτωμένος (ο) | αδικοφόνευτε (ο): |
| 97 | αδικώ | αδικού: |
| 98 | αδυναμία (η) | αχάμνια (α): |
| 99 | αδυνατίζω | αχαμνιένου: |
| 100 | αδυνατίζω , σκελετώνομαι | λυρούκου: |
| 101 | αδύνατος (ο) , άπαχος | αχαμνέ (ο): |
| 102 | αέρας (ο) | αέρα (ο): |
| 103 | αετόπουλο (το) | αετούτσι (το): |
| 104 | αετόπουλο (το) | αϊτούτσι (το): |
| 105 | αετός (ο) | αετέ (ο): |
| 106 | αετός (ο) | αϊτέ (ο): |
| 107 | αζάλωτος (ο) , αφόρτωτος | αζάουτε (ο): |
| 108 | αζημίωτος (ο) | αζήνιουτε (ο): |
| 109 | αζύγιστος (ο) | αζύγιαστε (ο): |
| 110 | αζύμωτος (ο) | αζύμουτε (ο): |
| 111 | αζύμωτος (ο) | αξανάποιτε (ο): |
| 112 | αθειάφιστος (ο) | ακειάθιστε (ο): |
| 113 | αθεόφοβος (ο) | αθεόφοβο (ο): |
| 114 | αθέριστος (ο) | ασέριτε (ο): |
| 115 | αθέρμαντος (ο) | ασόνιστε (ο): |
| 116 | αθήλαστος (ο) | ασίλιτε (ο): |
| 117 | αθόλωτος (ο) , διαυγής , καθαρός | αθέουτε (ο): |
| 118 | αθώος (ο) | ανέφταιγο (ο): |
| 119 | αίγιαλός του Αγίου Ανδρέου (ο) , οι κάτοικοι λέγονται Γιαλιώτοι | Γιαλέ (ο): |
| 120 | αίμα (το) | αίμα (το): |
| 121 | αιφνίδιο (το) , το κακό | ξαφνικό (το): |
| 122 | αιχμηρός-ή-ό | ξυμυτερέ-ά-έ: |
| 123 | αιχμηρός-ή-ό | ξυφτερέ-ά-έ: |
| 124 | ακαθαρσία (η) | αφουσά (α): |
| 125 | άκαιρος (ο) | άτσαιρε (ο): |
| 126 | άκακος (ο) | άκακο (ο): |
| 127 | ακαλλιέργητος τόπος (ο) | χέρουμα (το): |
| 128 | ακάνθινος (ο) , χωρίς αγκάθια | απάλινε (ο): |
| 129 | ακατηγόρητος (ο) | ακακηγόρευτε (ο): |
| 130 | άκαυστος (ο) | άδατε (ο): |
| 131 | ακέντρωτος (ο) | ατσέντρουτε (ο): |
| 132 | ακένωτος (ο) , ο μη κενός | ατσένουτε (ο): |
| 133 | ακέρδητος (ο) , Αυτός που δεν κέρδισε | ατσέρδευτε (ο): |
| 134 | ακέρωτος (ο) , μη κερωμένος | ατσέρουτε (ο): |
| 135 | ακίνδυνος | ατζίνδυνε (ο): |
| 136 | ακίνδυνος (ο) | αντζίντυνε (ο): |
| 137 | ακίνητος | ατζίνητε (ο): |
| 138 | ακίνητος (ο) | ατσίνητε (ο): |
| 139 | ακλάδευτος (ο) | ατσίτσουτε (ο): |
| 140 | ακληρία (η) , η ατεκνία | ακλερία (α): |
| 141 | ακοινώνητος | ατζοινώνητε (ο): |
| 142 | ακοινώνητος (ο) | ατσοινώνητε (ο): |
| 143 | ακολουθώ , συμβαίνω , έπομαι | ακολουθού: |
| 144 | ακόμη , κι αλλο , πάλι | ακόνη: |
| 145 | ακονίζω | παρακονού: |
| 146 | ακοπάνιστος (ο) | αστούγκιστε (ο): |
| 147 | ακουμπώ | κουγκίχου: |
| 148 | ακουμπώ , αγγίζω | αποκουγκίχου: |
| 149 | ακούραστος (ο) | αμόγητε (ο): |
| 150 | ακούρευτος (ο) | άκουρε (ο): |
| 151 | άκουσα | ενοιάκα: |
| 152 | ακούω | νοίου: |
| 153 | ακόχλαστος (ο) , άβραστος | αχούχλιστε (ο): |
| 154 | άκρη (η) , το τέρμα | άκρα (α): |
| 155 | ακριβός (ο) , υψηλή τιμή | ακριβό, -ά, -ό (ο): |
| 156 | ακρίδα (η) | ακζίδα (α): |
| 157 | ακρίδα (η) | ακρίδα (α): |
| 158 | ακρινός (ο) , τελευταίος | ακρινέ, -ά -έ (α): |
| 159 | ακρογιαλιά (η) , ακροθαλασσιά , χείλος θαλάσσης | χειόθασσε (το): |
| 160 | ακτίνα (η) , μικρή σταγόνα | αχκίδα (α): |
| 161 | ακτύπητος (ο) | άντουτε (ο): |
| 162 | άκωλος (ο) , άπατος | άκωλε΄, -ε, -ε (ο): |
| 163 | αλάτι (το) | άτσι (το): |
| 164 | αλατίζω | ακίζου: |
| 165 | αλατισμένος (ο) | ακιστέ, -α, -ε (ο): |
| 166 | αλαφρύνω | αφρούκου: |
| 167 | αλβανίτικος (ο) | αρβανίτσιχο (ο): |
| 168 | αλέθω | αλέσου: |
| 169 | αλείφω | αλείφου: |
| 170 | αλεπού (η) | αλεπού (α): |
| 171 | αλέτρι που δεν έχει το υνί στη θέση του (ο) | απροσύνιαστε (ο): |
| 172 | αλεύκαντος (ο) , ακάθαρτος | αχάλετε (α): |
| 173 | αλήθεια (η) | αλήθεια (α): |
| 174 | αλιεύω | ψαρέγγου: |
| 175 | άλιωτος (ο) , ο μη λιωμένος | άλυουτε (α): |
| 176 | αλλά , όμως , μα | αμή (το): |
| 177 | άλλαγμα (το) | άτσιμο (το): |
| 178 | αλλάζω | άσσου: |
| 179 | άλλαξε | άε: |
| 180 | αλληθωρίζω | αλλοιθωρίζου: |
| 181 | αλλήθωρος (ο) | αλλοίθωρε, -ε, -ε (ο): |
| 182 | αλλοιώτικος (ο) , διαφορετικός | αλλοιότσιχο (ο): |
| 183 | άλλος, άλλη, άλλο (ο) | άλλε,α άβα, το άλλιου (ο): |
| 184 | άλλοτε | άοτε: |
| 185 | αλλού | αλλιά: |
| 186 | αλλού , αλλουνού | αού: |
| 187 | άλμη (η) | άρμη (α): |
| 188 | αλμυραίνω | αρμυραίνου: |
| 189 | αλμυρός (ο) | αρμυρέ ,-α, -έ (ο): |
| 190 | άλογο (το) | άογο (το): |
| 191 | άλογο του θεού (το) | άγο του θεού (το): |
| 192 | αλογόμυγα (η) | αογόμουζα (α): |
| 193 | αλογόμυλος (ο) | αγόμυλε (ο): |
| 194 | αλοιφή (η) | αλοιθή (α): |
| 195 | άλυτος (ο) , δεμένος , αυτός που δεν έχει λυθεί | άλυτε (α): |
| 196 | αλωνάκι (το) | αωνάτζι (το): |
| 197 | αλώνι (το) | άωνα (α): |
| 198 | αλωνίζω | αωνού: |
| 199 | αμάζευτος (ο) , ο μη μαζεμένος | αμάζουτε (α): |
| 200 | αμάραντος (ο) , ο θαλερός , ο αειθαλής | αμάραντε (το): |
| 201 | αμαρτία (η) | κρίμα (το): |
| 202 | αμαρτία (η) , αμάρτημα | αμαρκία (α): |
| 203 | αμαύρωση (η) | θαμπουμάρα (α): |
| 204 | άμαχος (ο) , ήσυχος , φιλήσυχος | άμαχο (ο): |
| 205 | αμέθυστος (ο) | αμέθυστε (ο): |
| 206 | αμελέτητος (ο) , ο αδιάβαστος | αμελέτητε (ο): |
| 207 | αμέσως , γρήγορα | δρόνια: |
| 208 | αμέσως , ευθύς | ρητά: |
| 209 | αμέτρητος (ο) , άπειρος | αμέτσητε (ο): |
| 210 | αμίλητος (ο) , άφωνος | ανίλητε (ο): |
| 211 | αμμόνι (το) , ακμόνιον | αμμόνι (το): |
| 212 | άμμος (η) | άμμο (α): |
| 213 | αμνήστευτος (ο) , αρραβώνιαστος | αρραβώνιαστε (ο): |
| 214 | άμοιρος (ο) , ο άτυχος | άμοιρε (ο): |
| 215 | αμόλυντος (ο) | αμόλευτε (ο): |
| 216 | αμπαρώνω , κλειδώνω | αμπαρούκου: |
| 217 | αμπέλι (το) , κληματαριά | άμπελε (α): |
| 218 | αμπελοκλαδεμένος , κατάρα για μικρά παιδιά | μπεοκαδιαστέ (ο): |
| 219 | αμυγδαλιά (η) | νυγδαλία (α): |
| 220 | αμύγδαλο (το) | νύγδαλε (το): |
| 221 | αναβλύζω | αναβλύζου: |
| 222 | αναβλύζω , αναβλύζω , αναπηδώ | αναβρύου: |
| 223 | ανάβολος (ο) , μέρος που βγαίνει νερό | ανάβολε (ο): |
| 224 | αναβράζω , κοχλάζω , ξαναβράζω | αναβράζου: |
| 225 | ανάβω | ανάφου: |
| 226 | αναγκάζω , βιάζω | αναγκάζου: |
| 227 | ανάγκη (η) | ανάντζη (α): |
| 228 | ανάγκη (η) | ανάτζη (α): |
| 229 | αναγνωρίζω | ανανοιρίζου: |
| 230 | αναγνώστης (ο) | αναγνώστα (ο): |
| 231 | αναγουλιάζω | αναγουλιάζου: |
| 232 | ανάγωγος (ο) , κακός ανατεθραμένος | κακανασταντέ (ο): |
| 233 | αναζητώ , ψάχνω , γυρεύω | κουνίνδου: |
| 234 | ανάθεμα (το) , αφορισμός , κατάρα | ανάθεμα (το): |
| 235 | αναθεματίζω , αφορίζω , καταριέμαι | αναθεμακίζου: |
| 236 | ανακάτεμα κρασιού με νερό (το) | μπεβάδα (α): |
| 237 | ανακατεύω | αραϊδάζου: |
| 238 | ανακατεύω , ανακατώνω | αναδέγγου: |
| 239 | ανακατώνω , ανακατώνομαι , μπερδεύω | ανακατούκου: |
| 240 | ανάλατος (ο) | άκιστε, -ε, -ε (ο): |
| 241 | αναλλαγιά (η) , βρομιά , όταν δεν έχουμε αλλάξει ρούχα | αναγία (α): |
| 242 | ανάλλαγος (ο) | ανάογο (ο): |
| 243 | αναλογίζομαι , στοχάζομαι | αναλεγούμενε: |
| 244 | ανάμα (το) , κρασί για την λειτουργία , είδος κρασιου | ανάμα (το): |
| 245 | ανάμεσα | ανάμεσα: |
| 246 | αναμιγνύω , ενώνω , σμίγω | ζινίχου: |
| 247 | άναμμα (το) , άναμμα της φωτιάς | άναμμα (το): |
| 248 | ανανεώνω , ξανανιώνω | ξανανεούκου: |
| 249 | αναπάντεχος (ο) , ο απροσδόκητος , ο απρόβλεπτος | αναπάντεχο (ο): |
| 250 | αναπνοή (η) | ανασασμό (ο): |
| 251 | ανάποδα | ανάποδα: |
| 252 | αναποφάσιστος (ο) | αναποφάσιστε (ο): |
| 253 | ανάρμεχτος (ο) | άρμευτε (ο): |
| 254 | ανασαίνω , ξεφουσκώνω | ανασαίνου: |
| 255 | ανασηκώνομαι , αναστηλώνομαι | αναταίνου: |
| 256 | ανάσκελα | ανάστζεα: |
| 257 | ανάσκελα , πίστομα | πίστομα: |
| 258 | ανασκουμπώνομαι | ανακλαϊσκούμενε: |
| 259 | ανασκουμπώνω | ανακλιάζου: |
| 260 | ανασταίνομαι , ξαναζώ | αναζού: |
| 261 | ανασταίνω | ανασταίνου: |
| 262 | Αναστασία (η) | Αναστασά (α): |
| 263 | Αναστάσιος (ο) | Αναστάσι (ο): |
| 264 | Ανάστασις (η) | Ανάσταση (α): |
| 265 | αναστεναγμός (ο) | χουίτε (ο): |
| 266 | αναστενάζω | χουίνδου: |
| 267 | αναστενάζω βαθιά | βαριαναστενάζου: |
| 268 | ανατολή (η) | ανατολή (α): |
| 269 | ανατριχίλα (η) | ανατσιχία (α): |
| 270 | αναφλέγομαι , πιάνω φωτιά | ανακαρούκου: |
| 271 | αναχαράζω | αναχαράσου: |
| 272 | Ανδρέας (ο) | Ανδρία (ο): |
| 273 | ανδρομίδα (η) , κιλίμι , μάλλινος τάπητας | τζίλικα (ο): |
| 274 | άνδυτος (ο) , μη ενδεδυμένος , γυμνός | άγγιουτε (ο): |
| 275 | ανέλπιστο (το) , απροσδόκητα , αιφνιδιαστικά | ακάτεχο (το): |
| 276 | ανέλπιστος (ο) , απρόβλεπτος , απρόσμενος | ανόρκιστε (ο): |
| 277 | ανέμη (η) | ανέμη (α): |
| 278 | ανεμογάμης (ο) , το κιρκινέζι (μετφορικά) | αλεμογάνι (ο): |
| 279 | ανεμόμυλος (ο) | ανεμόμυλε (ο): |
| 280 | άνεμος (ο) | άνεμο (ο): |
| 281 | ανεμοστρόβιλος (ο) | ανεμοστρόφιλε (ο): |
| 282 | ανεμοταραχή (η) | συνοχή (α): |
| 283 | ανεπρόκοπος (ο) | ανεπρόκοπο (ο): |
| 284 | ανερώτητος (ο) | ανερώτητε (ο): |
| 285 | ανέρωτος (ο) | ανέρουτε (ο): |
| 286 | ανεύθυνος (ο) | ανέτελε (ο): |
| 287 | ανευνούχιστος (ο) , αμουνούχιστος | ατσοκάνιστε (ο): |
| 288 | ανέχομαι | ανέγου: |
| 289 | άνηθος (ο) , μύρισμα | νύρισμα (το): |
| 290 | ανήμερος (ο) , ο άγριος , ο άξεστος | ανήμερε (ο): |
| 291 | ανήφορος (ο) | ανήφορε (ο): |
| 292 | ανθίζω , ανθώ | ανθού: |
| 293 | άνθος (το) | άνθι (το): |
| 294 | άνθος της κουφοξυλιάς (το) , ο καρπός | σαμπούκο (ο): |
| 295 | ανθρακία (η) | θράκα (α): |
| 296 | ανθρωπάκι (το) , νάννος | ανθρωπάτζι (το): |
| 297 | ανθρώπινος (ο) | ανθρώκινε (ο): |
| 298 | άνθρωπος (ο) | άνθρωπο (ο): |
| 299 | άνθρωπος (ο) | άνθρωπο (ο): |
| 300 | άνθρωπος (ο) | άτσουπο (ο): |
| 301 | άνθρωπος (ο) , με την έννοια του συζύγου | άτσωπο (ο): |
| 302 | ανοίγω | ανοίνδου: |
| 303 | ανοίγω πολύ τα σκέλη | αποστακού: |
| 304 | άνοιξη (η) | άνοιξη (α): |
| 305 | ανοιξιάτικος (ο) , εαρινός | ανοιξάτσιχο (ο): |
| 306 | ανοιχτό βήμα (το) | αποστακατία (α): |
| 307 | ανοιχτού κόκκινου χρώματος | βλάγκο (ο): |
| 308 | ανόρεχτα | βαρετά: |
| 309 | ανταμώνω , συναντώ | ανταμούκου: |
| 310 | ανταπόδωση (η) , ενίσχυση | απαδοσύνη (α): |
| 311 | αντεριά (η) | αντερία (α): |
| 312 | άντερο (το) | άντερε (το): |
| 313 | αντι του αργαλιού (το) | κισάγκι (το): |
| 314 | αντίδωρο (το) | αναφορά (α): |
| 315 | αντικρινός (ο) , απέναντι | αγκικρυνέ (ο): |
| 316 | αντίκρυ | αγκίκρυ: |
| 317 | αντικρύζω | αγκικρίζου: |
| 318 | αντίλαλος (ο) | αγκίαλε (ο): |
| 319 | αντίλαλος (ο) , ηχώ | απόφωνε (το): |
| 320 | αντιλαλώ , αντηχώ | αγκιαού: |
| 321 | αντιπροχθές | προτσιπέρι: |
| 322 | αντοχή (η) | βασταμό (ο): |
| 323 | αντρόγυνο (το) | ανδρόγυνε (το): |
| 324 | ανύφαντος , που δεν έχει υφανθεί | άφατε, -ε, -ε (ο): |
| 325 | ανώτερα | ανούτερα: |
| 326 | άξαντος (ο) , μη ξασμένος | άτσατε (ο): |
| 327 | αξεφλούδιστος (ο) | αλεφτε (ο): |
| 328 | αξίνη (η) , τσάπα | τσία (α): |
| 329 | αξύριστος (ο) | αξούριστε (ο): |
| 330 | άξυστος (ο) | άτσουτε (ο): |
| 331 | αόρατος (ο) | αόρατε (ο): |
| 332 | απ΄ έξω | αποτάτσου: |
| 333 | απάγκιο (το) , απάνεμο | απάντζι (το): |
| 334 | απαλός (ο) , μαλακός | απαλέ (ο): |
| 335 | απάνθρωπος (ο) | απάνθρωπο (ο): |
| 336 | απαραίτητος (ο) | απαραίτητε (ο): |
| 337 | απαρηγόρητος (ο) | απαρηγόρητε (ο): |
| 338 | απάτητος (ο) | απάτητε (ο): |
| 339 | απείραχτος (ο) | ακείραχτε -ε, -ε (ο): |
| 340 | απείραχτος , ακέραιος | άπρετε (ο): |
| 341 | άπειρος (ο) , αμέτρητος | άκειρε, -ε, -ε (ο): |
| 342 | απελπίζω | απολπίζου: |
| 343 | απελπισία (η) | απολπισία (α): |
| 344 | απελπισμένος (ο) | απελπιστέ (α): |
| 345 | απέναντι , αντίκρυ | αντζά: |
| 346 | απέξω | απότσου: |
| 347 | απήγανος (ο) , αρωματικό φυτό | απήγανε (ο): |
| 348 | απήδητος (ο) | ασπήδητε (ο): |
| 349 | άπιστη γυναίκα (η) | πόλκικο (α): |
| 350 | άπιστος (ο) , ο δύσπιστος , ο καχύποπτος | άκιστε (ο): |
| 351 | απλάγιαστος (ο) , ακοίμητος , ξύπνιος | απράγιαστε (ο): |
| 352 | άπλαστος (ο) , ανόητος | άπρατε (ο): |
| 353 | άπλεχτος (ο) | άπρετε (ο): |
| 354 | απλήγωτος (ο) | απλήγουτε (ο): |
| 355 | απλήρωτος (ο) | απλέρουτε (ο): |
| 356 | απλός (ο) , απαίδευτος | απλέ (α): |
| 357 | άπνιχτος (ο) | άπριτε (ο): |
| 358 | από | από: |
| 359 | από αύριο | αποταχία: |
| 360 | από εκεί | αποπά: |
| 361 | από κάτω | αποχάμου: |
| 362 | από μπροστά | αποπουρτέσε: |
| 363 | από πάνω | πανούσε: |
| 364 | από πάνω (η) | αποπανούσε: |
| 365 | από τι , αφού , αφότου | αποτσί: |
| 366 | από τώρα κιόλας | αποτάδαρι: |
| 367 | απο χαμηλά | αποχαμηά: |
| 368 | από ψηλά | αποψεά: |
| 369 | από ψηλά | αποψηά,: |
| 370 | αποβάλλω | αποβάνου: |
| 371 | αποβάλλω | απορρίχνου: |
| 372 | αποβάλλω | τσαμπρούκου: |
| 373 | αποβάλλω το άνθος (η) | διανθίζου (α): |
| 374 | αποβάλλω τον άγουρο καρπό | γαλέγγου: |
| 375 | αποβολή εμβρύου (η) , έκτρωση | ξέρισμα (το): |
| 376 | αποβραδίς (ο) | αποσπερού: |
| 377 | απογίνομαι , καταλήγω | απογινούμενε: |
| 378 | απογοητεύομαι βλέποντας , κουράζομαι | αποορού: |
| 379 | αποδεικνύω | αποδενάχου: |
| 380 | αποθερίζω | αποσεζίντου: |
| 381 | αποθώ , σπρώχνω | αποτύφου: |
| 382 | αποκάνω , κουράζω | αποποίου: |
| 383 | αποκάτω | αποκατούσε: |
| 384 | απόκερο (το) , ότι απομένει από το κερί. | απότσερε (το): |
| 385 | αποκοιμιέμαι | αποκιούφου: |
| 386 | αποκοιμιέμαι , μεταφορικά αποκοιμίζω | απομπού: |
| 387 | αποκόπτω | αποκόφου: |
| 388 | αποκοσκινίδι (το) , σκύβαλο | αποκοστζινίδι (το): |
| 389 | αποκούμμουτσο (το) , αποκόμματο | αποκούμμουτσε (το): |
| 390 | αποκούμπι (το) , στήριγμα | αποκούγκι (το): |
| 391 | απόκουρο (το) | απόκαρε (το): |
| 392 | αποκρεύω | αποκρέγγου: |
| 393 | αποκριά (η) | αποκρία (α): |
| 394 | αποκριάτικος (ο) | αποκζάτσιχο (ο): |
| 395 | αποκριές | αποκζίσε: |
| 396 | αποκρίνομαι | αποκρινούμενε: |
| 397 | απόκρυφα | απόγκζουφα: |
| 398 | αποκτώ | αποκτού: |
| 399 | αποκωλώνω | αποκωούνου: |
| 400 | απολέμητος (ο) | απολέμητε (ο): |
| 401 | απολογούμαι , αποκρίνομαι | απογούμενε: |
| 402 | απολυτός (ο) | απολυτέ (ο): |
| 403 | απολύω | απολύου: |
| 404 | απολύω | πάφου: |
| 405 | απομακρύνομαι , φεύγω μακριά | αλλαργέγγου: |
| 406 | απόμερα | απόμερα: |
| 407 | απομέσα | αποτάσου: |
| 408 | απομονωμένος (η) , μοναξιά | απόμερε (ο): |
| 409 | απονήρευτος (ο) , αγαθός | απονήρευτε (ο): |
| 410 | απονιά (η) , ασπλαχνία | απονία (α): |
| 411 | άπονος (ο) , σκληρός | άπονε (ο): |
| 412 | αποξέω | ποτσούνου: |
| 413 | αποξηλώνω | αποξηούκου: |
| 414 | αποπαίρνω , αποστομώνω | απαρίκου: |
| 415 | αποπαίρνω , προσβάλλω | αποαζίκου: |
| 416 | αποπάνω | απανούσε: |
| 417 | αποπάνω | αποτάνου: |
| 418 | απόπιομα (το) | απόκιμα (το): |
| 419 | αποπίσω | αποκίσου: |
| 420 | αποπλέκω , τελειώνω το πλέξιμο | αποπρέγου: |
| 421 | αποπλένω | αποκσύζου: |
| 422 | αποπληρώνω | αποπλερούκου: |
| 423 | απόπλυμα (το) | απόκζυσμα (το): |
| 424 | απορία (η) | αποζία (α): |
| 425 | απορρίπτω | αποξερίχου: |
| 426 | απορώ (η) | απορού: |
| 427 | αποσβήνω , σβήνω τελείος | αποπουντέχου: |
| 428 | απόσκιο (το) , σκιά | απότσα (α): |
| 429 | αποσκουπίζω , σκουπίζω καλά | αποψαίνου: |
| 430 | αποσκύβαλο (το) , το άχρηστο από το κοσκίνισμα | αποστσύβαλε (το): |
| 431 | αποσπερίτης (ο) , ο αστερισμός της Αφροδίτης | αποσπερίτη (ο): |
| 432 | αποστάζω νερό | αναλείχου: |
| 433 | απόστημα (το) | απόσταμα (το): |
| 434 | αποστομώνω | αποστομούκου: |
| 435 | αποστομώνω , προσβάλλω | αποσαούκου: |
| 436 | αποστραγγίζω | αποστραντζίχου: |
| 437 | αποσύρω | αποσούρου: |
| 438 | αποτάτης (ο) | απετάτα (ο): |
| 439 | αποτελειώνω | αποτελειούκου: |
| 440 | απότιστος (ο) | απόκιστε (ο): |
| 441 | αποτραβιέμαι , αποσύρομαι στην άκρη | ακρίζου: |
| 442 | αποτραβώ , απομακρύνω | αποτραβίντου: |
| 443 | απότρυγα , μετά τον τρύγο | απότσυγα: |
| 444 | αποτρυγώ , μετά τον τρύγο | αποτσυγού: |
| 445 | αποτυχαίνω | αποτυχαίνου: |
| 446 | αποτυχία (η) | αποτυχία (α): |
| 447 | απούλητος (ο) | απούλητε (ο): |
| 448 | αποφάγι (το) | αποφαγούιδι (το): |
| 449 | αποφάι (το) | αποφάι (το): |
| 450 | απόφαση (η) | απόφαση (α): |
| 451 | αποφασίζω | αποφασίζου: |
| 452 | αποφεύγω | αποφύου: |
| 453 | αποφορά καμμένου πράγματοςα (η) | σκουρνία (α): |
| 454 | αποχαιρετώ | αποχαιρεκίζου: |
| 455 | απόχη (η) | απόχα (α): |
| 456 | απόχη (η) | αρπάι (α): |
| 457 | απόχη (η) | πόχα (α): |
| 458 | απόχτυπος (ο) , θόρυβος , κρότος | απόχκιουπο (ο): |
| 459 | αποχτώ | αποχκίζου: |
| 460 | αποχωρίζω | αποχουζίζου: |
| 461 | άπραγος (ο) , άπειρος | άπραγο (ο): |
| 462 | άπρεπος (ο) | άπρεπο (ο): |
| 463 | Απρίλης (ο) | Απρίλη (ο): |
| 464 | Απριλιάτικος (το) | απριλιάτσιχο (το): |
| 465 | άπροικος (ο) | άπζοικο (το): |
| 466 | απρόκοπος (ο) | αστοκάματε (ο): |
| 467 | απρόκοπος (ο) | αχαΐρευτε (ο): |
| 468 | απρόσεχτος (ο) | απρόσεχτε (ο): |
| 469 | απρόσεχτος (ο) | ασομόατε (ο): |
| 470 | απροσκάλεστος (ο) | απροσκάλεστε (ο): |
| 471 | απροσκύνητος (ο) | απροστσύνητε (ο): |
| 472 | απροστάτευτος (ο) | απροστάτευτε (ο): |
| 473 | απτόητος (ο) | αφτόιστε (ο): |
| 474 | αράζω , αγκυροβολώ | αράσσου: |
| 475 | αραιά | αζιά: |
| 476 | αραιοκαματεύω | αζοκάμου: |
| 477 | αραιοπατώ | αζοπατού: |
| 478 | αραιοπλέκω | αζοπρέγου: |
| 479 | αραιός (ο) | αζιέ (ο): |
| 480 | αραίωμα (το) | άριεμα (το): |
| 481 | αραιώνω | αζέγγου: |
| 482 | αραιώνω | αριέγκου: |
| 483 | αράντιστος (ο) | αρέντιστε (ο): |
| 484 | αραπάκι (το) | αραπάτσι (το): |
| 485 | αράπης (ο) , μαύρος | αράκη (ο): |
| 486 | αραπιά (η) | αρακία (α): |
| 487 | αράπικη αρρώστια (η) | αράκικο (ο): |
| 488 | άραφτος (ο) | άραφτε (ο): |
| 489 | αράχνη (η) | κομπίο (ο): |
| 490 | αράχνη (η) , το δίχτυ της αράχνης , η μαυρίλα του τζακιού | αράχνα (α): |
| 491 | αργά τη νύχτα | άωρα: |
| 492 | αργαλειός (ο) | αργαλειέ (ο): |
| 493 | αργίτικος (ο) | αργίτσιχο (ο): |
| 494 | αργοπορώ | αργού: |
| 495 | αργοπορώ , καθυστερώ , βραδύνω | αργοπορού: |
| 496 | αργός (ο) | αργό (ο): |
| 497 | αργοσυγύριστος (ο) , που αργεί να κάνει κάτι | αργοσυγύζιστε (ο): |
| 498 | αργότερα , αργά | αργά: |
| 499 | αρέσω | αρεσκούμενε: |
| 500 | αρίζωτος (ο) | ασίντουτε (ο): |
| 501 | αριθμός (ο) | αρθιμό (ο): |
| 502 | αριστερός (ο) | αριστερέ (ο): |
| 503 | αριστερός (ο) , αριστερόχειρας | σοβλέ,σοβά,σοβλέ (ο): |
| 504 | αρμαθιά (η) | αρμάθα (α): |
| 505 | άρμεγμα (το) | άρημα (το): |
| 506 | άρμεγμα (το) | αρητέ (ο): |
| 507 | αρμέγω | αρού: |
| 508 | άρμενο του πλοίου ή του ανεμόμυλου (το) | άρμενε (το): |
| 509 | άρμεχτος | άρυτε,-ε,-ε (ο): |
| 510 | άρμη (η) , σαλαμούρα | αρμυρία (α): |
| 511 | αρμός ,άρθρωση πόρτας ή παράθυρου (ο) , άρθρωση σώματος | αρμό (ο): |
| 512 | αρνάδα (η) | βαννατζία (α): |
| 513 | αρνάκι (το) | βαννί (το): |
| 514 | αρνάκι (το) | βαννιούλι (το): |
| 515 | αρνάκι (το) , μικρό πρόβατο | αρνούλι (το): |
| 516 | αρνητής (ο) , ο απαρνητής | αρνηκή (ο): |
| 517 | αρνί (το) | βάννε (ο): |
| 518 | αρνίσιος (ο) | βάννιχο (ο): |
| 519 | αρνούμαι | αρνικούμενε: |
| 520 | αρνούμαι , δε δέχομαι , δεν αναγνωρίζω | αρνούμενε: |
| 521 | άροτρο (το) , αλέτρι | έρατσε (το): |
| 522 | αρούφητος (ο) , χωρίς να έχει ρουφηχτεί | αρούφητε (ο): |
| 523 | αρπάζω | αυράχου: |
| 524 | αρπάζω , κλέβω | κουτζουλέγγου: |
| 525 | αρπαχτά (η) , βιαστικά | αρπαξίσικα (α): |
| 526 | αρραβωνιάζω | αρραβωνιάζω: |
| 527 | άρραφτος (ο) | άσαφτε (ο): |
| 528 | αρρωσταίνω | αρρωστού: |
| 529 | αρρώστια (η) | αρρωστζία (α): |
| 530 | άρρωστος (ο) | άρρωστε (ο): |
| 531 | άρρωστος (ο) | άστρουτε (ο): |
| 532 | αρσενικό βρέφος αβάπτιστο (το) | δρακούλι (ο): |
| 533 | αρσενικό+βότανο (το) | αρσενικοβότανε (το): |
| 534 | αρσενικοβότανο (η) | σερνικοβότανε (το): |
| 535 | αρσενικοθήλυκος (ο) , ερμαφρόδιτος | αρσενικοσήλυκο (ο): |
| 536 | αρσενικός (το) | σερνικό (το): |
| 537 | άρτος (ο) , ψωμί | άντε (ο): |
| 538 | αρχίζω | αρχινίζου: |
| 539 | αρχιμηνιά (η) | αρχιμηνία (α): |
| 540 | αρχιχρονιά (η) | αρχιχρονία (α): |
| 541 | άρχοντας (ο) | άρχοντα (ο): |
| 542 | άρχοντας συμπέθερος (ο) , πλούσιος συμπέθερος | αρχοντοσυμπέθερε (ο): |
| 543 | αρχοντιά (η) | αρχογκία (α): |
| 544 | αρχοντικό (το) , σπίτι άρχοντα | αρχογκικό (το): |
| 545 | αρχόντισα (η) | αρχόγκισσα (α): |
| 546 | αρχοντοξεπεσμένος (ο) | αρχοντοξεπευτέ (ο): |
| 547 | αρχοντοπούλα (η) | αρχοντοπούα (α): |
| 548 | αρχοντόπουλο (το) | αρχοντόπουλε (το): |
| 549 | αρχύτερος (ο) , γρηγορότερος | αρχύτερε (ο): |
| 550 | ας | άνε: |
| 551 | ας | άρα: |
| 552 | ασάλευτος (ο) , αμετακίνητος | ασάλευτε (ο): |
| 553 | ασαπούνιστος (ο) | ασαπούνιστε (ο): |
| 554 | ασαράντιστος (ο) , που δεν έχει σαράντα μέρες | ασαράγκιστε (ο): |
| 555 | ασβάρνιστος (ο) | ασβάρνιστε (ο): |
| 556 | άσβηστος (ο) | απούντετε (ο): |
| 557 | ασβός (ο) | άζβο (ο): |
| 558 | ασήκωτος (ο) | ατάιστε, -ε, -ε (ο): |
| 559 | ασημάδευτος (ο) | ασημάδευτε (ο): |
| 560 | ασημένια πόρπη του επίσημου γυναικείου (η) | ασημοζούναρε (το): |
| 561 | ασημένιο κουμπί (το) | ασημοκούγκι (το): |
| 562 | ασημένιος (ο) | ασημένιε (ο): |
| 563 | ασήμι (το) | ασήνι (το): |
| 564 | ασημικό (το) | ασηνικό (το): |
| 565 | ασήμωμα (το) | ασήμουμα (το): |
| 566 | ασημώνω | ασημούκου: |
| 567 | ασθένεια (η) | αστένεια (α): |
| 568 | ασθενής (ο) | αστενή (ο): |
| 569 | ασθένια του λαιμού | σκαραντζία (α): |
| 570 | ασθένια των πουλερικών (η) | κόρυζα (α): |
| 571 | ασθενώ | αστενέγγου: |
| 572 | ασιδέρωτος (ο) | ασιδέρουτε (ο): |
| 573 | ασίτευτος (ο) | ασίτευτε (ο): |
| 574 | ασκάλιστος (ο) | ασκάλιστε (ο): |
| 575 | ασκάριστος (ο) | ασκάριστε (ο): |
| 576 | άσκαφτος (ο) | άσκαφτε (ο): |
| 577 | ασκέπαστος (ο) | απόστσεπο (ο): |
| 578 | ασκέπαστος (ο) | απούματε (ο): |
| 579 | ασκέπαστος (ο) | αστσέπαστε (ο): |
| 580 | ασκητής (ο) | αστσητή (ο): |
| 581 | ασκί (το) , τουλούμι | ακό (ο): |
| 582 | ασκόρπιστος (ο) | ασκόρκιστε (ο): |
| 583 | ασκός (ο) , ασκί | ασκόπουλε (το): |
| 584 | ασκούπιστος (ο) | ασάρουτε (ο): |
| 585 | ασκούπιστος (ο) | άψατε (ο): |
| 586 | άσμιχτα (ο) | αζίνιχτα: |
| 587 | άσμιχτα (ο) | αζίνιχτα: |
| 588 | άσμιχτος (ο) | αζίνιχτε (ο): |
| 589 | ασούρωτος (ο) | άσητε (ο): |
| 590 | ασούρωτος (ο) | ασούρουτε (ο): |
| 591 | ασπάζομαι ιερό σκεύος | ασπασκούμενε: |
| 592 | ασπάλαθος (η) , αγκαθωτός θάμνος | απαλία (α): |
| 593 | άσπλαχνος (ο) , σκληρός | άσπλαχνε (ο): |
| 594 | ασπριδερός (ο) , ασπρουλιάρικος | λεκούρι (ο): |
| 595 | ασπρίζω | λεκαρίζου: |
| 596 | ασπρόμαυρη κατσίκα (η) | λιάρα (α): |
| 597 | ασπρόχωμα (το) | λεκόχωμα (το): |
| 598 | αστανιάριστος (ο) , ο μη εφαρμοσμένος | αστανιάζιστε (ο): |
| 599 | αστάρωμα (το) , φοδράρισμα | αστάρουμα (το): |
| 600 | ασταρώνω , φοδράρω | ασταρούκου: |
| 601 | ασταύρωτος (ο) | αστάυρουτε (ο): |
| 602 | αστείρευτος (ο) | αστέρευτε (ο): |
| 603 | αστείρευτος (ο) , ανεξάντλητος | ασείρευτε (ο): |
| 604 | άστειφτος (ο) , αξεζούμιστος | αμούκρουτε (ο): |
| 605 | αστενοχώρητος (ο) | ασεκλέκιστε (ο): |
| 606 | αστενοχώρητος (ο) | αστενοχώρευτε (ο): |
| 607 | άστερκτος (ο) , δε συμφωνεί | άστρεχτε (ο): |
| 608 | άστητος (ο) , ο μη στημένος | αστάλιστε (ο): |
| 609 | αστόλιστος (ο) | αστόλιστε (ο): |
| 610 | αστοχία (η) | αστόχια (α): |
| 611 | αστοχώ | αστοχού: |
| 612 | αστράβωτος (ο) | αστράβουτε (ο): |
| 613 | αστράγαλος (ο) | ασάγαλε (ο): |
| 614 | αστράγγιστος (ο) | αστράντζιχτε (ο): |
| 615 | άστραμμα (το) | άστραμμα (το): |
| 616 | αστραπή (η) | αστραπά (α): |
| 617 | αστραπόβολο (το) | αστραπόβολε (το): |
| 618 | αστραποχαλάζι (το) | αστραπόχαζε (το): |
| 619 | αστράφτω | αστράφου: |
| 620 | αστρίμωχτος (ο) | ασίμουτε (ο): |
| 621 | αστρίτης (ο) | αστρίτα (ο): |
| 622 | άστριφτος (ο) | άσουφτε (ο): |
| 623 | άστρο (το) | άσι (το): |
| 624 | άστρο (το) | αστέζι (το): |
| 625 | αστροπελέκι (το) | αστροπελέτσι (το): |
| 626 | αστροφεγγιά (η) | αστροφεντζία (α): |
| 627 | αστροφεγγία (η) | στρουφοντζία (α): |
| 628 | αστύλωτος (ο) | αστύουτε (ο): |
| 629 | άστυφτος (ο) | άστυφτε (ο): |
| 630 | ασυγύριστος (ο) | ασυγύζιστε (ο): |
| 631 | ασύγχυτος (ο) , αστενοχώρητος | ασύχιστε (ο): |
| 632 | ασυγχώρητος (ο) | ασυχώρετε (ο): |
| 633 | ασυδαύλιστος (ο) , η φωτιά χωρίς ξύλα | ασύκρουτε (ο): |
| 634 | ασύμβαστος (ο) | ασύβαστε (ο): |
| 635 | ασυμφώνητος (ο) | ασυμφώνιστε (ο): |
| 636 | ασύφταστος (ο) , ανυπόμονος , βιαστικός | ασύφταστε (ο): |
| 637 | άσφαχτος (ο) | άθυτε (ο): |
| 638 | άσφιχτος (ο) | άσφιχτε (ο): |
| 639 | άσχημα | αχαμνά: |
| 640 | άσχημος (ο) | άστσημο (ο): |
| 641 | άσωστος (ο) , ο λανθασμένος | άσουστε (ο): |
| 642 | άσωτος (ο) , σπάταλος | άσωτε (ο): |
| 643 | ατάγιστος (ο) , νηστικός | ατάγιστε (ο): |
| 644 | αταίριαστος (ο) , ασύμφωνος | αταίζαστε (ο): |
| 645 | άτακτος (ο) , ακαταστατός | ρέμπελε (ο): |
| 646 | ατάραχος (ο) | ατάραχο (ο): |
| 647 | ατάραχτος (ο) | ατάρατε (ο): |
| 648 | άταφος (ο) | ακάκουτε (ο): |
| 649 | άταχτος (ο) | άταχτε (ο): |
| 650 | άτεκνος (ο) | άτεκνε (ο): |
| 651 | άτεκνος (ο) , χωρίς παιδιά | άκλερε (ο): |
| 652 | ατέλειωτος (ο) | ατέλειουτε (α): |
| 653 | ατέντωτος (ο) | ατέντουτε (ο): |
| 654 | ατζαμής (ο) | ατζαμή (ο): |
| 655 | ατηγάνιστος (ο) | ατεγάνιστε (ο): |
| 656 | ατιμία (η) , κακή πράξη | ακινία (α): |
| 657 | άτιμος (ο) | άκιμε (ο): |
| 658 | ατράβηχτος (ο) | ατράβητε (ο): |
| 659 | άτριφτος (ο) | άτσιφτε (ο): |
| 660 | ατρόμητος (ο) , άφοβος | ατσέματε (ο): |
| 661 | ατρύγητος (ο) | ατσύγητε (ο): |
| 662 | ατρύπωτος (ο) | ατζύπουτε (ο): |
| 663 | ατσάκιστος (ο) , άθραυστος , γερό | ακάτσουτε (ο): |
| 664 | ατσαλάκωτος (ο) | άζαρουτε (ο): |
| 665 | ατσαλώνω | ατσαλούκου: |
| 666 | ατσίμπητος (ο) | ατσίγκιστε (ο): |
| 667 | ατύλιχτος (ο) | ακύλιτε (ο): |
| 668 | αυγερινός | αυγερινέ (ο): |
| 669 | αυγό (το) | αυουγό (το): |
| 670 | αυγό της ψείρα (το) | κονία (α): |
| 671 | αυγουστιάτικο (το) | αυγουστιάτικο (το): |
| 672 | Αύγουστος (ο) | Αύγουστε (ο): |
| 673 | αυλάκι (το) | ανάτσι (το): |
| 674 | αυλάκι (το) | αυάτζι (το): |
| 675 | αυλακιά (η) | ανατσία (α): |
| 676 | αυλακιά (η) | αυατζία (α): |
| 677 | αυλακιάζω | αυατσάζου: |
| 678 | αυλή (η) | αυλή (α): |
| 679 | αυλίζω | αυλίζου: |
| 680 | αυλόγυρος (ο) | αυλόγυρε (ο): |
| 681 | άυλος (ο) , μικρόσωμος , λεπτός | άυλε (ο): |
| 682 | αυλός , φλογέρα | αυλέ (ο): |
| 683 | αυξάνω | αυγακίχου: |
| 684 | αυξάνω | αυξάνου: |
| 685 | αϋπνία (η) | αϋπνία (α): |
| 686 | άυπνος (ο) | άυπνε (ο): |
| 687 | αύρα , δροσερός αέρας | αύρα (α): |
| 688 | αύριο | ασκρία: |
| 689 | αύριο το πρωί | σύνταχα (α): |
| 690 | αυτή | ένταϊ: |
| 691 | αυτή που έχει μεγάλο στόμα (η) | τουμαρού (α): |
| 692 | αυτό που εξέχει | ζάκουρε (το): |
| 693 | αυτοί που δίνουν (ο) | δίντε: |
| 694 | αυτός | έντερι: |
| 695 | αυτός , που δεν θυμόμαστε το όνομά του , απαυτός | απόντενη: |
| 696 | αυτός με κομμένη ουρά (ο) | κοψονούρι (ο): |
| 697 | αυτός που δεν έχει πάει (ο) | άζατε (ο): |
| 698 | αυτός που δεν ιδρώνει , τεμπέλης (μεταφορικά) | ανέδρουλε (ο): |
| 699 | αυτός που δεν τρέμει | ατρεμούλιαστε (ο): |
| 700 | αυτός που εμπορεύεται μεγάλα ζώα | βαλμά (ο): |
| 701 | αυτός που έχει μεγάλα μάτια | ψιλακάρι (ο): |
| 702 | αυτός που έχει μεγάλο στόμα (ο) | τουμαρά (ο): |
| 703 | αυτός που έχει πάει | ζατέ (ο): |
| 704 | αυτός που υποφέρει από σπασμούς | φεαχτουτέ (ο): |
| 705 | αυχένας (ο) | ακούκικα (ο): |
| 706 | αφάγωτος (η) | αφάητε (α): |
| 707 | αφαιρώ τα ζιζάνια από το σπαρτό | βοτανίζου: |
| 708 | αφαλίζω | ασφαλίζου: |
| 709 | αφαλός (ο) | απαλέ (ο): |
| 710 | αφανίζω , καταστρέφω | αφανίζου: |
| 711 | αφανός (ο) , συγκεντρωμένες αφάνες που τις βάζουν φωτιά την ώρα του “Χριστός Ανέστη” | αφανέ ή φανέ (ο): |
| 712 | άφαντος (ο) , πολύ γρήγορος | άρατε (ο): |
| 713 | άφαντος (ο) , χαμένος | άφαντε (ο): |
| 714 | αφέγκη | φέγκη: |
| 715 | αφέντης (ο) , πατέρας | αφέγκη (ο): |
| 716 | αφεντιά (η) | αφεγκία (α): |
| 717 | αφεντικό (το) | αφεγκικό (το): |
| 718 | άφερτος (ο) | άφερτε (ο): |
| 719 | αφηγούμαι | αφηγούμενε: |
| 720 | αφήνω | αφήνου: |
| 721 | αφήνω , ελευθερώνω | τσαφίνου: |
| 722 | αφθώδης αρρώστια των ζώων (η) | βρωμόστομο (το): |
| 723 | αφιέρωμα | αφιέρουμα (το): |
| 724 | αφιερώνω | αφιερούκου: |
| 725 | αφίλητος (ο) | αθίλητε (ο): |
| 726 | άφοβος (ο) | άφοβο (ο): |
| 727 | αφόρετος (ο) , το καινούργιο | αφόρεστε (ο): |
| 728 | αφορίζω | αφοζίζου: |
| 729 | αφορισμός (ο) | αφοζισμό (ο): |
| 730 | αφορμή (η) | αφορμά (α): |
| 731 | αφορμή φιλονικίας (η) | συνέρι (το): |
| 732 | αφορμίζω , ερεθίζομαι | αφορμίζου: |
| 733 | αφόρτωτος (ο) , μη φορτωμένος | απότσουτε (ο): |
| 734 | αφού | αφού: |
| 735 | αφουγκράζομαι | αφιγκραζόμενε: |
| 736 | αφούρνιστος (ο) | αφούρνιστε (ο): |
| 737 | αφούσκωτος (ο) | αφούσκουτε (ο): |
| 738 | αφράτο μήλο | αφρόμαλε (το): |
| 739 | αφράτος | αφράτε (ο): |
| 740 | αφράτος (ο) | αφράκιου (ο): |
| 741 | άφραχτος (ο) | άφραχτε (ο): |
| 742 | αφρίζω | αφζίντου: |
| 743 | αφρίζω | αφρίνδου: |
| 744 | αφρόντιστος (ο) , απεριποίητος | ατσήβευτε (ο): |
| 745 | αφρός (ο) | αφρέ (ο): |
| 746 | άφρυχτος (ο) | άφρυτε (ο): |
| 747 | άφτιαχτος (ο) | άσαχτε (ο): |
| 748 | άφτιαχτος (ο) | άφκιαστε (ο): |
| 749 | άφτυστος (ο) | άφκυστε (ο): |
| 750 | αφύλαχτος (ο) | αφύατε (ο): |
| 751 | αφύσικος (ο) | αφύσικο (ο): |
| 752 | αφύτευτος (ο) | άφτιτε (ο): |
| 753 | αφύτρωτος (ο) | αθύτρουτε (ο): |
| 754 | άφωνος (ο) | άφωνε (ο): |
| 755 | αφώτιστος (ο) | αφούκιστε (ο): |
| 756 | αχάιδευτος (ο) | αχάιδευτε (ο): |
| 757 | αχάιδευτος (ο) | αχάιδευτε (ο): |
| 758 | αχαιρέτιστος (ο) | αχαιρέκιστε (ο): |
| 759 | αχάλαστος (ο) | άχατε (ο): |
| 760 | αχαλίνωτος (ο) | αχαλίνουτε (ο): |
| 761 | αχαράκωτος (ο) | αχαράκουτε (ο): |
| 762 | αχαριστία (η) | αχαζιστία (α): |
| 763 | αχάριστος (ο) | αχάζιστε (ο): |
| 764 | αχάριστος (ο) | αχάζιστε (ο): |
| 765 | άχαρος (ο) | άχαρε (ο): |
| 766 | άχεστος (ο) | άχεστε (ο): |
| 767 | αχήρευτος (ο) | αχήρευτε (ο): |
| 768 | αχινός (ο) | αχινέ ή αχινέο (ο): |
| 769 | αχλαδάκι (το) | αχραούνι (το): |
| 770 | αχλαδάρα (η) | αχραούνα (α): |
| 771 | αχλάδι (το) | αχρά (α): |
| 772 | αχλαδιά (η) | αχραΐα (α): |
| 773 | αχλαδόφυλλο (το) | αχραόφυλλε (το): |
| 774 | αχνάρι (το) , ίχνος | αχνάζι (το): |
| 775 | αχνίζω | αχνίζου: |
| 776 | αχνός (ο) | αχνέ (ο): |
| 777 | αχόλιαστος (ο) , αστεναχώρητος | αχόλιαστε (ο): |
| 778 | αχορταγίλα (η) , μη χόρτασμα , λαιμαργία | αχονταγία (α): |
| 779 | αχόρταστος (η) , λαίμαργος | αχόνταγο (ο): |
| 780 | αχρείαστος (ο) | αχσείαστε (ο): |
| 781 | αχρείος (ο) , άθλιος , ελεεινός | αχρείε, -α, -ε (ο): |
| 782 | άχρηστο (το) | αποκοψίιδι (το): |
| 783 | άχρηστος (ο) | άχσηστε (ο): |
| 784 | αχρόνιστος (ο) | αχρόνιστε (ο): |
| 785 | αχτένιστος (ο) | αχτένιστε (ο): |
| 786 | άχτιστος (ο) | άχκιστε (ο): |
| 787 | αχτύπητος (ο) | αχκιούπητε (ο): |
| 788 | αχυράκι (το) | αχούζι (το): |
| 789 | άχυρο (το) | άχουρε (το): |
| 790 | άχυρο από βίκο (το) | βικοάχουρε (το): |
| 791 | αχυροκόφινο (το) | αχουροκόθινε (το): |
| 792 | αχυρώνας (ο) | αχυρζώνα (ο): |
| 793 | αχωμάτιστος (ο) | αχωμάκιστε (ο): |
| 794 | αχώνευτος (ο) | αχώνευτε (ο): |
| 795 | αχώριστος (ο) | αχούξιστε (ο): |
| 796 | άψαχτος (ο) , αψηλάφητος | αψάφητε (ο): |
| 797 | άψητος (ο) | άφτατε (ο): |
| 798 | αψηφώ , αμελώ , αδιαφορώ | αψηφού: |
| 799 | άψινθος (ο) | ψιθί (το): |
| 800 | αψόφητος (ο) , ζωντανός | αψόφητε (ο): |
| 801 | άψυχος (ο) , αδύνατος | άψουχο (ο): |
| 802 | αψώνιστος (ο) | αψώνιστε (ο): |
| 803 | Βαγγέλης (ο) , Ευάγγελος | Βαντζέλη (ο): |
| 804 | βάζο (το) | βάζε (το): |
| 805 | βάζω , τοποθετώ , τακτοποιώ | βάνου: |
| 806 | βάζω στη σειρά , αφηγούμαι | αραϊδάζου: |
| 807 | βάζω,τοποθετώ μέσα σε ασκί | ασκοπουλιάζου: |
| 808 | βαθαίνω | βαθαίνου: |
| 809 | βαθιά | βαθία: |
| 810 | βαθμός (ο) | βαθιμό (ο): |
| 811 | βάθος (το) | βάθι (το): |
| 812 | βαθουλός (ο) | βαθιουτέ (ο): |
| 813 | βάθυνση (η) | βάθεμα (το): |
| 814 | βαθύς (ο) | βαθείε, -εία, ιού (ο): |
| 815 | βάλσαμο (το) | βάρσαμο (ο): |
| 816 | βαλτερός (ο) | βαλτερέ (ο): |
| 817 | βάλτος (ο) | βάλτε (ο): |
| 818 | βάλτος (ο) | Πελία (α): |
| 819 | βαλτότοπος (ο) | βαλτότοπο (ο): |
| 820 | βαμβάκι (το) | μπαμπάτσι (το): |
| 821 | βαμβακιά (η) | μπαμπατζία (α): |
| 822 | βαπόρι (το) | παπώρι (το): |
| 823 | βάραθον, το βόρειο μέρρος της Παλιόχωρας (το) | Δέρεση (α): |
| 824 | βάραθρο (το) , καταβόθρα | κόκιε (ο): |
| 825 | βαραίνω | βαραίνου: |
| 826 | βαρβατίλα (η) | βαρβακία (α): |
| 827 | βαρβάτος (ο) | βαρβάτε (ο): |
| 828 | βαρδάσα (η) , κίτρινο δαμάσκηνο | σηλίγδα (α): |
| 829 | βαρέλα (η) | βαγένα (α): |
| 830 | βαρετός (ο) | βαρετέ (ο): |
| 831 | βαριαστημάρα (η) | βαροσύνα (α): |
| 832 | βαρίδι (το) | βαζίδι (το): |
| 833 | βαριοέρχεται , βαριοφαίνεται , κακοφαίνεται | βαζοπαζίντα: |
| 834 | βαριοκόκαλος (ο) | βαζοκόκαλε (ο): |
| 835 | βαριόμοιρος (ο) , άτυχος | βαζόμοιρε (ο): |
| 836 | βαριοφορτώνω | βαζοποτσούνου: |
| 837 | βάρκα (η) | βάρκα (α): |
| 838 | βαρκάδα (η) , όσο φορτίο σηκώνει μία βάρκα | βαρκαϊδία (α): |
| 839 | βαρκάρης (ο) | βαρκάζη (ο): |
| 840 | βάρος | βάρι (το): |
| 841 | βάρος (το) | βάρι (το): |
| 842 | βαρούτσικος (ο) | βαζούσικο (ο): |
| 843 | βαρυγκόμι (το) , δυσαρέσκεια , δυσφορία | βαζυγκόνι (το): |
| 844 | βαρυστομαχιάζω | βαρζυστομαχιάζου: |
| 845 | βαρυχειμωνιά (η) | βαρυχειμασία (α): |
| 846 | βαρυχειμωνιά (η) | βαρυχειμωνία (α): |
| 847 | βασανίζω | βασανίζου: |
| 848 | βάσανο (το) | βάσανε (το): |
| 849 | βασίλεμα (το) | βασίλεμα (το): |
| 850 | βασιλόπιτα (η) | βασιοκολιούρα (α): |
| 851 | βασιλοπούλα (η) | βασιοπούα (α): |
| 852 | βασκαίνω , ματιάζω | βατσαίνου: |
| 853 | βασκαντήρα (η) | βασκαγκήρα (α): |
| 854 | Βασκίνα (η) | Βαστζίνα (α): |
| 855 | βασταγός (ο) , το γαϊδούρι | βασταγούζι (το): |
| 856 | βαστώ , κρατιέμαι , υπομένω | βαστάζου: |
| 857 | βάτεμα (το) , γκάστρωμα | βάτεμα (το): |
| 858 | βατεύω , γκαστρώνω | βατέγγου: |
| 859 | βάτος (ο) | αρκόβατε (ο): |
| 860 | βάτος (ο) | βατσινία (α): |
| 861 | βατούμουρο (το) | βάτσινε (το): |
| 862 | βαφή (η) , το χρώμα | βαθή (α): |
| 863 | βαφτίζω | βαφκίζου: |
| 864 | βάφτιση (η) | βαφκίσα (α): |
| 865 | βάφτιση (η) | βάφκιση (α): |
| 866 | βάφτισμα (το) | βάφκισμα (το): |
| 867 | βαφτιστικό του μωρού (το) | βαφκισίτσι (το): |
| 868 | βάφω , χρωματίζω | βάφου: |
| 869 | βγάζω | μπάνου: |
| 870 | βγάζω το ζουμί | ζουκίχου (α): |
| 871 | βγαίνω | μπαΐνου: |
| 872 | βγαίνω , ανεβαίνω , ανατέλλω | απομπαΐνου: |
| 873 | βελάζω | βελάζου: |
| 874 | βελάζω | μπακατζίζου: |
| 875 | βελάζω, για πρόβατο | βζίντου: |
| 876 | βελάνι (το) | βέλανε (ο): |
| 877 | βελανίδι (το) | φαγό (ο): |
| 878 | βελανιδιά (η) | τσούα (ο): |
| 879 | βέλασμα (το) | βέασμα (το): |
| 880 | βέλασμα προβάτου (το) | βζίτσιμο (το): |
| 881 | βελουδένιος (ο) | βεουδένιε (ο): |
| 882 | βελούδινη γυναικεία σκούφια (το) | ραξίνι (α): |
| 883 | βελούδο (το) | βεούδο (το): |
| 884 | βελούδο (το) , μεταξωτό | καμουχά (ο): |
| 885 | Βενετικό (το) , από την Βενετία | βενέκικο (το): |
| 886 | βέργα (η) | βίτσα (α): |
| 887 | βέργα (η) | σάμδα (α): |
| 888 | βερυκοκιά (η) | καϊσία (α): |
| 889 | βήμα (το) | απλάρα (α): |
| 890 | βήχας (ο) | δήχο (ο): |
| 891 | βήχω | δήχου: |
| 892 | βιάζω , πιέζω , αναγκάζω | βιάζου: |
| 893 | βιαστικά | βιαστσικά: |
| 894 | βιαστικός (ο) | βιαστσικό (ο): |
| 895 | βιασύνη (η) | ασπούδα (α): |
| 896 | βιασύνη (η) | βιάση (α): |
| 897 | βιασύνη (η) | βιάσια (α): |
| 898 | βιασύνη (η) | βιασύνα (α): |
| 899 | βίγλα (η) | δίγα (α): |
| 900 | βίδωμα (το) | βίδουμα (το): |
| 901 | βιδώνω | βιδούκου: |
| 902 | βιδωτό τρυπάνι ξύλου (το) | αζίδα (α): |
| 903 | βίκος (ο) | βίκο (ο): |
| 904 | βιολέτα (η) | βιολέτα (α): |
| 905 | βιολί (το) | βιολί (το): |
| 906 | βιολιτζής (ο) | βιολιτζή (ο): |
| 907 | βιος (το) , πλούτος | δίε (το): |
| 908 | βιός (το) , πλούτος | βίο (το): |
| 909 | βιτριόλι (το) | βιτζόλι (το): |
| 910 | βλαβερός (ο) | βλαβερέ (ο): |
| 911 | βλάπτω | βλάβου: |
| 912 | βλασταρώνω | βασταρούκου: |
| 913 | βλαστήμια (η) | βαστήμνια (α): |
| 914 | βλαστημώ | βαστημού: |
| 915 | βλαστός (ο) | βαστάρι (το): |
| 916 | βλαστός (ο) | βαστέ (ο): |
| 917 | βλαστός βρούβας (ο) | βρουβοβάσταρε (α): |
| 918 | βλαφτικός (ο) | βλαφτικό (ο): |
| 919 | βλάχικο (ο) | βάχικο (ο): |
| 920 | βλαχόπουλο (το) | βαχόπουλε (το): |
| 921 | βλάχος (ο) | βλάχο (ο): |
| 922 | βλάψιμο (το) | βλάψιμο (το): |
| 923 | βλάψιμο (το) , βλάβη | βλάμμα (το): |
| 924 | βλέμμα (το) | βλέμμα (το): |
| 925 | βλέπομαι | ορούμενε: |
| 926 | βλέπω , ορώ | ορού: |
| 927 | βλέπω , παρακολουθώ , επιτηρώ | διγλίζου: |
| 928 | βλέπω θαμπά | θαμπίζου: |
| 929 | βλήμα (το) | βόλι (το): |
| 930 | βοδάμαξα (η) | αραμπά (ο): |
| 931 | βόδι (το) | βου (το): |
| 932 | βόδι που τα κέρατά του κοιτάνε προς τα εμπρός | μπροστοτζέρι (ο): |
| 933 | βοδινός (ο) | βουϊνέ (ο): |
| 934 | βολβός (ο) | βορβό (ο): |
| 935 | βολεύει , ικανοποιεί | βοούντα: |
| 936 | βόλι (το) , σφαίρα | μπαλαρμά (ο): |
| 937 | βολικός (ο) | βολικό (ο): |
| 938 | βοριάς (ο) | βορία (ο): |
| 939 | βορινό μέρος (το) | βορινέ (ο): |
| 940 | βοσκός (ο) | βουκόλε (ο): |
| 941 | βοσκός (ο) | νεμά (ο): |
| 942 | βοσκός (ο) | νομήα (ο): |
| 943 | βοσκός καλογερικών ζώων (ο) | καογερονομήα (ο): |
| 944 | βόσκω τα ζώα | νέμου: |
| 945 | βότανο (το) | βοτάνι (το): |
| 946 | βουβαίνω | βουβαίνου: |
| 947 | βουβαμάρα (η) , σιωπή | βουβαμάγρα (α): |
| 948 | βουβός (ο) , άφωνος , μουγγός | βουβό (ο): |
| 949 | βουίζω , δημιουργώ βοη | βουίζου: |
| 950 | βούιξα | εβοΐα: |
| 951 | βουλεύομαι | βουλεγγούμενε: |
| 952 | βουλευτής (ο) | βουλευκή (ο): |
| 953 | βουλιάζω | βουλιάζου: |
| 954 | βούλιαξα | εβουλιά: |
| 955 | βουλιμία (η) | λίμα (α): |
| 956 | βουνό (το) , όρος , ακρωτήρι | σίνα (ο): |
| 957 | βούρκος (ο) | βούρκο (ο): |
| 958 | βουρτσιά (η) , καθάρισμα με βούρτσα | βουρτσία (α): |
| 959 | βουρτσίζω | φουρτσίζου: |
| 960 | βούρτσισμα (το) | φούρτσισμα (το): |
| 961 | βουτηγμένος (ο) | βουκιστέ ή βουκιαστέ (ο): |
| 962 | βουτιά (η) | βουτία (α): |
| 963 | βούτιξα | εβουκιά: |
| 964 | βούτυρο (το) | βούκιουρε (το): |
| 965 | βουτώ | βουκιάζου: |
| 966 | βραγιά (η) | πρασία (α): |
| 967 | βραδιάζει | αψηφούκουντά ένι: |
| 968 | βραδιάζει , νυχτώνει | αργαούκου: |
| 969 | βραδινός (ο) | αργακινέ (ο): |
| 970 | βράζω | βράζου : |
| 971 | βρακί (το) | βρατζί (το): |
| 972 | βρακοθηλία (η) | βρακοθελία (α): |
| 973 | βρακόσκοινο (το) | βρακόδεμα (το): |
| 974 | βράχηκα | εβρέμα: |
| 975 | βραχιόλι (το) | βραχιόλι (το): |
| 976 | βραχνιάζω | βραχνιάζου: |
| 977 | βραχνός, ή, ό (ο) | βραχνέ, -ά, -έ (ο): |
| 978 | βράχος (ο) | βράχο (ο): |
| 979 | βρεγμένος (ο) | βρετέ (ο): |
| 980 | βρέφος (το) , μωρό | νήκι (το): |
| 981 | βρέχω | βρέχου: |
| 982 | βρήκα | ερέκα: |
| 983 | βρίζω | βζίζου: |
| 984 | βρίζω | βρίζου: |
| 985 | βρικόλακας (ο) | βουρκόακα (ο): |
| 986 | βρισιά (η) | βζισία (α): |
| 987 | βρισιά (η) | βρισία (α): |
| 988 | βρίσκω | ερέχου: |
| 989 | βρίσκω | ερίκου: |
| 990 | βρόμα (η) | βρόμα (α): |
| 991 | βρομίζω | βρονίζου: |
| 992 | βροντή (η) | βροντά (α): |
| 993 | βρούβα (η) | βρούβα (α): |
| 994 | βροχή (η) | βρέχο (ο): |
| 995 | βροχή (η) | βροχή (α): |
| 996 | βρόχι (το) , δίχτυ | βρόχι (το): |
| 997 | βροχότερος (ο) | βροχότσαιρε (ο): |
| 998 | βρύση (η) | βζύση (α): |
| 999 | βρύση (η) , πηγή | βρύση (α): |
| 1000 | βρώμα (η) , ακαθαρισία | θύε (α): |
| 1001 | βρώμικη δουλειά (η) | βρωμοδουλεία (α): |
| 1002 | βρωμολογώ (η) | βρωμογού: |
| 1003 | βρωμώ | βρωμού: |
| 1004 | βρωμώ | ζυρογού: |
| 1005 | βυζαίνω | βυζαίνου: |
| 1006 | βυζαίνω | μουνδού: |
| 1007 | βυθίζομαι | βυθίζου: |
| 1008 | βυθίζω | βουκίζου: |
| 1009 | βύθιση (η) | βούλιαγμα (το): |
| 1010 | βυθός (ο) | βυθέ (ο): |
| 1011 | βυσσινιά (η) | βυσσινία (α): |
| 1012 | βύσσινο (το) | βύσσινε (το): |
| 1013 | βώλος (ο) | ζβώλε (ο): |
| 1014 | γαβάθα (η) | καβάθα (α): |
| 1015 | γαβάθι (το) | καβάθι (το): |
| 1016 | γάζωμα (το) | γάζουμα (το): |
| 1017 | γαζώνω | γαζούκου: |
| 1018 | γάϊδαρος (ο) | όνε (ο): |
| 1019 | γαϊδουράγκαθο (το) | γαϊδουρόκουλε (ο): |
| 1020 | γαϊδουρινός (ο) | γαϊδουρινέ (ο): |
| 1021 | γάλα (το) | γα (το): |
| 1022 | γαληνεύω | γαληνέγγου: |
| 1023 | γαλήνη (η) | γάλεμα (το): |
| 1024 | γαμπριάτικο (το) | γαμπζάτσιχο (ο): |
| 1025 | γαμπριάτικος (η) | γαμπζικό (α): |
| 1026 | γαμπρός (ο) | γαμπρέ (ο): |
| 1027 | γανώνω , κασσιτερώνω | γανούκου: |
| 1028 | γανωτής (ο) | γανώση (ο): |
| 1029 | γαρίφαλο (το) | γαρούφα (το): |
| 1030 | γατάκι (το) | κατζούλι (το): |
| 1031 | γαυγίζω | καούνδου: |
| 1032 | γδέρνω | νδείρου: |
| 1033 | γείτονας (ο) | γείτονα (ο): |
| 1034 | γειτόνισσα (η) | γειτόνισσα (α): |
| 1035 | γελασμένος (ο) | γιαστέ (ο): |
| 1036 | γελώ , απατώ | γεού: |
| 1037 | γεμάτο ως τις απουζάνες (το) | απουζανάτσικο (το): |
| 1038 | γεμάτος (ο) | γιομάτε (ο): |
| 1039 | γεμίζω | γιομίνου: |
| 1040 | γέμιση (η) | γιόμισι (ο): |
| 1041 | γενεά (η) , συγγένεια | γενία (α): |
| 1042 | γένεια (το) | γένεια (το): |
| 1043 | γέννα (η) , τοκετός | γέννα (α): |
| 1044 | γεννώ | γεννού: |
| 1045 | γερανός (ο) | γερανέ (ο): |
| 1046 | γέρνω , κλίνω | βαΐζου: |
| 1047 | γεροκόμος (ο) , που περιποιείται γέρους | γεροκόμο (ο): |
| 1048 | γερός (ο) | έντουρε (ο): |
| 1049 | γέρος (ο) | γέρου (ο): |
| 1050 | γερός (ο) , στερεός | βασταγερέ (ο): |
| 1051 | γερός (ο) , υγιής | γερέ (ο): |
| 1052 | γεύομαι | γεγγούμενε: |
| 1053 | γεύση (η) | γέψι (α): |
| 1054 | γέφυρα (η) | γιοθύρι (το): |
| 1055 | γεφύρι (η) | δοχύρι (το): |
| 1056 | γεφύρι (το) | γεφύρι (το): |
| 1057 | Γεωργία (η) , η γυναίκα του Γιώργου | Γεωργού (α): |
| 1058 | γεωργός (ο) | γεωργό (ο): |
| 1059 | Γεωργούλα (η) | Γεωργούα (α): |
| 1060 | γη (η) | γη (α): |
| 1061 | γηράσκω | γερού: |
| 1062 | γηρατειά | γερακεία: |
| 1063 | γηροκομείο (το) | γεροκονείε (το): |
| 1064 | για ζώα που ενοχλούνται από έντομα | βοτσίου: |
| 1065 | γιαγιά (η) | μαμμού (α): |
| 1066 | γιαλίζω | γιαλίζου: |
| 1067 | γιαούρτι (το) | γεργούκι (το): |
| 1068 | γιατί | γιατσί: |
| 1069 | γιατρεύω | γιατρέγγου: |
| 1070 | γιατριά (η) , θεραπεία | γιατρεία (α): |
| 1071 | γίδα (η) | αίγα και αιγίδα (α): |
| 1072 | γίνομαι | γινούμενε: |
| 1073 | γίνομαι | ναθού: |
| 1074 | γίνομαι | ναχούμενε: |
| 1075 | γίνομαι αρσενικός(για φυτά) | αρσενικούκου: |
| 1076 | γίνομαι άρχοντας | αρχοντέγγου: |
| 1077 | γίνομαι κακός | κουνέγγου: |
| 1078 | γίνομαι λόγκος , γεμίζω με χαμόκλαδα | ογκουκούμενε: |
| 1079 | γίνομαι πράος | πραγαλιάζου: |
| 1080 | γινωμένος (ο) , ώριμος | νατέ (ο): |
| 1081 | γιορτάζω | γιορτάζου: |
| 1082 | γιορτή (η) | γιορτά (α): |
| 1083 | γιορτή του Ευαγγελισμού (η) | Βαγγελισμού: |
| 1084 | γιός (ο) | υζέ (ο): |
| 1085 | γκαβός (ο) , αλλοίθωρος | γκαβό (ο): |
| 1086 | γκαρίζω | αγκαρίζου: |
| 1087 | γκάρισμα του γαϊδάρου (ο) | αγκαριστέ (ο): |
| 1088 | γκαστρώνω | αποκαλούκου: |
| 1089 | γκαστρώνω | αποκαούκου: |
| 1090 | γκρεμίζω | γκρενίχου: |
| 1091 | γκρέμισμα (το) | βροντάιμα (το): |
| 1092 | γκρεμός (ο) | εγκρεμνέ (ο): |
| 1093 | γκρινιάζω , μουρμουρίζω , μαλώνω | γκρυνιάζου: |
| 1094 | γλείφω | λείχου: |
| 1095 | γλιστερή κατηφόρα (η) | λιουτσαντρία (α): |
| 1096 | γλίστρισα | ελιουτσάγκα: |
| 1097 | Γλιστρώ από κάτι γυαλιστερό | απογλειφαδούκου: |
| 1098 | γλυκερός (ο) | γλυτζερέ (ο): |
| 1099 | γλυτώνω , απαλλάσσω , σώζω | γλυτούκου: |
| 1100 | γλυφός (ο) | γλυφό (ο): |
| 1101 | γλώσσα (η) | γρούσσα (α): |
| 1102 | γνέθω , νήθω | νέσου: |
| 1103 | γνέσιμο (το) | νέσιμο (το): |
| 1104 | γνώμη (η) | γνώνη (α): |
| 1105 | γνωρίζω | νοιρίζου: |
| 1106 | γνώση (η) | γνώσι (α): |
| 1107 | γογγύλι (το) | γογγύλι (το): |
| 1108 | γομάρι (το) | γουμάρι (το): |
| 1109 | γόνατο (το) | γούνα (το): |
| 1110 | γονιός (ο) , ο πατέρας | γονήα (ο): |
| 1111 | γοργά | γουργά: |
| 1112 | γουλιά (η) | γουλία (α): |
| 1113 | γούνα (η) | γούνα (α): |
| 1114 | γουργουρίζω | γουργουρίζου: |
| 1115 | γούρνα (η) | γούρνα (α): |
| 1116 | γουρουνάκι (το) | κοσκούνι (το): |
| 1117 | γουρούνι (το) | χιουρί (το): |
| 1118 | γοφός (ο) | εγγοφό (ο): |
| 1119 | γράμμα (το) | γράμμα (το): |
| 1120 | γραμματική (η) | γραμμακιτζή (α): |
| 1121 | γραφή (η) | γραθή (α): |
| 1122 | γράφω | γράφου: |
| 1123 | γρήγορα | ογλήγορα: |
| 1124 | γριά (η) | γρήα (α): |
| 1125 | γροθιά (η) | γροτία (α): |
| 1126 | γρόνθος (ο) , χούφτα | γρότε (ο): |
| 1127 | γρυλλιζω | κουίζου: |
| 1128 | γυαλί (το) | γυαλί (το): |
| 1129 | γυμνός (ο) | άρκανε (ο): |
| 1130 | γυμνός (ο) | γυμνέ, ά, έ (ο): |
| 1131 | γυμνοσάλιαγκας (ο) | βείλε (ο): |
| 1132 | γυμνοσάλιαγκος (ο) | δείλε (ο): |
| 1133 | γυμνώνω | γυμνούκου: |
| 1134 | γυναίκα (η) | γουναίκα (α): |
| 1135 | γυναίκα με φρύδια σαν γαϊτανι (η) | γαϊτανοφσύδα (α): |
| 1136 | γυναίκα σπάταλος (η) | ξεδρεμελιουρώ (α): |
| 1137 | γυναίκα χονδροειδεστάτη και αποτομη (η) | δρογγάρα (α): |
| 1138 | γυρίζω | γιουρίζου: |
| 1139 | γύρος (ο) | γιούρε (ο): |
| 1140 | γύρος της σήτας (ο) , κρισάρα | βεζία (α): |
| 1141 | γύψος (ο) | γύψε (ο): |
| 1142 | γωνιά (η) | γωνία (α): |
| 1143 | γωνία (η) | αγκωνή (α): |
| 1144 | δάγκαμα (το) | κάτσιμα (το): |
| 1145 | δαγκώνω , μασάω , τρώω | κατσίνου: |
| 1146 | δάγκωσα | εκατσήκα: |
| 1147 | δαδί (το) | δαδί (το): |
| 1148 | δαδί (το) | ιδαϊδι (το): |
| 1149 | δάκρυ (το) | δάκρυ (το): |
| 1150 | δακρύζω | δακρύζου: |
| 1151 | δάκτυλο (το) | δάτυλε (ο): |
| 1152 | δαμασκηνιά (η) | δαμασκουλία (α): |
| 1153 | δαμάσκηνο (το) | δαμάσκουλε (το): |
| 1154 | δανείζω | δανείνδου: |
| 1155 | δαρμένος (ο) | ροκοδαρτέ,-ά,-έ (ο): |
| 1156 | δαρμένος (ο) , χτυπημένος | δαρτέ (ο): |
| 1157 | δάσκαλος (ο) | δάσκαλε (ο): |
| 1158 | δάσος (το) | δάσι (το): |
| 1159 | δασωμένος (ο) | δασουτέ (ο): |
| 1160 | δάφνη (η) | αφρία (α): |
| 1161 | δάφνη (η) | λαφρία (α): |
| 1162 | δαφνοκούκουτσο (το) | δαφνοελία (α): |
| 1163 | δαχτυλήθρα (η) | δαχκυλήθρα (α): |
| 1164 | δαχτυλίδι (το) | δακυλίδι (το): |
| 1165 | δαχτυλίδι των αρραβώνων (το) | βεργέτα (α): |
| 1166 | δειλιάζω | δειλιάζου: |
| 1167 | δειλινό (το) | δειλινέ (το): |
| 1168 | δειλός (ο) | δειλέ (ο): |
| 1169 | δείπνος (ο) | δείπινε (ο): |
| 1170 | δειπνώ | δειπινού: |
| 1171 | δείχνω | δενάχου: |
| 1172 | δεκανίκι (το) | δοκανίτζι (το): |
| 1173 | δεκαριά (η) | δεκαρία (α): |
| 1174 | δεκατίζω | δεκακίζου: |
| 1175 | Δεκέμβριος (ο) | δετζέμπρι (ο): |
| 1176 | δέμα (το) | δέμα (το): |
| 1177 | δεμάτι (το) | δεμάκι (το): |
| 1178 | δεν | ώ: |
| 1179 | δεν είμαι | ωμ =ώνι: |
| 1180 | δεν είναι | ούνι: |
| 1181 | δεν έχω χρήματα , ασήμωτος | ασήμουτε (ο): |
| 1182 | δεν ήσαν | ούγκι: |
| 1183 | δεν ξεκουράστηκε | αστάλιαστε (ο): |
| 1184 | δενδρογαλιά (η) | δενδρογαλία (α): |
| 1185 | δέντρο (το) | δεντζικό (το): |
| 1186 | δέντρο γάβρος (το) | γάβρε (ο): |
| 1187 | δεντρομολόχα (η) | δενδρομόχα (α): |
| 1188 | δένω | δεΐνου: |
| 1189 | δεξιά | δεξιά: |
| 1190 | δέρμα βοδιού (το) | βουϊοπέτσι (το): |
| 1191 | δέρνομαι , κτυπιέμαι | σαϊχούμενε: |
| 1192 | δέρνω | σαΐχου: |
| 1193 | δέρνω , χτυπώ | δέρου: |
| 1194 | Δέσποινα (η) , Παναγία | Δέσποινα (α): |
| 1195 | δεσπότης (ο) | δεσπόκη (ο): |
| 1196 | δευτέρα (η) | δεύτερα (α): |
| 1197 | δεύτερος (ο) | δεύτερε (ο): |
| 1198 | δέχομαι | δεχούμενε: |
| 1199 | δήθεν | τάχα: |
| 1200 | Δήμητρα (η) | Δηνητρού (α): |
| 1201 | Δημήτρης (ο) | Δηνήτρη (ο): |
| 1202 | δια | για: |
| 1203 | διαβάζω , αναγινώσκω | ζβαΐχου: |
| 1204 | διάβασα | εβζαΐα: |
| 1205 | διάβαση (η) | γιάβα (το): |
| 1206 | διάβαση (η) | διάβα (το): |
| 1207 | διαβασμένος (ο) , μορφωμένος | ζβαϊστέ (ο): |
| 1208 | διαβάτης (ο) | γιαβάτα (ο): |
| 1209 | διαβολιά (η) , ζαβολιά | διαβολία (α): |
| 1210 | διάβολος (ο) | διάβολε (ο): |
| 1211 | διάζομαι | ασσούμενε: |
| 1212 | διάθεση (η) | διάθεση (α): |
| 1213 | διαθήκη (η) | διαθήτζη (α): |
| 1214 | διαιρώ | διαιρού: |
| 1215 | διάκονος (ο) | διάκο (ο): |
| 1216 | διακρανίζω | διακριανίζου: |
| 1217 | διακρίνω | διακρίνου: |
| 1218 | διάκριση (η) | διάκριση (α): |
| 1219 | διαλαλώ | διαού: |
| 1220 | διαλέγω | ζαλέχου: |
| 1221 | διάλεξα | εζαλέα: |
| 1222 | διαμαντένιος (ο) | γιαμαντένιε (ο): |
| 1223 | διαμάντι (το) | γιαμάγκι (το): |
| 1224 | διαμοιράζω | διαμεράχου: |
| 1225 | διαπόμπευση (η) | πογκή (α): |
| 1226 | διαπραγματεύομαι | προξενέγγου: |
| 1227 | διαρρέω , τρέχω | πρέου: |
| 1228 | διάρροια (η) | διάροια (α): |
| 1229 | διάρροια (η) , τίλημα | τσίρλα (α): |
| 1230 | διασκεδάζω , το ρίχνω έξω | ξεδουκούμενε: |
| 1231 | διάστρα (η) , το μέρος όπου διαζόμαστε το στημόνι για την ύφανση | ασσίσα (α): |
| 1232 | διαστρέφω | διαστρέφου: |
| 1233 | διαταγή (η) | διαταγή (α): |
| 1234 | διατάζω | διατάσσου: |
| 1235 | διαφεντεύω | αφεντέγγου: |
| 1236 | διαφεντεύω | διαφεντέγγου: |
| 1237 | διαφορετικός (ο) | διαφορετικό (ο): |
| 1238 | διαφορετικός (ο) , καλύτερος | άτερε (ο): |
| 1239 | δίδυμα | ζυμαρικά: |
| 1240 | Διήγημα | αφήγημα (το): |
| 1241 | διηγούμαι | διηγικούμενε: |
| 1242 | διηθώ , διυλίζω , σουρώνω | ασού: |
| 1243 | δίκαιος (ο) | δίτζαιε (ο): |
| 1244 | δικαιώνω | διτζαιούκου: |
| 1245 | δικέλι (το) | δικέλι (το): |
| 1246 | δικός (ο) | δικό (ο): |
| 1247 | δικράνι (το) | διακριάνι (το): |
| 1248 | δίνω | δίου: |
| 1249 | διορθώνω | διορθούκου: |
| 1250 | διορίζω | διορίζου: |
| 1251 | διόσμος (ο) | ηδυάσμο (ο): |
| 1252 | δίπλα | δίπα: |
| 1253 | δίπλα (η) , τσακώνικο γλυκό | δίπα (α): |
| 1254 | διπλούς κόπανος (η) | δικοπάνα (α): |
| 1255 | διπλώνω | διπρούκου: |
| 1256 | δισέγγονος (το) | διγγόνι (το): |
| 1257 | δίσκος (ο) | δίσκο (ο): |
| 1258 | διστάζω | διστάζου: |
| 1259 | διχόνοια (η) | διχόνοια (α): |
| 1260 | δίχτυ (το) | δίχτυ (το): |
| 1261 | δίχτυ της αράχνης (το) | αραχνία (α): |
| 1262 | δίχως | δίχως: |
| 1263 | δίψα (η) | δίψα (α): |
| 1264 | διψώ | διψού: |
| 1265 | διψώ φοβερά | πασπαλίου: |
| 1266 | διωρία (η) | διωρία (α): |
| 1267 | διώχνω | μπλέγγου: |
| 1268 | διώχνω ζώα , προγκάω | προντζίχου: |
| 1269 | δόκανο (το) | δόκανε (το): |
| 1270 | δοκάρι (το) | δοκάρι (το): |
| 1271 | δοκιμάζω | δοτζιμάζου: |
| 1272 | δοκιμή (η) | δοτζινή (α): |
| 1273 | δολιεύομαι , σκέφτομαι πονηρά, δόλια | δολιεγγούμενε: |
| 1274 | δόλιος (ο) | δόλιε (ο): |
| 1275 | δόλος (ο) | δόλε (ο): |
| 1276 | δόντι (το) | όντα (ο): |
| 1277 | δόξα (η) | δόξα (α): |
| 1278 | δοξάζω | δοξάζου: |
| 1279 | δοξάρι (το) | δοξάρι (το): |
| 1280 | δόση (η) | δόση (α): |
| 1281 | δουλειά (η) | δουλεία (α): |
| 1282 | δουλευτής (ο) | δουλευκή (ο): |
| 1283 | δουλεύτρα (η) | δουλεύτρα (α): |
| 1284 | δουλεύω | δουλέγγου: |
| 1285 | δράκος (ο) | δράκο (ο): |
| 1286 | δρασκελιά (η) | αδρατζελία (α): |
| 1287 | δρεπάνι (το) | δραπάνι (το): |
| 1288 | δρεπάνι (το) | ξαλί (το): |
| 1289 | δρόμος (η) | πορεία (α): |
| 1290 | δρόμος με στροφές (η) , στροφές | αναγανία (α): |
| 1291 | δροσερός (ο) | βασερέ (ο): |
| 1292 | δροσερός (ο) | δροσερέ (ο): |
| 1293 | δροσιά (η) | δροσιά (α): |
| 1294 | δροσιζω | δροσίζου (α): |
| 1295 | δύναμη (η) | δένανη (α): |
| 1296 | δυναμώνω | δεναμούχου: |
| 1297 | δυναμώνω , αυξάνομαι | συδούκου και συδίου: |
| 1298 | δυνατή πορδή (η) | πούνδακα (ο): |
| 1299 | δυνατός (ο) , ισχυρός | δενατέ, ά, έ (ο): |
| 1300 | δυνατός κρότος (ο) | βρόντε (ο): |
| 1301 | δύο | δύου ή δυ΄: |
| 1302 | δυόσμος (ο) | δυάσμο (ο): |
| 1303 | δυσαρεστούμαι | βαζυγκονίζου: |
| 1304 | δύσβατος (ο) | δύσβατε (ο): |
| 1305 | δυσεντερία (η) | λυσεντερία (α): |
| 1306 | δύση (η) | δύση (α): |
| 1307 | δύση του ηλίου (η) | κάγγιουμα (το): |
| 1308 | δυσκινησία (η) | νώθα (α): |
| 1309 | δυσκολεύω | δυσκολέγγου: |
| 1310 | δυσκολία (η) | δυσκολία (α): |
| 1311 | δύσκολος (ο) | δύσκολε (ο): |
| 1312 | δυστυχής (ο) | δύστυχο (ο): |
| 1313 | δυστυχής (ο) , έρημος | άραχνε (ο): |
| 1314 | δυστυχία (η) | δυστυχία (α): |
| 1315 | δυστυχισμένος (ο) | δυστυχιστέ (ο): |
| 1316 | δυστυχώ | δυστυχού: |
| 1317 | δύω | δύου (α): |
| 1318 | δώδεκα | δώδεκα: |
| 1319 | δωρεά (η) | δωρά (α): |
| 1320 | δώσω | δου: |
| 1321 | εάν | αν: |
| 1322 | εαυτός | εαυτέ (ο): |
| 1323 | έβαλα | εβαλήκα: |
| 1324 | έβαψα | εβάβα: |
| 1325 | έβγαλα | εμπαλήκα: |
| 1326 | εβδομάδα (η) | εβδιμά (α): |
| 1327 | εβδομήντα | εβδομήντα: |
| 1328 | έβδομος (ο) | έφτατε (ο): |
| 1329 | έβρασα | εβρά: |
| 1330 | έβρεξα | εβρέα: |
| 1331 | έβρισα | εβρία: |
| 1332 | εγγονή (η) | έγγονε (α): |
| 1333 | εγγόνι (το) | εγγόνι (το): |
| 1334 | εγγονος (ο) | έγγονε (ο): |
| 1335 | εγγυητής (ο) | εγγυητή (ο): |
| 1336 | εγγυητής (ο) | νδζουκή (ο): |
| 1337 | εγγυώμαι | εγγυϊκούμενε: |
| 1338 | εγγυώμαι | νδζουκούμενε: |
| 1339 | έγεινα | ενάμα: |
| 1340 | έγινα καλά (το) | εγιάγκα: |
| 1341 | εγκαινιάζω | εγκαινιάζου: |
| 1342 | εγκάρδιο ξύλο του εργαλειού (το) | γκαρδιόκαλε (το): |
| 1343 | εγκαταλειμμένος , αφημένος | αφητέ, -ά, -έ (ο): |
| 1344 | εγκαταλελειμένος (ο) | έρμο (ο): |
| 1345 | έγκυος (η) | απόκαλε (α): |
| 1346 | έγλειψα | ελεία: |
| 1347 | έγνεσα | ενέκα: |
| 1348 | εγνώρισα | ενοιρία: |
| 1349 | εγώ | εζού: |
| 1350 | έδειξα (η) | εδενά: |
| 1351 | έδειρα | εδάρκα: |
| 1352 | έδειρα | εσαΐα: |
| 1353 | έδυσα | εδούκα: |
| 1354 | εδώ | ωγί: |
| 1355 | έδωσα | εδούκα: |
| 1356 | έζεψα | εζεύα: |
| 1357 | έζησα | εζήκα: |
| 1358 | έθρεψα | εσέβα: |
| 1359 | είδα | εοράκα: |
| 1360 | είδος αχλαδιού (το) | βουκιουραχρά (α): |
| 1361 | είδος βιολιού (το) | λύρα (α): |
| 1362 | είδος ελιάς | λειανομάνακο (το): |
| 1363 | είδος ελιάς (η) | μυρολία (α): |
| 1364 | είδος κλήματος (το) | φτατζούλι (το): |
| 1365 | είδος κρασιού (το) , κρασί από τα σταμφύλια | στροφυλιά (α): |
| 1366 | είδος μασσιάς (η) | κλειδοκόπανε (ο): |
| 1367 | είδος μεγαλόσωμης ακρίδας που ζει μοναχικά (το) | βρούχο (ο): |
| 1368 | είδος μικρόυ βλίτου (το) | ονόβλιτε (το): |
| 1369 | είδος πυκνής ραφής (το) | γαζί (το): |
| 1370 | είδος σκουληκιού | πέτακα (ο): |
| 1371 | είδος φυτού (το) | μέλεγος (ο): |
| 1372 | είδος φυτού , (η) , βότανο για ζώα | σκάρθη (α): |
| 1373 | είδος φυτού του Πάρνωνα (η) | χαμωλία (α): |
| 1374 | είδος χόρτου (το) | κοκαλία (α): |
| 1375 | είδωλο (το) | είδουλε (το): |
| 1376 | είθε , μακάρι | άμποτε: |
| 1377 | εικόνισμα (το) | εικόνα (α): |
| 1378 | εικοσαριά (η) | εικοσαρία (α): |
| 1379 | είμαι | ένι: |
| 1380 | είμαι μακριά , απουσιάζω | λειπέγγου: |
| 1381 | είμεθα | έμε: |
| 1382 | είναι | ένι: |
| 1383 | είναι | ίνι: |
| 1384 | είπα | επέκα: |
| 1385 | Ειρήνη (η) | Ερήνη: |
| 1386 | εις | σε: |
| 1387 | εις το έπακρον , στα άκρα | άπακρε: |
| 1388 | είσαι | έσσι: |
| 1389 | είσαστε | έταϊ: |
| 1390 | είστε | έτε (το): |
| 1391 | έκαμα να χολιάση | εχολιακούκα: |
| 1392 | έκανα | εμποίκα: |
| 1393 | έκαψα | εδάκα: |
| 1394 | εκδίκηση (η) | εγδίκησι (α): |
| 1395 | εκδικητής (ο) | εγδιτζηκή (ο): |
| 1396 | εκδικούμαι | εγδικούμενε: |
| 1397 | εκεί | οπά: |
| 1398 | εκεί , εκεί δα | όρπα: |
| 1399 | εκεί πέρα | παπέρε: |
| 1400 | εκείνο | έκεινι: |
| 1401 | εκείνος | ετήνε: |
| 1402 | εκείνος | έτηνερί: |
| 1403 | εκείνος να | ετηνερορή: |
| 1404 | έκλαψα | εβάκα: |
| 1405 | έκλεψα | εκρέβα: |
| 1406 | εκόπιασα | εκοκιά: |
| 1407 | εκούνησα | εσαλήκα: |
| 1408 | εκουρκούμιασα | ετσουτσουράκα: |
| 1409 | εκπίπτω , ξεπέφτω | ξεπέφου: |
| 1410 | εκποιώ , ξεκάμνω , ξεπουλώ | ξεποίου: |
| 1411 | έκτισα | εχκία: |
| 1412 | έκτος | έξατε: |
| 1413 | εκτυλίσσω , ξετυλίγω | ξεκυλίγου: |
| 1414 | έλα | έα: |
| 1415 | ελαιοτριβείον (το) | λιητριδείε (το): |
| 1416 | ελαιόφυλλο (το) | λιόφυο (το): |
| 1417 | έλατο (το) | έατε (ο): |
| 1418 | ελάττωμα (το) | ψεγάδι (το): |
| 1419 | ελάφι (το) | έαφο (α): |
| 1420 | ελαφρός αέρας (ο) | αέρι (το): |
| 1421 | ελαφρύνω | αφραίνου: |
| 1422 | ελαφρύς (ο) | αφρέ, -ά, έ (ο): |
| 1423 | ελάφρωμα (το) | άφρουμα (το): |
| 1424 | ελάχιστο (το) , το παραμικρό | ασπρού (το): |
| 1425 | ελεημοσύνη (η) | ελεημοσύνα (α): |
| 1426 | Ελένη (η) | Λένη (α): |
| 1427 | ελευθερία (η) | ελευτερία (α): |
| 1428 | ελεύθερος (ο) | ελεύτερε (ο): |
| 1429 | ελευθερώνω | ελευτερούκου: |
| 1430 | ελεύκανα | εχαλαίγκα: |
| 1431 | ελεώ | ελεού: |
| 1432 | έλθω | μόλου: |
| 1433 | ελιά (η) | ελία (α): |
| 1434 | ελιά (η) | μανάκι (το): |
| 1435 | έλιασα , άπλωσα στον ήλιο | ελιά: |
| 1436 | έλιωσα | ελιούκα: |
| 1437 | έλλειψη (η) | έλλειψη (α): |
| 1438 | ελλιπής (ο) , λειψανέβατος | λειψέ (α): |
| 1439 | ελπίδα (η) | ελπίδα (α): |
| 1440 | ελπίζω | ελπίζου: |
| 1441 | ελπίζω | ολπίζω: |
| 1442 | έλυσα | ελύκα: |
| 1443 | εμάτιασα | εψιλία: |
| 1444 | εμείς | εμούνανε: |
| 1445 | εμείς | ενεί: |
| 1446 | εμένα | ενίου: |
| 1447 | εμετός (ο) | τσίμημα (το): |
| 1448 | εμπάζω , βάζω κάποιον μέσα | μπαΐχου: |
| 1449 | εμπαιγμός (το) , κοροϊδία | ανάμπαισμα (το): |
| 1450 | έμπλαστρο (το) | μπάστρι (το): |
| 1451 | εμποδίζω , καθυστερώ | αλλικογκίζου: |
| 1452 | εμπόδιο (το) | εμπόδιε (το): |
| 1453 | εμπόδιο (το) , αντιστάτης | αγκιβάτα (ο): |
| 1454 | εμπόδιο (το) , η καθυστέρηση | αλλικόγκι (το): |
| 1455 | εμύρισα | ενυρία: |
| 1456 | ενάντιος (ο) | ενάντιε (ο): |
| 1457 | ενάρετος (ο) | ενάρετε (ο): |
| 1458 | ένδυμα (το) | όγγιουμα (το): |
| 1459 | ενθύμημα (το) | θύνημα (το): |
| 1460 | ενθυμίζω | θυνίχου: |
| 1461 | εννέα (το) | ενία (το): |
| 1462 | εννιάμερα | εννιάϊμερα: |
| 1463 | έννοια (η) | έννοια (α): |
| 1464 | εννοώ , καταλαβαίνω | νοιούκου: |
| 1465 | ενοικιάζω | νοιτζιάζου: |
| 1466 | ενοίκιο (το) , νοίκι | νοίτζι (το): |
| 1467 | ενόχληση (η) | ενόχλησι (α): |
| 1468 | ενόχληση (η) | όχλησι (α): |
| 1469 | εντολή (η) | εντολή (α): |
| 1470 | έντομο με έντονα δυσάρεστη μυρουδιά (το) | βρωμούσα (α): |
| 1471 | έντονη βροχή (η) | ριπάδι (το): |
| 1472 | εντόσθια | έγκατα: |
| 1473 | εντόσθια | εντόσθια: |
| 1474 | ενώνω | ενούκου: |
| 1475 | ένωση (η) | ένωση (α): |
| 1476 | εξαγοράζω | εξαγοράνου: |
| 1477 | εξαγοράζω | ξαγοράνου: |
| 1478 | εξαίρετος (ο) | εξαίρετε (ο): |
| 1479 | εξαλείφω | εξαλείφου: |
| 1480 | εξάμβλωσα , έκανα έκτρωση | ετσαμπρούκα: |
| 1481 | έξανα | ετσάγκα: |
| 1482 | εξαπολύω | ξαποού: |
| 1483 | εξαπτέρυγο (το) | ξεφτέρι (το): |
| 1484 | εξάρτημα του αργαλιού | αγκί (το): |
| 1485 | εξαφανίζω , βγάζω τελείως | απομπάνου: |
| 1486 | εξαφανίζω , κρύβω | απομπάνου: |
| 1487 | έξαψη (η) | έξαψι (α): |
| 1488 | έξαψη (η) , καούρα στο στομάχι | έγκαψι (α): |
| 1489 | εξέκρουσα , εκτίναξα | ετσικρούκα: |
| 1490 | εξεμώ,ξερνάω , εμώ , ξερνώ | τσιμού: |
| 1491 | εξετάζω | εξετάζου: |
| 1492 | εξέταση (η) | εξέταση (α): |
| 1493 | εξεφλούδισα | ελέβα: |
| 1494 | εξήγηση (η) | εξήγηση (α): |
| 1495 | εξηγώ | εξηγού: |
| 1496 | εξημερώνω | ημερέγγου: |
| 1497 | έξι | έξε: |
| 1498 | εξίμησι (η) | εξέμισε: |
| 1499 | έξοδα της ταφής | θανακίτζια: |
| 1500 | εξοδευτής (ο) | ξοδευκή (ο): |
| 1501 | έξοδο (το) | έξοδε (το): |
| 1502 | εξολοθρεύω | ξολοθρέγγου: |
| 1503 | εξοπλισμός (ο) , αρματωσιά | αρμάτουμα (το): |
| 1504 | εξοπλισμός (ο) , αρματωσιά | αρματουσία (α): |
| 1505 | εξορία (η) | εξορία (α): |
| 1506 | εξορίζω | εξορίζου: |
| 1507 | εξουσία (η) | εξουσία (α): |
| 1508 | εξουσιάζω | εξουσιάζου: |
| 1509 | εξυγιαίνω , αναρρώνω | ξεγιερέγγου: |
| 1510 | έξυπνος (ο) | έξυπνε (ο): |
| 1511 | έξυπνος (ο) | νοητέ -ά -έ (ο): |
| 1512 | έξυσα | ετσούκα: |
| 1513 | έξω | τάτσου: |
| 1514 | έξω τοίχος (ο) | ξώτοιχο (ο): |
| 1515 | εξώστης (ο) | ξώστη (ο): |
| 1516 | εξωτικό (το) | ξωκικό (το): |
| 1517 | έπαινος (ο) | έπαινε (ο): |
| 1518 | επαινώ | επαινού: |
| 1519 | επαινώ | παινέγγου: |
| 1520 | έπαιξα | επαιζάκα: |
| 1521 | επειδή | επειδή: |
| 1522 | έπειτα , ύστερα , επομένως | απέ: |
| 1523 | έπεσα | ετσιτά: |
| 1524 | έπηξα | επά: |
| 1525 | επιδέξιος | επιδέξιε: |
| 1526 | επιδερμίδα (η) , τσίπα , ντροπή (μεταφορικά) | τζέπα (α): |
| 1527 | επιζώντας (ο) | αποδέλοιπε (ο): |
| 1528 | επιθυμία (η) | επιθυμία (α): |
| 1529 | επιθυμώ (η) | επιθυμού (α): |
| 1530 | επικρατώ , βασιλεύω | βασιλέγγου: |
| 1531 | επιμέλεια (η) | επιμέλεια (α): |
| 1532 | επιμελούμαι | επιμελικούμενε (α): |
| 1533 | επιούσιος (ο) | επιούσιε (ο): |
| 1534 | επιπόλαιος (ο) | αστσέφτε (ο): |
| 1535 | επισημαίνω , σημαδεύω | σημαδέγγου: |
| 1536 | επιστάτης (ο) | επιστάτα (ο): |
| 1537 | επιστάτης (ο) | παραστάτα (ο): |
| 1538 | επιστολή (η) | επιστολή (α): |
| 1539 | επιτήδειος (ο) , επιδέξιος | επιτήδειε (ο): |
| 1540 | επίτηδες | ξάργου: |
| 1541 | επιτηδεύομαι (ο) | επιτηδεγγούμενε: |
| 1542 | επιτήδιος κλέπτης (ο) | κουτζουλέκη (ο): |
| 1543 | επίτροπος εκκλησίας (ο) | επίτροπο (ο): |
| 1544 | επιτυγχάνω | επιτυχαίνου: |
| 1545 | επιφώνημα λύπης σε μοιρολόγια | ουνούβου: |
| 1546 | έπλασα | επρά: |
| 1547 | έπλυνα | εκρία: |
| 1548 | έπνιξα | επρία: |
| 1549 | επτά (το) | εφτά (το): |
| 1550 | έπτυσα | εφκύα: |
| 1551 | εραστής (ο) , ερωμένος | καύκο (ο): |
| 1552 | εργάζομαι , δουλεύω | εργασκούμενε: |
| 1553 | εργασία (η) | εργασία (α): |
| 1554 | εργαστήρι (το) | εργαστζήρι (το): |
| 1555 | εργάτης (ο) | εργάτα (ο): |
| 1556 | εργατικός (ο) | καματερέ (ο): |
| 1557 | ερημιά (η) | ερηνία (α): |
| 1558 | έρημος (η) | έρημο (α): |
| 1559 | ερημώνω | ερημούκου: |
| 1560 | έριξα | εξερία: |
| 1561 | ερμηνεύω , οδηγώ , συμβουλεύω | οργηνέγγου: |
| 1562 | έρπης των χειλιών (ο) | φάγουσα (α): |
| 1563 | έρραψα | εσάβα: |
| 1564 | έρχομαι | εμπαρίου=ένι παρίου: |
| 1565 | έρωτας (ο) | έρωτα (ο): |
| 1566 | ερώτημα (το) | ρώκημα (το): |
| 1567 | ερώτηση (η) | ερώκηση (α): |
| 1568 | ερωτώ | ρωτού: |
| 1569 | εσάς | νιούμου: |
| 1570 | εσείς | εμού: |
| 1571 | εσένα | ετίου: |
| 1572 | έσκασα | εκρά: |
| 1573 | έσμιξα | εζινία: |
| 1574 | εσοδεύω | σοδέγγου: |
| 1575 | έσπασα το πόδι μου | εκατσοποΐα: |
| 1576 | εσπερινός (ο) | επερινέ (ο): |
| 1577 | εσπερινός-η-ο (ο) , χθεσινός | περινέ-α-ε (ο): |
| 1578 | έστριψα | εσούβα: |
| 1579 | εσύ | εκιού: |
| 1580 | έσυρα | εσούγκα: |
| 1581 | έσφαξα | εθύκα: |
| 1582 | εταίριασα | εταιρά: |
| 1583 | έταξα | ετάμα: |
| 1584 | ετίμησα | εκιμάκα: |
| 1585 | ετίναξα | εκρούκα: |
| 1586 | ετοιμάζω | ετοιμάζου: |
| 1587 | ετοιμασία (η) | ετοιμασία (α): |
| 1588 | έτοιμος (ο) | έτοιμο (ο): |
| 1589 | έτρεμα | ετσεμάκα: |
| 1590 | έτρεξα | ετσαχίκα: |
| 1591 | έτριξα | ετρία: |
| 1592 | έτριψα | ετσίβα: |
| 1593 | ετρύγησα | ετσυγήκα: |
| 1594 | έτσι | έτρου: |
| 1595 | ευαγγέλιο (το) | βαντζέλιε (το): |
| 1596 | ευαγγελίστρια (η) | Βαντζελίστρα (α): |
| 1597 | ευγένεια (η) | ευγένεια (α): |
| 1598 | ευγενής (ο) | ευγενή (ο): |
| 1599 | Ευγενία (η) | Βγενού (α): |
| 1600 | ευδαιμονία (η) | ευδαιμονία (α): |
| 1601 | ευεργετώ | ευεργετού: |
| 1602 | ευεργισία (η) | ευεργεσία (α): |
| 1603 | ευθυμία (η) | ευθυμία (α): |
| 1604 | εύθυμος (ο) | εύθυμο (ο): |
| 1605 | ευθύς (ο) | ευτύς (ο): |
| 1606 | ευλάβεια (η) | ευλάβεια (α): |
| 1607 | ευλαβής (ο) | ευλαβή (ο): |
| 1608 | ευλογητός (ο) | ευλογητέ (ο): |
| 1609 | ευλογία (η) | ευλογία (α): |
| 1610 | εύλογος (ο) | εύλογο (ο): |
| 1611 | ευλογώ | ευογού: |
| 1612 | ευνούχος (ο) , μουνουχισμένος | μουνούχο (ο): |
| 1613 | ευπρέπεια (η) | ευπρέπεια (α): |
| 1614 | ευπρεπίζω | ευπρεπίζου: |
| 1615 | ευπρεπισμένος (ο) | ευπρεπιστέ (ο): |
| 1616 | εύρημα (το) | εύρεσμα (το): |
| 1617 | Ευριάς περιοχή του Λεωνιδίου (ο) | Ευρήα (ο): |
| 1618 | ευτυχία (η) | ευτυχία (α): |
| 1619 | ευτυχισμένος (ο) | ευτυχιστέ (ο): |
| 1620 | ευφραίνω , τέρπω | ευφραίνου: |
| 1621 | ευφροσύνη (η) | ευφροσύνη (α): |
| 1622 | ευχαρίστηση (η) | ευχαρίστηση (α): |
| 1623 | ευχαριστώ | ευχαριστού: |
| 1624 | ευχή (η) | ευτζή (α): |
| 1625 | εύχομαι | ευτζικούμενε: |
| 1626 | ευωδία (η) | ευωδία (α): |
| 1627 | έφαγα | εφαήκα: |
| 1628 | εφαρπάζω , παίρνω με τη βία κάτι | απαυράχου: |
| 1629 | έφερα | ενέγκα: |
| 1630 | έφθασα | εσούκα: |
| 1631 | εφιάλτης (ο) | μώρα (α): |
| 1632 | εφοβήθηκα | εφοζάμα: |
| 1633 | εφόβισα | εφοζαΐα: |
| 1634 | εφόρεσα | εφορέκα: |
| 1635 | έφρυξα | εφρύα: |
| 1636 | εφτάζυμος (ο) | εφτάζυμο (το): |
| 1637 | εφτάψυχος (ο) | εφτάψουχο (ο): |
| 1638 | έφτιαξα | εφκιάκα: |
| 1639 | έφυγα | εφύγκα: |
| 1640 | εφύλαξα | εφυά: |
| 1641 | εφύσησα | εφουσάκα: |
| 1642 | εφώτισα | εφουκία: |
| 1643 | εχάλασα | εχάκα: |
| 1644 | έχασα | εχάκα: |
| 1645 | έχεσα | εχέα: |
| 1646 | εχθρός (ο) | εχτρέ (ο): |
| 1647 | εχόρτασα άλλον | εχονταΐα: |
| 1648 | εχόρτασα εγώ | εχοντάκα: |
| 1649 | έχω | έχου: |
| 1650 | έχω μεγάλη ορμή για βλάστηση | φαρσέγγου: |
| 1651 | έχω στεναχώρια , φούσκωμα | αγκουσεγγούμενε: |
| 1652 | έχων αραιές ρώγες (ο) | αζόρρωγο (ο): |
| 1653 | έψαξα | εκουνία: |
| 1654 | έψαξα | εψαφήκα: |
| 1655 | εψήλωσα | εψεούκα: |
| 1656 | έψησα | εφτάκα: |
| 1657 | έως μέχρι | ώς: |
| 1658 | ζαβός (ο) , στρεβλός | ζαβό (ο): |
| 1659 | ζακέτα γυναικία (το) | ζιπούνι (το): |
| 1660 | ζάλη (η) | ζάλη (α): |
| 1661 | ζαλιά (η) | πορούμα (α): |
| 1662 | ζαλίζω | ζαλίζου: |
| 1663 | ζαλίζω , θαμπώνω , ναρκώνω | αποκαρούκου: |
| 1664 | ζάλωμα (το) , φόρτωμα | ζάουμα (το): |
| 1665 | ζαλώνω | ζαούκου: |
| 1666 | ζαρώνω , κουλουριάζομαι | κιουκιουρίου: |
| 1667 | ζαρώνω , μαζεύομαι από το κρύο , κρυώνω πολύ | τσουτσουρίου: |
| 1668 | ζαρώνω , ρυτιδώνω | ζαρούκου: |
| 1669 | ζάχαρη (η) | ζάχαρι (α): |
| 1670 | ζαχαρώνω | ζαχαρούκου: |
| 1671 | ζαχαρωτό (το) | ζαχαρουτέ (το): |
| 1672 | ζβαρνίζω | ζβαρνίζου: |
| 1673 | ζεσταίνομαι , πυρώνομαι | κυρουκούμενε: |
| 1674 | ζεσταμένο κεραμίδι (το) | δήσαλε (ο): |
| 1675 | ζέστανα | εσονία: |
| 1676 | ζεστασιά (η) | κύρα (α): |
| 1677 | ζέστη (η) | καΐα (α): |
| 1678 | ζέστη (η) | σόμαση (α): |
| 1679 | ζεστή στάχτη (η) | χώβολη (α): |
| 1680 | ζέστη,στάχτη (η) | χώστρα (α): |
| 1681 | ζευγαρώνω | ζευγαρούκου: |
| 1682 | ζεύγλα (ξύλινο κολάρο) (η) | ζεύα (α): |
| 1683 | ζευγολάτης (ο) | ζευγάτα (ο): |
| 1684 | ζεύγος (το) | ζευγάρι (το): |
| 1685 | ζεύγω | ζέγγου: |
| 1686 | ζηλεύω | ζηλλέγγου: |
| 1687 | ζήλια (η) | ζήλια (α): |
| 1688 | ζηλότυπος (ο) | ζηλιάρη (ο): |
| 1689 | ζημιά (η) | ζηνία (α): |
| 1690 | ζημιώνω | ζηνιούκου: |
| 1691 | ζητιάνα (η) | διακονιάρα (α): |
| 1692 | ζητιανεύω | διακονίζου: |
| 1693 | ζητιανεύω | πενητέγγου: |
| 1694 | ζητιάνος (ο) | διακονιάρι (ο): |
| 1695 | ζητώ | ζητού: |
| 1696 | ζητώ , γυρεύω , απαιτώ | καράχου: |
| 1697 | ζιζάνιο (το) | ζιζάνιε (το): |
| 1698 | ζιζάνιο (το) | ήρα (α): |
| 1699 | ζουμερός (ο) | ζουμερέ (ο): |
| 1700 | ζουμί (το) | ζουνί (το): |
| 1701 | ζουνάρι (το) | ζουνάρι (το): |
| 1702 | ζουπίζω , εκθλίβω | μουκρούνου: |
| 1703 | ζοχάδες | ζοχάδε: |
| 1704 | ζοχός (ο) | ζογκό (ο): |
| 1705 | ζυγαριά (η) | ζυγαρία (α): |
| 1706 | ζυγίζω | ζυγίζου: |
| 1707 | ζυγός (ο) | ζυγό (ο): |
| 1708 | ζυγώνω , πλησιάζω | ζυγούκου: |
| 1709 | ζυμάρι (το) | ζυμάρι (το): |
| 1710 | ζυμαρικά | ζεμαρικά: |
| 1711 | ζυμαρικό (το) | ζεμαρικό (το): |
| 1712 | ζύμωμα (το) | ζύμουμα (το): |
| 1713 | ζυμώνω | ζυμούνου: |
| 1714 | ζώ | ζού: |
| 1715 | ζωγραφίζω | ζωγραφίζου: |
| 1716 | ζωγράφος (ο) | ζωγράφο (ο): |
| 1717 | ζωή (η) | ζωή (α): |
| 1718 | ζώνη (η) | ζώστρα (α): |
| 1719 | ζωντανεύω | ζωντανέγγου: |
| 1720 | ζωντανός (ο) | απένατε (ο): |
| 1721 | ζωντανός (ο) | ζωντανέ (ο): |
| 1722 | ζώνω | σεγγιούκου: |
| 1723 | ζώο (το) | ζο (το): |
| 1724 | ζωύφιο (το) , μεταφορικά λέμε και τους πονηρούς | ζούδι (το): |
| 1725 | ζωύφιον (το) | ζουζουλάτσι (το): |
| 1726 | η αποβολή (το) | τσάμπρουμα (το): |
| 1727 | η βελόνα (η) | τσαθία (α): |
| 1728 | ηγουμένισσα (η) | ηγουμένισσα (α): |
| 1729 | ηγούμενος μοναστιρίου (ο) | ηγούμενε (ο): |
| 1730 | ήθος (το) | ήθι (το): |
| 1731 | ηλιάζω | λιάζου: |
| 1732 | Ηλίας (ο) | Λία (ο): |
| 1733 | ηλιόλουστο δωμάτιο (το) | λιακουτέ (το): |
| 1734 | ήλιος (ο) | ήλιε (ο): |
| 1735 | ήμασταν | έμαϊ: |
| 1736 | ημερομήνια | μερονήνια: |
| 1737 | ημερονύκτιο (το) | μερόνιουτε (το): |
| 1738 | ήμερος (ο) | ήμερε (ο): |
| 1739 | ημερών | ναμερού: |
| 1740 | ημερώνω | μερούκου: |
| 1741 | ήμουν | έμα: |
| 1742 | ήπια | εγκίκα: |
| 1743 | ήρθα | εκάνα: |
| 1744 | ήσαν | ήγκι: |
| 1745 | ήσουν | έσα: |
| 1746 | ησυχία (η) | ησυχία (α): |
| 1747 | ήσυχος (ο) | ήσυχο (ο): |
| 1748 | ήταν | έκη: |
| 1749 | ήχος (ο) | αχό (ο): |
| 1750 | ήχος (ο) | ήχο (ο): |
| 1751 | θα πάω | θα ζάου: |
| 1752 | θάβω | τάφου: |
| 1753 | θάλασσα (η) | θάσσα (α): |
| 1754 | θαλασσινός (ο) | θασσιανέ (α): |
| 1755 | θάμπωμα (το) | θάμπουμα (το): |
| 1756 | θαμπώνω | θαμπούκου: |
| 1757 | θανατικό (το) | θανακικό (το): |
| 1758 | θάνατος (ο) | θάνατε (ο): |
| 1759 | θανατώνω | θανατούκου: |
| 1760 | θανατώνω ένα ζώο | ψοφαΐχου: |
| 1761 | θαραλέος (ο) | θαρετέ (α): |
| 1762 | θάρρος (το) | θάρι (το): |
| 1763 | θαύμα (το) | θάμα (το): |
| 1764 | θαυμάζω | θαυμάζου: |
| 1765 | θέαμα (το) , όραμα | όραμα (το): |
| 1766 | θεία (η) | τσεία (α): |
| 1767 | θείος (ο) | τσείε (ο): |
| 1768 | θέλημα (το) | θέλημα (το): |
| 1769 | θέληση (η) | θέλησι (α): |
| 1770 | θέλοντες | θέντε: |
| 1771 | θέλω | θέου: |
| 1772 | θεμέλιο (το) | θεμέλι (το): |
| 1773 | θεμελιώνω | θεμελιούκου: |
| 1774 | θεός (ο) | θεό (ο): |
| 1775 | θερίζω , μεταφορικά σκοτώνω,εξοντώνω,φονεύω | σερίνδου: |
| 1776 | θεριστής (ο) , ο Ιούνιος | σερική (ο): |
| 1777 | θερμαίνω | λεχούκου: |
| 1778 | θερμαίνω , ζεσταίνω | σονίχου: |
| 1779 | θερμόχορτο (το) | κιαμόχοντε (το): |
| 1780 | θέρος (το) , θερισμός | σέρι (το): |
| 1781 | θεωρία (η) | θωρία (α): |
| 1782 | θηκάρι (το) | θηκάρι (το): |
| 1783 | θήκη (η) | θήτζη (α): |
| 1784 | θηλάζω | σηλίνδου: |
| 1785 | θηλιά (η) | θελεία (α): |
| 1786 | θηλιά στο στημόνι (ο) | νιτάρι (το): |
| 1787 | θηλυκό γαϊδούρι (το) | γαΙδάρα (α): |
| 1788 | θηλυκός -ιά -ό (ο) | σηλυκό -ά -ό (ο): |
| 1789 | θημωνιά (η) | θεμωνία (α): |
| 1790 | θημωνιάζω | θεμωνιάζου: |
| 1791 | θημωνοτόπι (το) | θεμωνοτόκι (το): |
| 1792 | θηριακώνω | θερακούκου: |
| 1793 | θηρίο (το) | θερίε (το): |
| 1794 | θλίβομαι | θλιβούμενε: |
| 1795 | θολός (ο) | θελέ (ο): |
| 1796 | θόλωμα (το) | θέουμα (το): |
| 1797 | θολώνω | θεούκου: |
| 1798 | θολώνω , βουρκώνω | βουρκούκου: |
| 1799 | θόλωσα | εθεούκα: |
| 1800 | θόρυβος (η) | ταραχή (α): |
| 1801 | θόρυβος της λαβής μεταλλικού σκεύους (ο) | αρβάλισμα (το): |
| 1802 | θορυβώ | αρβαλίζου: |
| 1803 | θρέψιμο (το) , το μεγάλωμα | σέψιμο (το): |
| 1804 | θρηνολογώ | θρηνογού: |
| 1805 | θρήνος (ο) | θρήνε (ο): |
| 1806 | θρηνώ | θρηνού: |
| 1807 | θρησκεία (η) | θρησκεία (α): |
| 1808 | θρόνος (ο) | θρονί (το): |
| 1809 | θρούμπη (το) | σύγγη και σρύγγη (α): |
| 1810 | θρούμπι (η) | ορύγγι (α): |
| 1811 | θρούμπι (το) | θρύγγι (το): |
| 1812 | θύελλα (η) , ταραχή , θόρυβος | αντάρα (α): |
| 1813 | θυμάρι (το) | θυμάρι (το): |
| 1814 | θυμιατίζω | θυνιακίζου: |
| 1815 | θυμιατό (το) | θυνιατέ (το): |
| 1816 | θυμώνω | θυμούκου: |
| 1817 | θυννειώτικο (ψάρι) (το) | θυννιώτσιχο (το): |
| 1818 | θυρίδα (η) | θιουρίδα (α): |
| 1819 | θυσία (η) | θυσία (α): |
| 1820 | θυσιάζω | θυσιάζου: |
| 1821 | Θωμαϊς (η) | Θωμαϊ (α): |
| 1822 | Ιανουάριος (ο) | Γεννάρι (ο): |
| 1823 | ιατρικό (το) | γιατρικό (το): |
| 1824 | ιδέα (η) | ιδέα (α): |
| 1825 | ίδιος (ο) | ίδιε (ο): |
| 1826 | ιδού | ορή: |
| 1827 | ιδρώνω | δρούνου: |
| 1828 | ιδρώτας (ο) | ίδρουτα (ο): |
| 1829 | ιδρωτσίλα (η) , ιδρώτας | ρινήτα (α): |
| 1830 | Ιερά μονή Έλωνη (η) | Έουνη (α): |
| 1831 | ιερεύς (ο) | ιερέα (ο): |
| 1832 | ικανοποίηση (η) , η ευχαρίστηση | αρεστσία (α): |
| 1833 | Ιούλιος (ο) , αλωνάρης | αωνάρι (α): |
| 1834 | ιππεύτρια (η) , αυτή που καβαλάει τον άντρα της | αγροΐστρα (α): |
| 1835 | ισιάζω , σιάζω , συγυρίζω | σάζου: |
| 1836 | ίσιωμα (το) | ίσουμα (το): |
| 1837 | ίσκα (η) | ίσκα (α): |
| 1838 | ίσκιος (ο) , σκιά | απότζα (α): |
| 1839 | ισχνός (ο) , αδύνατος , στεγνός | στεγνέ,-ά,-έ (ο): |
| 1840 | ίσως | ίσως: |
| 1841 | ιτέα (η) , ιτιά | ετία (α): |
| 1842 | καβαλικέυω , ιππέυω , αναρριχώμαι | αγροΐζου: |
| 1843 | καβαλικέυω , ιππέυω , αναρριχώμαι | αγροΐζου: |
| 1844 | καβαλικεύω , ξεπεζεύω | πεζέγγου: |
| 1845 | καβουράκι (το) | καβούρι (το): |
| 1846 | κάβουρας (ο) | κάβουρα (ο): |
| 1847 | καβουρδίζω | φρύζου: |
| 1848 | καβουρομάνα (η) | καβουρομάνα (α): |
| 1849 | κάδος προς άντληση υδάτων (ο) | ιμάνι (το): |
| 1850 | καζανάκι (το) | καζανάτζι (το): |
| 1851 | καζάνι (το) | καζάνι (το): |
| 1852 | καζάνι (το) , σκάφη | κούβελε (ο): |
| 1853 | καζμάτσι (το) | καϊμάτζι (το): |
| 1854 | καημένος (ο) | καϊμένε (ο): |
| 1855 | καθαρίζω | καθερίζου: |
| 1856 | καθαρίζω , παστρεύω | παστρέγγου: |
| 1857 | καθαρός | παστρικό-ά-ό: |
| 1858 | καθαρός (ο) | καθαρέ (α): |
| 1859 | καθαρτικό (το) | καθαρκικό (το): |
| 1860 | κάθε | κάθε: |
| 1861 | κάθε μη λευκό άνθος | λαλούδι (το): |
| 1862 | κάθε σάπιο πράγμα (το) | σαπραΐα (α): |
| 1863 | καθημερινός (ο) | καθημερινέ (α): |
| 1864 | καθισμένος (ο) | κασήμενε,-ένα,-ενε (ο): |
| 1865 | κάθομαι | κατσαίνου: |
| 1866 | κάθομαι | παρακασήμενε: |
| 1867 | κάθομαι σε απάγκιο , στέκω σε απάνεμο μέρος | απαντζάζου: |
| 1868 | καθρέπτης (ο) | καθρέφτα (ο): |
| 1869 | καθυστέρηση (η) , η βραδύτητα | άργητα (α): |
| 1870 | και | τσε: |
| 1871 | καΐκι (το) | καΐτζι (το): |
| 1872 | καϊμός (ο) | καϊμός (ο): |
| 1873 | καινούργιος | τζινούρτζε: |
| 1874 | καιρός (ο) , χρόνος , άνεμος | τζαιρέ (ο): |
| 1875 | καίω | δαίσου: |
| 1876 | κακανίζω | κακαρίζου: |
| 1877 | κακαρέλι (το) | κακαρέλι (το): |
| 1878 | κακαρώνω , μένω ξερός , αποθνήσκω έξαφνα | κακαρούνου: |
| 1879 | κακή θεία (η) | κακοτσεία (α): |
| 1880 | κακιά (η) | κακά (α): |
| 1881 | κακία (η) , μοχθηρία | κατζία (α): |
| 1882 | κακογεννημένος (ο) | κακονατέ (ο): |
| 1883 | κακομοιρασμένος (ο) | κακομοιραστέ (ο): |
| 1884 | κακόμοιρος (ο) | κακόμοιρε (ο): |
| 1885 | κακομούτσουνος (ο) | κακομούντρουνε (ο): |
| 1886 | κακοντυμένος (ο) | κακογγιουτέ (ο): |
| 1887 | κακορρίζικος (ο) | κακορίζικο (ο): |
| 1888 | κακός (ο) | κακό (ο): |
| 1889 | κακότυχος (ο) | κακότυχο (ο): |
| 1890 | κακοφτιαγμένος (ο) , δύσμορφος , άσχημος | κακομποιτέ (ο): |
| 1891 | καλά | γερά: |
| 1892 | καλά | κα: |
| 1893 | καλαμάγρα (φυτό) (η) | καμάγρα (α): |
| 1894 | καλάμι (το) | κάνι (το): |
| 1895 | καλαμίζω | κανίζου: |
| 1896 | καλάμισα , τυλίγω νήμα σε καλάμι | εκανία: |
| 1897 | καλαμπόκι (το) | αραποσίκη (ο): |
| 1898 | καλαμπόκι (το) , αραποσίτι | καμπότζι (το): |
| 1899 | καλαμπόκινος (ο) | καμπότζινε (ο): |
| 1900 | καλαμποκίσιος (ο) | αραποσικένιε (ο): |
| 1901 | καλαμποκίσιος (ο) | αραποσικίσε (ο): |
| 1902 | καλικάτζαρος (ο) | σκαλικό (το): |
| 1903 | κάλλος (το) , η ομορφιά | κάλλι (το): |
| 1904 | καλό χερικό (το) | χερικό (το): |
| 1905 | καλόγερος (ο) | καόγερε (ο): |
| 1906 | καλόγνωμος (ο) | καόγνωμο (ο): |
| 1907 | καλόγρια (η) | καόγρια (α): |
| 1908 | καλοκαρδίζω | καοκαρδίζου: |
| 1909 | καλόκαρδος (ο) | καόκαρδε (ο): |
| 1910 | καλομαθημένος (ο) | καομαθητέ (α): |
| 1911 | καλοπιάνω (η) , κολακεύω | καοκιάνου: |
| 1912 | καλύβα (η) | κακιουλιά (α): |
| 1913 | καλύβα (η) | κάλυε (ο): |
| 1914 | καλύβα τσοπάνη (η) , στάνη | κατούνα (α): |
| 1915 | καλύβα χωρίς κλαριά (η) | καλαντζούκα (α): |
| 1916 | καλυβάκι (το) | καλυούτσι (το): |
| 1917 | καλύτερα | κάλλιο: |
| 1918 | καλώς | καώς: |
| 1919 | καμάκι των ψαράδων (το) | καμάτζι (το): |
| 1920 | καμάρα (η) | καμάρα (α): |
| 1921 | καμάρι (το) | καμάρι (το): |
| 1922 | καμαρώνω , ηπερηφανεύομαι | καμαρούνου: |
| 1923 | καμαρωτός (ο) | καμαρουτέ,-ά,-έ (ο): |
| 1924 | καμία (η) | γκανία (α): |
| 1925 | καμία (η) | γκαρένα (α): |
| 1926 | καμμένο μέρος δάσους (το) | δαΐα (α): |
| 1927 | καμμένος (ο) | δατέ (ο): |
| 1928 | καμπάνα (η) | καμπάνα (α): |
| 1929 | κάμπη των πεύκων (η) | μαλλιαρόκαμπα (α): |
| 1930 | κάμπος (ο) | κάμπο (ο): |
| 1931 | καμπούρης (ο) | κουτζούγκι (ο): |
| 1932 | καμπούρης (ο) , κυρτός | καμπούρι (ο): |
| 1933 | κάμωμα (το) , νάζια | κάμουμα (το): |
| 1934 | καμώνομαι | καμουκούμενε: |
| 1935 | κανακάρης (ο) , χαϊδεμένος | κανάτζι (ο): |
| 1936 | κανακεύω , χαϊδεύω | κανατζίζου: |
| 1937 | κανάτι (το) | κανάκι (το): |
| 1938 | κανδήλα (η) | κανδήα (α): |
| 1939 | κανδήλι (το) , λύχνος | καγγήλι (το): |
| 1940 | κανένα | γκάνα: |
| 1941 | κάνναβη (η) | κανάδι (το): |
| 1942 | καντάρι (το) | στατέρι (το): |
| 1943 | κάνω , ποιώ | ποίου: |
| 1944 | κάνω κάποιον να καθίσει κάτω , θέτω , τοποθετώ | κατσαϊχου: |
| 1945 | καπίστρι (το) | κακίστρι (το): |
| 1946 | καπνισμένο (το) | κουϊα (α): |
| 1947 | κάρδαμο (το) | κάρδεμα (το): |
| 1948 | καρέκλα (η) , καθίγκλα , καρέγκλα | καθέγκλα (α): |
| 1949 | καρούτα (η) | κορύτα (α): |
| 1950 | καρύδι του λαιμού (η) , καρύτζαυλος | καρύτζαυλε (α): |
| 1951 | καρυκεύω το φαγητό με κάτι λιπαρό , τρώγω,ή προσσφέρω αρτύσιμο , δοκιμάζω | αρτέγγου: |
| 1952 | κασσιτέρωση χάλκινου σκεύους (η) | γάνουμα (το): |
| 1953 | κάστρο (το) | κάστρε (το): |
| 1954 | κατά | κατά: |
| 1955 | καταάσαρκος (ο) | κατασάρκο (ο): |
| 1956 | καταγίνομαι | καταγινούμενε: |
| 1957 | καταγόμενος από το χωριό Βαμβακού (ο) | βαμπατσίτα (ο): |
| 1958 | καταδέχομαι , αποδέχομαι | καταδεχούμενε: |
| 1959 | καταδικάζω , κατακρίνω | καταδικάζου: |
| 1960 | καταδιωκόμενος (ο) | καταφυγιαστέ (ο): |
| 1961 | καταιγίδα με χαλάζι (η) | στραποχάζι (το): |
| 1962 | κατακαίω | αποδαίσου: |
| 1963 | κατακαίω | καταδαίσου: |
| 1964 | κατακόπω , κατακομματιάζω | κατακόφου: |
| 1965 | κατακρίνω | κατακρίνου: |
| 1966 | κατάλαβα , ενόησα | ενοιούκα: |
| 1967 | καταλαβαίνω , αντιλαμβάνομαι | καταβαίνου: |
| 1968 | κατάλευκος (ο) , κάτασπρος | κατάλεκο (ο): |
| 1969 | κατάλοιπο του σαπουνιού (το) | απολειφάδι (το): |
| 1970 | καταλύω , φθείρω | καταού: |
| 1971 | καταμαδώ , καταμαδίζω | καταμαΐνδου: |
| 1972 | καταματώνω | καταματούκου: |
| 1973 | καταμόναχος (ο) | καταμόναχο (ο): |
| 1974 | κατάμουτρα , κατάματα | καταμούτσουνα: |
| 1975 | καταξεσχίζω , κατασπαράττω | καταξεστζίζου: |
| 1976 | καταπαύω | καταπάφου: |
| 1977 | κατάπια | εκαταγκίκα: |
| 1978 | καταπιάνομαι | κατακιανούμενε: |
| 1979 | καταπίνω | κακίνου: |
| 1980 | καταπίνω | κατακίνου: |
| 1981 | καταποντίζω | καταπογκίζου: |
| 1982 | καταποντισμός (ο) , πλημμύρα | καταπογκισμό (ο): |
| 1983 | κατάρα (η) | κατάρα (α): |
| 1984 | καταραμένο (το) , το έρημο | βακούθι (το): |
| 1985 | καταραμένος (ο) , κακορίζικος , έρημος | αραχνιαστέ (ο): |
| 1986 | καταραμένος (ο) , καταρατός | καταρατέ (α): |
| 1987 | καταργώ τη νηστεία , δεν νηστεύω | αρκύζου: |
| 1988 | καταρέω | ρέγγου: |
| 1989 | κατάρκαδα | κατάρκαδα: |
| 1990 | καταρράχτης (ο) | καταρράχτα (ο): |
| 1991 | κατάρτι (η) | κατάρκι (το): |
| 1992 | καταρώμαι | καταρούμενε: |
| 1993 | κατασκευή του σώματος ενος ζώου (η) | σκαρί (το): |
| 1994 | καταστόλιστος (ο) | καταστολίστε (ο): |
| 1995 | κατατρυπώ | κατατσουπαϊχου: |
| 1996 | κατατρώγω | κατατσού: |
| 1997 | κατατρώω , τρώω τελείως , αποτρώω | αποτσού: |
| 1998 | καταφέρνω | καταφερίκου: |
| 1999 | καταφιλώ | καταθιού: |
| 2000 | καταφρονώ , περιφρονώ | καταφρονού: |
| 2001 | καταφύγιο (το) | καταφύγι (το): |
| 2002 | καταχνιά (η) | κατακνία (α): |
| 2003 | καταχώνω , θάβω | κακούχου: |
| 2004 | κατεβάζω | καμπαΐχου: |
| 2005 | κατεβαίνω | καμπαίνου: |
| 2006 | κατεβασμένος (ο) | καμπαϊστέ (ο): |
| 2007 | κατέβηκα | εκαμπάκα: |
| 2008 | κατεξοδεύω | καταξοδέγγου: |
| 2009 | κατεργάρης , διάβολος , ζωηρό παιδί | τελενιστέ: |
| 2010 | κατεύθυνση (η) | βάσα (α): |
| 2011 | κατευοδώνω | καταυοδούκου: |
| 2012 | κατέχωσα | εκακούα: |
| 2013 | κατζούλα (η) , γάτα | κατζούα (α): |
| 2014 | κατηγορία (η) | κατηγορία (α): |
| 2015 | κατηγόρια (η) , συκοφαντία | αθιογή (α): |
| 2016 | κατηγόρια (το) , δυσφήμιση για γυναικοδουλιές | κωθώνι (το): |
| 2017 | κατηγορώ | κατηγορού: |
| 2018 | κατηφοριά (η) | αποπαΐα (α): |
| 2019 | κατήφορος (ο) | κατήφορε (ο): |
| 2020 | κάτι | κάτσι: |
| 2021 | κατούρον (το) | κάκιουρε (το): |
| 2022 | κατουρώ | κακιουρού: |
| 2023 | κατρουλιά (η) | κακιουρία (α): |
| 2024 | κατρουλιάρης (η) | κακιουρλιάρι (ο): |
| 2025 | κατσίκα (η) , κατσίκα που δεν έχει γεννήσει | χίμαιρε (α): |
| 2026 | κατσικάκι (το) | έριφο (ο): |
| 2027 | κατσίκι (το) | ρουφάλι (το): |
| 2028 | κατσίκι ενός έτους (το) | βετούλι (το): |
| 2029 | κάτω | κάτου: |
| 2030 | κάτω κόσμος (ο) | Άδης (ο): |
| 2031 | κάτω μέρος της κοιλιάς προβάτου (το) , μουλί | μουλί (το): |
| 2032 | κάτωθεν , από κάτω | κατούσε: |
| 2033 | κατώφλι (το) | κατώφιλε (το): |
| 2034 | καυανούς , μαύρος | κουβάνε: |
| 2035 | καυχησιάρης (ο) | καυκούλη ή καυτζιάρη (ο): |
| 2036 | καυχιέμαι | καυκιχούμενε: |
| 2037 | κάψιμο (το) , έγκαυμα | δάμα (το): |
| 2038 | καψώνω | καψούκου: |
| 2039 | κέδρος (ο) | βένιε (ο): |
| 2040 | κέδρος (ο) , κένδρος | τζένδρι (το): |
| 2041 | κενδρόμηλο (το) | τζενδρόμαλε (το): |
| 2042 | κέντημα (το) | τζέντημα (το): |
| 2043 | κέντημα στο μανίκι (το) | ρεντιτζέα (α): |
| 2044 | κεντρί (το) | τζεντρί (το): |
| 2045 | κεντώ , αγκυλώνω | τζεντού: |
| 2046 | κενώνω , ευκαιρώ , αδειάζω | αδειάζου: |
| 2047 | κεραία (η) | αντένα (α): |
| 2048 | κεραμίδι (το) | τζέραμο (ο): |
| 2049 | κεράσι (το) | τζέρασε και τζεράσι (το): |
| 2050 | κερασιά (η) | τζερασία (α): |
| 2051 | κερατάς (ο) | ορθοτζέρατε (ο): |
| 2052 | κέρατο (το) | τζέρατε (το): |
| 2053 | κέρδος (το) | διάφορε (το): |
| 2054 | κέρδος (το) | τζέρδι (το): |
| 2055 | κερί (το) | τζερί (το): |
| 2056 | κερίθρα (η) | τζερίθρα (α): |
| 2057 | κεφάλας (ο) | τζουφαουγία (ο): |
| 2058 | κεφάλι (το) | τζουφά (α): |
| 2059 | κεφάλι (το) | τσεφάλα (α): |
| 2060 | κεφαλοτύρι (το) | κιουρέ (ο): |
| 2061 | κεχρί (το) | τζεχρί (το): |
| 2062 | κηδεία (η) | θανή (α): |
| 2063 | κήπος (ο) | τζήπο (ο): |
| 2064 | κιλίμι (το) | κιλίνι (το): |
| 2065 | κινδυνεύω | τζινδυνέγγου: |
| 2066 | κίνδυνος (ο) | τζίνδυνε (ο): |
| 2067 | κίνημα (το) | τζίνημα (το): |
| 2068 | κινητό χερούλι (το) , λαβή μεταλλικού σκεύους | αρβάλι (το): |
| 2069 | κινώ , ξεκινώ | τζινού: |
| 2070 | κισσός (ο) | κισσέ (ο): |
| 2071 | κισσόφυλλο (το) | κισσόφυλλε (το): |
| 2072 | κιτριά (η) | τζιτρία (α): |
| 2073 | κίτρινος | τζίτρινε-ε-ε: |
| 2074 | κίτρο (το) | τζίτρε (το): |
| 2075 | κλάδευσα | εκαδεύα: |
| 2076 | κλαδευτηρι (το) | καδευκήρι (το): |
| 2077 | κλαδεύω | καδέγκου: |
| 2078 | κλάδος (ο) , κλαρί | καδί (το): |
| 2079 | κλάδος (ο) , κλαρί | καϊδί (το): |
| 2080 | κλαδώνω | καδούκου: |
| 2081 | κλαίω | βου: |
| 2082 | κλάμα (το) | βαϊτέ (ο): |
| 2083 | κλάμα (το) | βάμα (το): |
| 2084 | κλαμένος (ο) | βατέ (ο): |
| 2085 | κλαμένος (το) , οδυρμός | βαϋτέ (ο): |
| 2086 | κλάψιμο (το) | βάτσιμο (το): |
| 2087 | κλειδί (το) | κράκα (α): |
| 2088 | κλειδωνιά (η) , κλειδαριά | κλειδωνία (α): |
| 2089 | κλειδώνω | κλειδούκου: |
| 2090 | κλείνω | κλείνου (α): |
| 2091 | κλείω τους οφθαλμούς αποθανόντος | καλέγγου: |
| 2092 | κλέπτω | κρέφου: |
| 2093 | κλέφτης (ο) | κρέφτα (το): |
| 2094 | κλεψιά (η) | κρεψία (α): |
| 2095 | κλήμα (το) | κράμα (το): |
| 2096 | κληματόβεργα (η) | κραματόσαμδα (α): |
| 2097 | κληματόβεργα (η) | μπεοκάδι (το): |
| 2098 | κληματόφυλλο (το) | κραματόφυλλε (το): |
| 2099 | κληρονομιά (η) | κληρονονία (α): |
| 2100 | κληρονομος (ο) | κληρονόμο (ο): |
| 2101 | κληρονομος (ο) , απόγονος | κλέρα (α): |
| 2102 | κληρονομώ | κληρονομού: |
| 2103 | κλησάρα (η) , κρησέρα | κλησάρα (α): |
| 2104 | κλησαρίζω | κλησαρίζου: |
| 2105 | κλισις (η) | κρέμασι (α): |
| 2106 | κλουβί (το) | κουδί ή κουϊδί (το): |
| 2107 | κλύσμα (το) | αγκλυστήρι (το): |
| 2108 | κλώσσα (η) | κλουκλουνίζα (α): |
| 2109 | κλώσσα (η) | κλώσσα (α): |
| 2110 | κλωσσώ , επωάζω | κλωσσού: |
| 2111 | κλωστή (η) | κωνά (α): |
| 2112 | κλωστή για βια βελονιά | αρπεδόνα (α): |
| 2113 | κλωτσώ , λακτίζω | κλωτσίζου: |
| 2114 | κοιλαράς (ο) | φουκαρά (ο): |
| 2115 | κοιλαρού (η) | φουκαρού (α): |
| 2116 | Κοίλασο (το) | Τσοίασε (το): |
| 2117 | κοίλωμα όπου κρατιέται μικρή ποσότητα νερού (το) | αρέ (ο): |
| 2118 | κοιμάμαι | κασήου: |
| 2119 | κοιμάμαι | κιούφου: |
| 2120 | κοιμήθηκα | εκιούβα: |
| 2121 | κοίτα εδώ | ορωγί ή ορεγί: |
| 2122 | κοίτα έδώ | ορπαρορή: |
| 2123 | κοίτα εκεί | όρπα: |
| 2124 | κοίτα εκεί να | ορπαρορή: |
| 2125 | κοίταγμα (το) | ξείκασμα (το): |
| 2126 | κοιτάζω | ξεικάζου: |
| 2127 | κοίτη (η) | τζοίτα (α): |
| 2128 | κοκκαλιάρης (ο) | σιμελέ,-ά,-έ (ο): |
| 2129 | κόκκαλο (το) | κόκκαλε (το): |
| 2130 | κοκκαλώνω | κοκκαούκου: |
| 2131 | κοκκάρι (το) | κοκάρι (το): |
| 2132 | κοκκινίζω | κοτσινίζου: |
| 2133 | κοκκινογιάννης (ο) , αηδόνι | κοτσινογιάννη (ο): |
| 2134 | κοκκινομάλλης (ο) | ρούσσε,-α,-ε (ο): |
| 2135 | κόκκινος (ο) | κοτσινέ (ο): |
| 2136 | κόκκινος (ο) | κοτσίνι (ο): |
| 2137 | κοκκινωπό (το) | βλαντί (το): |
| 2138 | κοκκινωπός (ο) | κοτσινούτσικο (ο): |
| 2139 | κοκκινωπός τράγος (ο) | μούσκουρε (ο): |
| 2140 | κολακεύω | γαλιφέγγου: |
| 2141 | κολακεύω | κοατζέγγου: |
| 2142 | κολλητσίδα (η) | κοατσία (α): |
| 2143 | κόλλυβα (το) | κόλλυβα (το): |
| 2144 | κολλώ | κολλίχου: |
| 2145 | κολλώ | κοού: |
| 2146 | κολοβός | κολοβό: |
| 2147 | κολοκύθα (η) | κότσυτα (α): |
| 2148 | κολοκυθάκι (το) | δέημα (το): |
| 2149 | κολοκυθιά (η) | κοτσυτία (α): |
| 2150 | κόλσκσς (ο) | γαλίφο (ο): |
| 2151 | κολυμβήθρα (η) | κολυμπήθρα (α): |
| 2152 | κολύμπι (το) | άπλεμα (το): |
| 2153 | κολύμπι (το) | κολιούμπι (το): |
| 2154 | κολυμπώ | κολιουμπού: |
| 2155 | κόμβος (ο) | κομπό (ο): |
| 2156 | κομματάκι (το) | κομματζούλι (το): |
| 2157 | κομμάτι (το) | κομμάκι (το): |
| 2158 | κομμάτι πυρωμένου κεραμιδιού (το) | δήσαλε (το): |
| 2159 | κομματιάζω | κομμακιάζου: |
| 2160 | κομμένο υγρό (το) , γάλα , κρασί | ζάρα (α): |
| 2161 | κομμένος (ο) , στοτωμένος από αστραπή | αστραποκοφτέ (ο): |
| 2162 | κονάκι (το) | κονάτζι (το): |
| 2163 | κονεύω , καταλύω | κονέγγου: |
| 2164 | κόνιδα (η) | κονία (ο): |
| 2165 | κοντά | κοντά: |
| 2166 | κοντάρι (το) | κοντούρι (το): |
| 2167 | κοντή μάλλινη κάλτσα (η) | προπόδι (το): |
| 2168 | κοντολογώ | κοντογού: |
| 2169 | κοντοπίθαρο (το) | κοντοζάκουρε (το): |
| 2170 | κοντός | κοντέ: |
| 2171 | κοπάδι (το) | κοπάδι (το): |
| 2172 | κοπάδι (το) , αγέλη | κοκή (α): |
| 2173 | κοπανίζω | κοπανίζου: |
| 2174 | κόπανος (ο) | κόπανε (ο): |
| 2175 | κόπανος (ο) | πράνα (α): |
| 2176 | κοπέλα (η) , υπηρέτρια , δούλα | κοπέα (α): |
| 2177 | κοπέλι (το) , υπηρέτης , δούλος | κοπέλι (το): |
| 2178 | κοπιάζω | κοπιάζου: |
| 2179 | κοπιάζω , καταδέχομαι | κοκιάζου: |
| 2180 | κόπος (ο) | κόπο (ο): |
| 2181 | κόπος (ο) , όργωμα | κάματε (ο): |
| 2182 | κοπριά (η) , φουσκή | κρόπο ή κόπρο (α): |
| 2183 | κοπριά των βοδιών (η) | βουϊνία (α): |
| 2184 | κόπρος ίππων (ο) | καβελίνα (α): |
| 2185 | κόπτω , τέμνω , κόβω | κόφου: |
| 2186 | κόρα ψωμιού (η) | καμπούσι (το): |
| 2187 | κοράκι (το) | κόρακα (ο): |
| 2188 | κορδώνομαι , καυλώνω | κορδοκούμενε: |
| 2189 | κόρη (η) | σάτη (α): |
| 2190 | κορίτσι (το) | κορασά (α): |
| 2191 | κορμός (ο) | κορμό (ο): |
| 2192 | κορνιαχτός (ο) | κορνιαχτέ (ο): |
| 2193 | κορομηλιά (η) | αγροδαμαστζηγία (α): |
| 2194 | κορομηλιά (η) | κορονηλία (α): |
| 2195 | κορόμηλο (το) | κορόμηλε (το): |
| 2196 | κορυφή (η) | κορφά (α): |
| 2197 | κορώνα (η) | κορώνα (α): |
| 2198 | κοσκινίζω | δερμωνίζου: |
| 2199 | κόσκινο (το) | κόστζινε (το): |
| 2200 | κόσμος (ο) | κόσμο (ο): |
| 2201 | κοσύμβη (η) , καμπούρα | κουτζούμπα (α): |
| 2202 | κότα (η) | κότα (α): |
| 2203 | κοτότρυπα (η) | κοτοκραϊα (α): |
| 2204 | κοτούλα (η) | κοτίτζα (α): |
| 2205 | κοτσιλιά (η) | κορκατζία (α): |
| 2206 | κότσυφας (ο) | κοτσοφό (ο): |
| 2207 | κουβαλώ , μεταφέρω | κουβαού: |
| 2208 | κουβαράκι (το) | κουβαρούλι (το): |
| 2209 | κουβαράκι μάλλινου νήματος (το) | δρούγκα (α): |
| 2210 | κουβάρι (το) | κουβάρι (το): |
| 2211 | κουβάς (ο) | τέστα (α): |
| 2212 | κουβέντα (η) | κουβέντα (α): |
| 2213 | κουβεντιάζω | κουβεγκιάζου: |
| 2214 | κουδούνι των αιγοπροβάτων (το) | τρουγκάνι (το): |
| 2215 | κουκί (το) | κόκο (ο): |
| 2216 | κουκκάκια ψιλά | κοκούνια ψιά: |
| 2217 | κούκλα (η) | κουτσούνα (α): |
| 2218 | κούκος (ο) | κούκο (ο): |
| 2219 | κουκουβάγια (η) | κουκουβάγια (α): |
| 2220 | κουκούλα (η) | κουκούα (α): |
| 2221 | κουκουλώνω | κουκουλούνου: |
| 2222 | κουκουνάρα (η) | κουκουνάρα (α): |
| 2223 | κουκουνάρι (το) | κουκουνάρι (το): |
| 2224 | κουκουναριά (η) | κουκουναρία (α): |
| 2225 | κουκούτσι (το) | πουράσι (το): |
| 2226 | κουλός (ο) | κουλλέ (ο): |
| 2227 | κουλούρα (η) | γριτζέα (α): |
| 2228 | κουλούρα (η) | κολλιούρα (ο): |
| 2229 | κούμαρα (το) | κούμαρε (το): |
| 2230 | κουμαριά (η) | κουμαρία (α): |
| 2231 | κουμάσι (το) | κουμάσι (το): |
| 2232 | κουμουλάκι (το) | κουμούλι (το): |
| 2233 | κουμούλι από σκατά (ο) | κούμουλε (ο): |
| 2234 | κουμπάρος (ο) , νονός , σύντεκνος | κουμπάρε (ο): |
| 2235 | κουμπί (το) | κουγκί (το): |
| 2236 | κουμπώνω | κουμπούκου: |
| 2237 | κούνια (η) | κορνιαλέτσα (α): |
| 2238 | κούνια (η) | κούνια (α): |
| 2239 | κούνια (η) | νανάκα (α): |
| 2240 | κουνούπι (το) | κουνούκι (το): |
| 2241 | κουνώ | σαού: |
| 2242 | κουνώ , σαλεύω | σαλίου: |
| 2243 | κουνώ την κούνια | σαλίου: |
| 2244 | κουπί (το) | κουκί (το): |
| 2245 | κουράζομαι | ακισταινούμενε: |
| 2246 | κουράζομαι | απισταινούμενε: |
| 2247 | κούραση (η) , κόπωση | ακισταμάρα (α): |
| 2248 | κουρασμένος (ο) , η κόπωση , η εξάντληση | ακιστατέ (ο): |
| 2249 | κούρεμα (το) | κουρά (α): |
| 2250 | κουρεύω | κουρέγγου: |
| 2251 | κουρκούτι (το) | κουρκούκι (το): |
| 2252 | κουρσεύω , λεηλατώ , ληστεύω | κουρσέγκου: |
| 2253 | κουταλάκι (το) | μυσί (το): |
| 2254 | κουτάλι (το) | μύσα (α): |
| 2255 | κουτί (το) | κουκί (το): |
| 2256 | κουτσαίνω , χωλαίνω | κουτσαίνου: |
| 2257 | κουτσάυτης (ο) | κοψοβότανε (ο): |
| 2258 | κουτσοδόντης (ο) | κατσοδόντα (ο): |
| 2259 | κουτσομπόλα (η) , περίεργη | κορκοσούρα (α): |
| 2260 | κουτσομπολεύω | κορκοσουρέγγου: |
| 2261 | κουτσούρα (η) | κουτσούρα (α): |
| 2262 | κούτσουρο (το) | κούτσουρε (το): |
| 2263 | κουφάλα δέντρου (η) | κουφατσία (α): |
| 2264 | κουφάρι (το) , σκελετός | κουφάρι (το): |
| 2265 | κουφέτο (το) | κουφέτα (α): |
| 2266 | κούφιος (ο) | κούθιε (ο): |
| 2267 | κουφοξυλιά (η) | σαμπουκλιά (α): |
| 2268 | κουφώνω τελείως | αποκωφούκου: |
| 2269 | κοφινάκι (το) | κοθινάτζι (το): |
| 2270 | κοφινάκι ευρύ (το) | κάνεστρε (το): |
| 2271 | κοφίνι (το) | κοθίνι ή κοϊθίνι (το): |
| 2272 | κοφινίδα (η) , κοφίνι μεγάλο | κοθινίδα (α): |
| 2273 | κοφτερός (ο) | κοφτερέ (ο): |
| 2274 | κοχλάζων (ο) | κοχλάτε (ο): |
| 2275 | κοχλασμός (ο) | κόχλε (ο): |
| 2276 | κοχλός (ο) , κοχλίας | κούσελε (ο): |
| 2277 | κόψιμο (το) | κόψιμο (το): |
| 2278 | κράμβη (η) | κραμπούνι (το): |
| 2279 | κρασάκι (το) | κρασάτζι (το): |
| 2280 | κράση (η) , δύναμη | κράσι (α): |
| 2281 | κρασί (το) | κρασί (το): |
| 2282 | κράτησα | εκοντούκα: |
| 2283 | κράτησε | ίτσε: |
| 2284 | κρατήσετε | ίτσετε: |
| 2285 | κρατώ | ίκου: |
| 2286 | κρατώ | κοντούκου: |
| 2287 | κραυγάζω , σκούζω , φωνάζω δυνατά | σκουίζου: |
| 2288 | κραυγή (η) , σκούξιμο | σκουΐτέ (ο): |
| 2289 | κρέας (το) | κρήε (το): |
| 2290 | κρέας από κριάρι (το) | κριαρήσιε (το): |
| 2291 | κρεββαταριά (η) , κληματαριά | κρεββαταρία (α): |
| 2292 | κρεββάτι (το) | κρεββάτα (ο): |
| 2293 | κρεμαστός (ο) | κρεμαστέ (α): |
| 2294 | κρεμάω | κρεμαίνου: |
| 2295 | κρεμμύδι (το) | κρέμμου (το): |
| 2296 | κρεμώ | κρεμαλίχου: |
| 2297 | κριάρι (το) | κριάρι (το): |
| 2298 | κριθάρι (το) | κρίσα (α): |
| 2299 | κρίθινος (ο) | κρισίτσινε (ο): |
| 2300 | κρίνος (ο) | κρίνε (ο): |
| 2301 | κρίνω | κρίνου: |
| 2302 | κρίση (η) | κρίσι (α): |
| 2303 | κριτής (ο) | κρική (ο): |
| 2304 | κρόκος (ο) | κορκό (ο): |
| 2305 | κρομμυδότσουφλα | κρεμμυδόφυα: |
| 2306 | κρυάδα (η) | κράδα (α): |
| 2307 | κρύβω | γκρούφου: |
| 2308 | κρυμμενος θησαυρός (ο) | βλησίδι (το): |
| 2309 | κρυστάλλινος (ο) | κρουσταλλένιε (ο): |
| 2310 | κρύσταλλο (το) | κρούσταλλε (το): |
| 2311 | κρύσταλλο πάγου (το) | λυγρί (το): |
| 2312 | κρυσταλλωμένη ζάχαρη (η) | κάντι (το): |
| 2313 | κρυφοακούω | παρακανδούμενε: |
| 2314 | κρυφοκοιτάζω | κρουφουξεικάζω: |
| 2315 | κρυφός (ο) , ύπουλος | γκρουφό (ο): |
| 2316 | κρυώνω | σίου: |
| 2317 | κυβερνώ | τζυβερνού: |
| 2318 | κυδώνι (το) | τζυδώνι (το): |
| 2319 | κυδωνιά (η) | τζυδωνία (α): |
| 2320 | κυδωνόπαστο (το) | ρετζέλι (το): |
| 2321 | κύλισμα (το) , κατρακύλισμα | ακαλιτέ (ο): |
| 2322 | κυλώ | ακαλίου: |
| 2323 | κυλώ κάτω , ξαπλώνω κάτω , αγκαλιάζω | ακαλίνου: |
| 2324 | κύμα (το) | τζύμα (το): |
| 2325 | κυματάκι (το) | τζυμάτζι (το): |
| 2326 | κυματίζω | τζυματίζου: |
| 2327 | κύμινον (το) | τζύνινε (το): |
| 2328 | κυνηγώ | τζυνηγού: |
| 2329 | κυπαρισσόμηλο (το) | τζυπαρισσόμανε (το): |
| 2330 | κύπτω , κοιμάμαι | κιούφου: |
| 2331 | κυρά (η) | τζουρά (α): |
| 2332 | Κυρα ?ννα (η) | Τζουράννα (α): |
| 2333 | κυρία (η) | τζυρά (α): |
| 2334 | κυριακή (η) | τζουρακά (α): |
| 2335 | κύριος (ο) , ο άνδρας μου | τζούρι (ο): |
| 2336 | κυψέλη (η) | κουβέλι (το): |
| 2337 | κωλομέρι (το) | νιόκωλε (το): |
| 2338 | κωλονούρι (το) , σιδερωστιά | κιανί (το): |
| 2339 | κώλος (ο) | κώλε (ο): |
| 2340 | κωλοφωτιά (η) , πυγολαμπίδα | κάμπα (α): |
| 2341 | κώνος (ο) | κούνε (ο): |
| 2342 | Κωνσταντίνος (ο) | Κωσταγκή (ο): |
| 2343 | Κωνσταντινουπολίτικος (ο) | πολίτσιχο (ο): |
| 2344 | λαβώνω , τραυματίζω | λαβούκου: |
| 2345 | λαγός (ο) | αγό (ο): |
| 2346 | λαδερός (ο) | λαδερέ (ο): |
| 2347 | λάδι (το) | άι (το): |
| 2348 | λάδι (το) | αλάϊ (το): |
| 2349 | λάδια | άζα: |
| 2350 | λαδία (η) , λεκές απο λάδι | λαδία (α): |
| 2351 | λαθούρι (το) | λαθούρι (το): |
| 2352 | λαιμός (ο) | λαιμό (ο): |
| 2353 | Λάκκος (ο) | Άκο (ο): |
| 2354 | λάκκος (ο) | λάκο ή άκο (ο): |
| 2355 | λάκκος ρηχός με νερό (ο) | άρνακα (ο): |
| 2356 | λάκκος του ληνού (ο) | λαρνούχο (ο): |
| 2357 | λάλημα (το) , ομιλία , λόγια | άλημα (το): |
| 2358 | λάλησε , πες | άλε: |
| 2359 | λαλώ , ομιλώ | λαλού: |
| 2360 | λαμβάνω | λαβαίνου: |
| 2361 | Λάμια (μυθολογία) (η) , μεταφορικά ” η φαγού” , λαίμαργη | Λάμια (α): |
| 2362 | λαμπάδα (η) , κερί | αμπάδα (α): |
| 2363 | λάμπω | άμπου: |
| 2364 | λάμψη (η) | άμπουμα (το): |
| 2365 | λαός (ο) | λαό (ο): |
| 2366 | λάπαθο (το) | άπασε (το): |
| 2367 | λάρυγγας (ο) | άρουγγα (ο): |
| 2368 | λάρυγγας (ο) | γούα (α): |
| 2369 | λάσπη (η) | λάσπη (α): |
| 2370 | λάσπη (η) | ούλι (α): |
| 2371 | λασπώνω | ουλιάζου: |
| 2372 | λατρεύω | λατρέγγου: |
| 2373 | λαχαίνω , τυχαίνω | λαχαίνου: |
| 2374 | λαχανιάζω | αχανιάζου: |
| 2375 | λαχάνιασμα | αχάνιασμα (το): |
| 2376 | λαχανικό | αχανικό (το): |
| 2377 | λάχανο (το) | άχανε (το): |
| 2378 | λαχτάρα (η) | αχτάρα (α): |
| 2379 | λαχταριστός (ο) | αχταριστέ, -ά, -έ (ο): |
| 2380 | λαχταριστός (ο) | λαχταρέ (α): |
| 2381 | λεβέντης (ο) | λεβέγκι (ο): |
| 2382 | λέβης (ο) , καζάνι | λεβέτα (ο): |
| 2383 | λεβιδόχορτο (το) , λεβιθόχορτο | λενισόχορτε (το): |
| 2384 | λειανικά | λειανικά: |
| 2385 | λειξούρης (ο) , λαίμαργος | λειξούρι (ο): |
| 2386 | λείπω | λείπου: |
| 2387 | λείπω , απουσιάζω | απολείπου: |
| 2388 | λειτουργία (η) | λειτρουγία (α): |
| 2389 | λείψανο (το) | λείψανε (το): |
| 2390 | λεμόνι (το) | λεϊμόνι (το): |
| 2391 | λεμονιά (η) | λεϊμονία (α): |
| 2392 | Λενιδιώτης (ο) | Αγιεληδιώτα (ο): |
| 2393 | λέπι (το) | πέταλε (το): |
| 2394 | λεπίδα (η) | λεκία (α): |
| 2395 | λεπουντιά (η) , πονηριά , λοβοδιά | λεμποντία (α): |
| 2396 | λέπρα (η) | λέπρα (α): |
| 2397 | λεπρός (ο) | λεπρέ (ο): |
| 2398 | λεπτένω | ψιλιαίνου: |
| 2399 | λερωμένος (ο) | λερέ -ά -έ (ο): |
| 2400 | λες και , σαν | σάματσι: |
| 2401 | λεύκα (η) | λεύκο (ο): |
| 2402 | λευκάζουσα γη (η) , έδαφος με μεγάλη αναλογία άσπρου χώματος | ασπρογή (α): |
| 2403 | λευκαίνω | χαλαίνου: |
| 2404 | λευκή ασπάλαθος (η) | λεκαπαλία (α): |
| 2405 | λευκό (το) , το άσπρο | λεκό (α): |
| 2406 | λεχωνιά (η) | οχωνία (α): |
| 2407 | Λεωνίδιον (το) | Αγιελήδι (το): |
| 2408 | Λεωνιδιώτες | Αγιελιδιώτοι: |
| 2409 | ληνός (ο) | ληνέ (ο): |
| 2410 | λησμονώ , ξεχνώ | αλησμονού: |
| 2411 | λιβάνι (το) | λιβάνι (το): |
| 2412 | λιγάκι | λιγάτζι: |
| 2413 | λιγαριά (η) | λιγαρία (α): |
| 2414 | λίγδα (η) | λίγδα (α): |
| 2415 | λίγο ζουμί | ζουμάτσι: |
| 2416 | λίγο και λιγότερο , ολιγούτερε | ολίγο και ολιγούτερε: |
| 2417 | λιγοθυμία (η) | λιγοθυμία (α): |
| 2418 | λιγοθυμώ , λειποθυμώ | λιγοθυμού: |
| 2419 | λίγο-λίγο (το) , κομματάκι – κομματακι | απαδουτέ, -ά, -έ (ο): |
| 2420 | λικνίζω ,νανουρίζω | νανατζίζου: |
| 2421 | λίμα (η) | αρνάζι (το): |
| 2422 | λιμαίνω | λιμάσσου: |
| 2423 | λιμασμένος (ο) , πεινασμένος | λιμαστέ -ά -έ (ο): |
| 2424 | λίμνη (η) | λίμνα (α): |
| 2425 | λινάρι (το) | λινάρι (το): |
| 2426 | λιοκόκκι (το) , το ελαιοκόκκιον , πυρήνας | λιοκότσι (το): |
| 2427 | λιοντάρι (το) , λέων | λιοντάρι (το): |
| 2428 | λιοπύρι (το) | λιοκύρι (το): |
| 2429 | λιποθυμία (η) | κίληψι (α): |
| 2430 | λιπώδης ακαθαρισία από τρίχες (η) | κίνα (α): |
| 2431 | λιχνίζω | λιχνίζου: |
| 2432 | λίχνισμα (το) | λίχνισμα (το): |
| 2433 | λιώνω | λύου: |
| 2434 | λογαριάζω | ογαράζου: |
| 2435 | λογαριασμός (ο) | ογαριασμό (ο): |
| 2436 | λογής λογής | ογής ογής: |
| 2437 | λόγκος (ο) | όγκο (ο): |
| 2438 | λόγκος (ο) , λόχμη | λόγκο (ο): |
| 2439 | λόγος (ο) | όγο (ο): |
| 2440 | λοιμική νόσος (η) , ο λοιμός | λενιτζή (α): |
| 2441 | λοιπόν | λοιπόν: |
| 2442 | λοστός (ο) | οστέ (ο): |
| 2443 | λούζομαι | ουκούμενε: |
| 2444 | λούζω | ούκου: |
| 2445 | λούκι της σκεπής (το) | καβέα (το): |
| 2446 | λουλουδάκι (το) | λουλουδάτζι (το): |
| 2447 | λουλουδίζω | λαλουδίζου: |
| 2448 | λούπινο (το) | λούπινε (το): |
| 2449 | λούπινο (το) | ούκινε (το): |
| 2450 | λοχώνα (η) | οχώνα (α): |
| 2451 | λυγαριά (η) | λυγαρία (α): |
| 2452 | λυγαριά (η) | ουλιά (α): |
| 2453 | λυγερός -ή -ό (ο) | λυγερέ -ά -έ (ο): |
| 2454 | λυγίζω | γυλίζου: |
| 2455 | λυγίζω , κάμπτω | λυγίζου και γυλίζου: |
| 2456 | λυγίζω , κάμπω | βεργίζου: |
| 2457 | λύκος (ο) | λιούκο (ο): |
| 2458 | λύνω , λύω | λιούκου: |
| 2459 | λύπη (η) , θλίψη | ντέρκι (το): |
| 2460 | λύπη (η) , το πένθος | λύκη (α): |
| 2461 | λυπητερός (ο) | λυπητερέ (α): |
| 2462 | λυπούμαι , θλίβομαι | λυπούμενε: |
| 2463 | λύσσα (η) | λύσσα (α): |
| 2464 | λυσσώ , λυσσάζω | λυσσίου: |
| 2465 | λυχνάρι (το) | λυχνούτσι (το): |
| 2466 | λύχνος (ο) | λύχνε (ο): |
| 2467 | λυωζούμι (το) | λυώσμο (το): |
| 2468 | λυώνω | αναλυούκου: |
| 2469 | λώβη (η) , λέπρα | ούβα (α): |
| 2470 | λωβιασμένος (ο) | ουβιαστέ (ο): |
| 2471 | μαγαζί (το) | μαγαζί (το): |
| 2472 | μαγεία (η) | μαγεία (α): |
| 2473 | μαγειρείο (το) | μαγεριτζή (α): |
| 2474 | μαγειρεύω | μαγερέγγου: |
| 2475 | μάγειρος (ο) | μάγερα (ο): |
| 2476 | μαγευτική τοποθεσία (η) | φούσκα (α): |
| 2477 | μαγεύω | μαγέγγου: |
| 2478 | μαγιάτικος (ο) | μαγιάτσικο (το): |
| 2479 | μάγισσα (η) | μάγισσα (α): |
| 2480 | μαγουλίτης (ο) | μαγούλι (το): |
| 2481 | μάγουλο (το) | μάγουλε (το): |
| 2482 | μαδώ | μαΐνδου: |
| 2483 | μάζα χώματος (η) | μάζα (α): |
| 2484 | μάζεμα ως τέλος (το) | απομάζουμα (το): |
| 2485 | μαζεμένος | μαζουτέ, -ά, -έ (ο): |
| 2486 | μαζεύω , συνάζω , συναθροίζω | μαζούκου: |
| 2487 | μαζεύω πύον , μαζεύω πύον | πουίχου: |
| 2488 | μαζί | μαζί: |
| 2489 | μάζωξη (η) , συγκέντρωση | μάζουξη (α): |
| 2490 | μαθαίνω | μαθαίνου: |
| 2491 | μαθητής (ο) | μαθητή (ο): |
| 2492 | μαϊδανός (ο) , μαϊντανός | μαντανέ (ο): |
| 2493 | Μάιος (ο) | Μάη (ο): |
| 2494 | μακάρι , είθε | μαγάρι: |
| 2495 | μακαρία (η) | μακαρία (α): |
| 2496 | μακαρίζω | μακαρίζου: |
| 2497 | μακαρίτης (ο) | μακαρίτα (ο): |
| 2498 | μακαρίτισσα (η) | μακαΐτζι (α): |
| 2499 | μακρά νηστεία (η) | νηστζικουμάγρα (α): |
| 2500 | μακραίνω | μακρύνου: |
| 2501 | μακριά | αλλάργα: |
| 2502 | μακριά | μακρία: |
| 2503 | μακρινός (ο) , απομακρυσμένος | αλλαργινέ (ο): |
| 2504 | μακρινός -ή -ό (ο) | μακρυνέ -ά -έ (ο): |
| 2505 | μακρύς,-ιά,-ύ | μακρού,-ρεία-ρού: |
| 2506 | μακρύτερος , μακρότερος | μακρούτερε,-τέρα,-τέρε: |
| 2507 | μαλακός,-ή,-ό | μακό,-ά,-ό: |
| 2508 | μαλακώνω | απαλαίνου: |
| 2509 | μαλακώνω , μαλακύνω | μακούκου: |
| 2510 | μάλαμα (το) | μάμα (το): |
| 2511 | μαλαματένιος (ο) | μαματένιε (ο): |
| 2512 | μαλάσσω , ψηλαφώ | μάσου: |
| 2513 | Μαλεβός (ο) , Πάρνωνας | Μαλεβό (ο): |
| 2514 | μάλιστα | μάλιστα: |
| 2515 | μαλλί (το) | έρι (το): |
| 2516 | μαλλί αρνίσιο (το) , μαλλί προβάτου | αρνοπόκι (το): |
| 2517 | μαλλιαρός,-ή,-ό (ο) | μαλλιαρέ,-ά,-έ (ο): |
| 2518 | μάλλινος,-η,-ο (ο) | μάλλινε,-ε,-ε (ο): |
| 2519 | μαλώνω , επιτιμώ | μαούνου: |
| 2520 | μαλώνω θορυβώντας | βροντομαούνου: |
| 2521 | μαμμή (η) | μανή (α): |
| 2522 | μάνα (η) | μα (α): |
| 2523 | μανάβικο (το) | οπωρικό (α): |
| 2524 | μανάρι, οικόσιτον αρνί ή γουρουνάκι (το) | μανάρι (το): |
| 2525 | μαναστήρι (το) | μοναστζήρι (το): |
| 2526 | μανδρί (το) | μανδρί (το): |
| 2527 | μανίκι (το) | μάνικα (α): |
| 2528 | μανούλα (η) | εμά (α): |
| 2529 | μανούλα (το) | ματέρι (το): |
| 2530 | μαντήλι (το) | στζέπα (α): |
| 2531 | μάντης (ο) | μάντο (ο): |
| 2532 | Μανωλάκις (ο) | Μανουάτζι (ο): |
| 2533 | μάπα (η) , λάχανο | μάπα (α): |
| 2534 | μάραθος είδος φυτού (ο) | μάραθε (το): |
| 2535 | μαραίνω | μαραίνου: |
| 2536 | μαραίνω τελείως | απομαραίνου: |
| 2537 | μαρασμός (ο) | μάρα (α): |
| 2538 | μαρασμός (ο) | μαραΐα (α): |
| 2539 | μαρένομαι | ρεγγούμενε: |
| 2540 | Μαρία (η) , Μαρούλα | Μαρούα (α): |
| 2541 | Μάρτιος (ο) | Μάντζι (ο): |
| 2542 | μάρτυρας (ο) | μάρτυς (ο): |
| 2543 | μαρτυρώ | μαρτυρού: |
| 2544 | μας | μου: |
| 2545 | μασκαραλίκι (το) | μασκαραλίτζι (το): |
| 2546 | μασκαράς (ο) | μασκαρά (ο): |
| 2547 | μασούρι (το) | μασούρι (το): |
| 2548 | μαστός (ο) , το βυζί | βουζί (το): |
| 2549 | μαστός (το) | μαστάρι (το): |
| 2550 | μασχάλη (η) | αμοσκά (α): |
| 2551 | μασώ | ματάνδου: |
| 2552 | ματάκι (το) | ψιλάτζι (το): |
| 2553 | ματαφυτεύω | ματαφτύου: |
| 2554 | μάτι (το) | εψιλέ (το): |
| 2555 | ματιά (η) | ματία (α): |
| 2556 | ματιάζω | ψιλιάζου: |
| 2557 | μάτιασμα (το) | ψίλιασμα (το): |
| 2558 | ματώνω | ματούκου: |
| 2559 | μαυλίζω | μαυλίνδου: |
| 2560 | μαυραγκαθιά (η) , μεταφορικά”κατακίτρινη” | λαντζοχειρία (α): |
| 2561 | μαυριδερός (ο) , μελαχροινός | μαυροδερέ -ά -έ (ο): |
| 2562 | μαυρίζω | μαυρίζου: |
| 2563 | μαυρίλα (η) | κουβαγία (α): |
| 2564 | μαυροντυμμένος (ο) | μαυροκουρνιαχτέ-ά-έ (ο): |
| 2565 | μαύρος (ο) , σκούρος | κόρμπικο (το): |
| 2566 | μαύρος τράγος (ο) | κόρμπο (ο): |
| 2567 | μαχαιράκι (το) | μαχαιρούλι (το): |
| 2568 | μαχαίρι (το) | μαχαίρα (α): |
| 2569 | μαχαίρι (το) | μαχαίρι (το): |
| 2570 | μαχαιροπήρουνο (το) | μαχαιροκήρουνο (το): |
| 2571 | με | μέ: |
| 2572 | με κάποιο θυμό | ορωγιορορή: |
| 2573 | με την σειρά | αραδιαστά: |
| 2574 | με τρία χτένια χτενισμένη (η) , ωραία χτενισμένη | τριόχτενε (α): |
| 2575 | μεγάλη γαϊδάρα (η) | ονάρα (α): |
| 2576 | μεγάλη ζάλη (η) | βουρλικό (το): |
| 2577 | μεγάλη κλάρα (η) | καρούνα (α): |
| 2578 | μεγάλη κούραση (η) , κόπωση | αποαλημό (ο): |
| 2579 | μεγάλη ξύλινη πρόκα (η) | εμπροκό (ο): |
| 2580 | μεγάλη πέτρα (η) , κοτρώνα | κοτρώνι (το): |
| 2581 | μεγάλη φωτιά (η) , λαύρα , κάψα | άμπρακα (ο): |
| 2582 | μεγάλο κουδουνι των μεγάλων τράγων (το) | τρουγκάνα (α): |
| 2583 | μεγάλο κοφίνι | τσυγικό (το): |
| 2584 | μεγάλο κοφίνι (το) | κόφα (α): |
| 2585 | μεγάλο φίδι (το) | ούθακα (ο): |
| 2586 | μεγαλο χαράρι (το) | αχουροχάραρε (το): |
| 2587 | μεγάλος (ο) | ατσέ (ο): |
| 2588 | μεγάλος βράχος (ο) | μούτουλε (ο): |
| 2589 | μεγάλος βράχος (ο) | πάσσινε (ο): |
| 2590 | μεγάλος βράχος πάνω στο βουνό (η) | πάντζικα (α): |
| 2591 | μεγάλος γάϊδαρος (ο) | ονάκα (ο): |
| 2592 | μεγάλος κλάδος (ο) | καμό (ο): |
| 2593 | μεγαλούτσικο (το) | ατσούσικο (το): |
| 2594 | μεγάλώνω | ατσεραίνου: |
| 2595 | μεθώ | μεθού: |
| 2596 | μεθώ , το τσούζω | μουρίχου: |
| 2597 | μείγμα από νερό,λάδι και αλάτι (το) | αρμόλατσε (το): |
| 2598 | μελαγχολία (η) | μελαχολία (α): |
| 2599 | μελαγχολικός (ο) | μελαχολικό (ο): |
| 2600 | Μέλανα | Μέανα: |
| 2601 | μελανιασμένος (ο) | πελί (ο): |
| 2602 | μελετώ | μελετού: |
| 2603 | μελής (ο) | μελισσέ -ά -έ (ο): |
| 2604 | μελιγκώνι (το) , το μυρμήγκι | λιγκώνι (το): |
| 2605 | μέλισσα (η) | μελισσά (α): |
| 2606 | μελισσί βόδι (το) | μελίσσι (ο): |
| 2607 | μελισσοκόφινο (το) | μελισσοκόθινε (το): |
| 2608 | μελιτζάνα (η) | μελιτζάνα (α): |
| 2609 | μέλλει , νοιάζομαι | μεούμενε: |
| 2610 | μελομακάρονο (το) | μελομακάρουνε (το): |
| 2611 | μέλωμα (το) | μέλουμα (το): |
| 2612 | μελώνω | μελούκου: |
| 2613 | μένω , υπολείπομαι , σταματώ | αραμού: |
| 2614 | μένω μόνος , μένω χωρίς κληρονόμους , μένω άκληρος | ακλεράζου: |
| 2615 | μέρα (η) | μέρα (α): |
| 2616 | μέρα (η) , η ημέρα | αμέρα (α): |
| 2617 | μεριά (η) | μερία (α): |
| 2618 | μερικοί -ές -ά | μεριτζοί -τζέ -κά: |
| 2619 | μεριχιά (η) | αρμυρήθρα (α): |
| 2620 | μεριχιά (η) | μεριχία (α): |
| 2621 | μέρος (το) | μέρι (το): |
| 2622 | μέρος για φύλαξη | μπουζούλι (το): |
| 2623 | μέρος λάκκου με νερό (ο) | αρνατσία ή αρνατζία (α): |
| 2624 | μέρος με πολλή υγρασία (το) | βαζικό (ο): |
| 2625 | μέρος πολύ βορινό (το) | βοζινήθρα (α): |
| 2626 | μέρος που κρύβεις κάτι (το) | καταχώνι (το): |
| 2627 | μέσα , εντός | τάσου: |
| 2628 | μεσάνυχτα | μισάνιουτα: |
| 2629 | μέση (η) | μισά (α): |
| 2630 | μεσημέρι (το) | μεσαμέρι (το): |
| 2631 | μεσημέρι (το) | μισαμέρι (το): |
| 2632 | μεσημεριανός (ο) | μεσαμερανέ -ά -έ (ο): |
| 2633 | μεσιανός (ο) | μεσαρινέ-ά-έ (ο): |
| 2634 | μεσιανός (ο) | μισαρινέ-ά-έ (ο): |
| 2635 | μεσίτης (ο) | μεσίτα (ο): |
| 2636 | μέσο του χειμώνα | μισοχείμωνα: |
| 2637 | μεστός (ο) | μεστέ-ά-έ (ο): |
| 2638 | μεστώνω | μεστούκου: |
| 2639 | Μετά τη λειτουργία | απολείτουργα: |
| 2640 | μετά το θέρος | απόσερε: |
| 2641 | μετά το Πάσχα | απόπασκα: |
| 2642 | μετά το Πάσχα | ξώαμπρα: |
| 2643 | μετά το χάραγμα | αποχαραή: |
| 2644 | μεταδίδω ασθένεια | καρούκου: |
| 2645 | μέταλλο (το) | μέταλλε (το): |
| 2646 | μέταλλο μολύβι (το) | βολύνι (το): |
| 2647 | μετάνοια (η) | μετάνοια (α): |
| 2648 | μετανοώ | ματανοίου: |
| 2649 | μεταξένιος (ο) | μεταξένιε (ο): |
| 2650 | μετάξι (το) | μετάξι (το): |
| 2651 | Μεταξία (η) | Μεταξού (α): |
| 2652 | μεταξοσκώληκας (ο) | βασιλικάζη (ο): |
| 2653 | μεταφέρω , στέλνω | αποσούκου: |
| 2654 | μεταφορά (η) | απόσουμα (το): |
| 2655 | μετόχι (το) | μετόχι (α): |
| 2656 | μετρώ | μετσού: |
| 2657 | μέτωπο (το) | μετώπι (το): |
| 2658 | μη απολυμένος (ο) , ατέλειωτος , ασχόλαστος | αξαπόλυτε (ο): |
| 2659 | μη εισελθών (ο) | άμπατε (ο): |
| 2660 | μη θλιμμένος | άχλιφτε (ο): |
| 2661 | μη κερασμένος (ο) | ατσέραστε (ο): |
| 2662 | μη παρμένος | αύρατε (ο): |
| 2663 | μη ροκανισμένος (ο) , μη τραγανισμένος , απλάνιστος | αροκάνιστε (ο): |
| 2664 | μη σκοτωμένος (ο) | ασκότουτε (ο): |
| 2665 | μη στασιασμένος | αστάσαστε (ο): |
| 2666 | μη στενεμένος | αστένευτε (ο): |
| 2667 | μη στοιβασμένος | αστοίβαστε (ο): |
| 2668 | μη τελειωμένος (ο) | ατελεσφόρετε (ο): |
| 2669 | μη υφασμένος (ο) | αφάιτε (ο): |
| 2670 | μη χουγιασμένος (ο) , μη ενοχλημένος | αχούγιαχτε (ο): |
| 2671 | Μη χτυπημένος (ο) , άδαρτος | απράνιστε (ο): |
| 2672 | μήκος (το) | μάκρι (το): |
| 2673 | μήλα | μάβα: |
| 2674 | μηλιά (η) | μαλία (α): |
| 2675 | μηλίγκι (το) | νήλιγγα (ο): |
| 2676 | μήλο (το) | μάλι (το): |
| 2677 | μήνας (ο) | μήνα (ο): |
| 2678 | μηρός (ο) | μερέ (ο): |
| 2679 | μήτε | μήτε: |
| 2680 | μητέρα (η) , μάνα | μάτη (α): |
| 2681 | μήτρα (η) | μήτρα (α): |
| 2682 | μητριά (η) | μετσύα (α): |
| 2683 | μητριός (ο) | μετσύε (ο): |
| 2684 | μηχανεύομαι | μηχανεγγούμενες: |
| 2685 | μία | μία: |
| 2686 | μία | νία: |
| 2687 | μιαίνω , μαγαρίζω | μαγαρίζου: |
| 2688 | μικρά τρίχινα ταγάρια (το) | σαγούλι (το): |
| 2689 | μικραίνω | μιτσαίνου: |
| 2690 | μικρή αφάνα (η) | αφάνι (το): |
| 2691 | μικρή βάρκα (η) | βαρκούλι (το): |
| 2692 | μικρή εκκλησία (ο) , εκκλησάκι | αγιούτσι (το): |
| 2693 | μικρή κορύτα (η) | ναΐ (α): |
| 2694 | μικρή λάρνακα (η) | λιμπί (το): |
| 2695 | μικρή μυζήθρα (η) | αφοκιούρι (το): |
| 2696 | μικρή σπηλιά (το) | σπηλιούτσι (το): |
| 2697 | μικρή τσίμπλα (η) | μουτζί (το): |
| 2698 | μικρό αγίασμα (το) | αγιασμάτζι (το): |
| 2699 | μικρό αδράχτι (το) | ασίτι (το): |
| 2700 | μικρό βαρβάτο ζώο (το) | βαρβατσέλι (το): |
| 2701 | μικρό βρακί (το) | βρακούλι (το): |
| 2702 | μικρό βυζί (το) | βουζάτσι (το): |
| 2703 | μικρό ζώο (το) | ζούμπερε (το): |
| 2704 | μικρό κοπάδι ζώων (το) | πράσι (α): |
| 2705 | μικρό κορίτσι (το) | σατέρι (το): |
| 2706 | μικρό μέρος με νερό (το) | μπαρδούκα (α): |
| 2707 | μικρό μολυντήρι (το) | μολεμάτζι (το): |
| 2708 | μικρό ξύλινο ποτήρι (το) | κουτούλι (το): |
| 2709 | μικρό σκουλήκι του νερού (ο) | δίψακα (ο): |
| 2710 | μικρό σπήλαιο (το) | σπήλι (το): |
| 2711 | μικρό σπιτάκι (το) | τζελλιούλι (το): |
| 2712 | μικρό σταφύλι (το) | βοτσάλι (το): |
| 2713 | μικρό τόπι (το) | στρομπούλι (το): |
| 2714 | μικρό τραπέζι (το) | τραπεζάτζι (το): |
| 2715 | μικρό φεγγάρι (το) | φεγγαρούλι (το): |
| 2716 | μικρό,ξερό σύκο (το) | ασκαούνι (το): |
| 2717 | μικρόν ψαλίδι (το) | ψαλί (το): |
| 2718 | μικρός (ο) | μιτσί-ά-ί (ο): |
| 2719 | μικρός αχινός (ο) | αχινούτσι (ο): |
| 2720 | μικρός βλαστός (ο) | βασταζούλι (το): |
| 2721 | μικρός γάϊδαρος (ο) | ονάρι (το): |
| 2722 | μικρός λάκκος με νερό (ο) | βιρέ (ο): |
| 2723 | μικρός πετεινός (ο) , κοκοράκι | βουλί (ο): |
| 2724 | μικρός σιδερένιος κρίκος (ο) | γριτζέλι (το): |
| 2725 | μικρός τόπος (ο) | τοπούτσι (το): |
| 2726 | μικρόσωμος (ο) | λωβό (ο): |
| 2727 | μικρούτσικο (το) | μιτσούλικο (το): |
| 2728 | μιλώ μέχρι τέλους | αποαού: |
| 2729 | μισθός (ο) | ρόγα (α): |
| 2730 | μίσθωσις αγρού (το) | γέμουρε (το): |
| 2731 | μισοπεθαμένος | μωροζώντανε: |
| 2732 | μισοπεθαμένος (ο) | μισοπενατέ-ά-έ (ο): |
| 2733 | μισός (ο) | έμισε, -ε, -ου (ο): |
| 2734 | μίσος (το) , έχθρα | έχτρα (α): |
| 2735 | μισώ | μισού: |
| 2736 | μιτερόβεργα (η) | νιτουτέρα (α): |
| 2737 | μίτρα επισκόπου (η) | μίτρα (α): |
| 2738 | Μιχάλις (ο) | Νιχάλι (ο): |
| 2739 | μνήμα (το) | μνήμα (το): |
| 2740 | μνημονεύω | μνημονέγγου: |
| 2741 | μνημόσυνο (το) | μνημόσυνε (το): |
| 2742 | μοίρα (η) | μοίρα (α): |
| 2743 | μοίρα (η) , το κισμέτ | κιζμέκι (το): |
| 2744 | μοιράζω | μεράχου: |
| 2745 | μοίρασα | εμερά: |
| 2746 | μοιρασιά (η) | μοιρασία (α): |
| 2747 | μοιρολογήτρα (η) | νοιρογίστρα (α): |
| 2748 | μοιρολόγι (το) | νοιρόγι (το): |
| 2749 | μοιρολογώ | νοιρογού: |
| 2750 | μόλις | μόλις: |
| 2751 | μόλις | μότσι: |
| 2752 | μολόχα (η) | μόχα (α): |
| 2753 | μολυντήρι (το) | μόλεμο (ο): |
| 2754 | μονάδα μέτρησης σιτηρών (η) | μόδι (το): |
| 2755 | μοναξιά (η) | μοναχία (α): |
| 2756 | μοναχή (η) , μοναδική | μονονία (α): |
| 2757 | μοναχικός (ο) , που δεν συναναστρέφεται άλλον | ασυνάστρεφτε (ο): |
| 2758 | μοναχός (ο) , μόνος | μοναχό,-ά,-ό (ο): |
| 2759 | μονάχος (ο) , τελείως μόνος | απομόναχο (ο): |
| 2760 | μονογενής (ο) | μονογενή (ο): |
| 2761 | μονοκοπανιά , μονομιάς | μονοκοπανία: |
| 2762 | μονοπατι (το) | σύρμα (το): |
| 2763 | μονοπάτι (το) | μονοπάκι (το): |
| 2764 | μόνος,-η,-ο (η) | μόνε,-α,-ου (ο): |
| 2765 | μορώπανο (το) | κώπαννε (το): |
| 2766 | μοσχαράκι (το) | μοκούλι (το): |
| 2767 | μοσχάρι (το) | μόκο (ο): |
| 2768 | μοσχοαναθρεμμένος (η) | μοσκοανασταντέ,-ά,-έ (ο): |
| 2769 | μοσχοβολώ | βοού: |
| 2770 | μου | μι: |
| 2771 | μου | νάμου: |
| 2772 | μουγκός,-ή,-ό (ο) | μουγκό,-ά,-ό (ο): |
| 2773 | μουγκρίζω | μουγκρίζου: |
| 2774 | μούγκρισμα (το) | μούγκρισμα (το): |
| 2775 | μουδιάζω | ψύου: |
| 2776 | μουδιάζω | ψύου: |
| 2777 | μουδιάζω , ναρκώνομαι | μουδίου: |
| 2778 | μούδιασα | εμουδιάκα: |
| 2779 | μούλα (η) | μούα (α): |
| 2780 | μούλα (η) , μουλάρι | κόρμπα (α): |
| 2781 | μουλάρι (το) | μουάρι (το): |
| 2782 | μουνί (το) | κύστε (ο): |
| 2783 | μουνουχίζω | μουνουχίζου: |
| 2784 | μουνούχισμα (το) | μουνούχισμα (το): |
| 2785 | μούντζα (η) | μούντζα (α): |
| 2786 | μουντζούρα (η) | μουντζαλία (α): |
| 2787 | μουντζουρώνω | μουντζουρίζου: |
| 2788 | μούργα (η) | μούργα (α): |
| 2789 | μουριά (η) | μουρήα (α): |
| 2790 | μουρμούρα (η) | μουρμούρα (α): |
| 2791 | μουρμουργιάρης (ο) | μουρμουράρι,μουρμουράρα,μουρμουράρικο (ο): |
| 2792 | μουρμούρης (ο) | μουρμούρι (ο): |
| 2793 | μουρμουρίζω | μουρμουρίζου: |
| 2794 | μουρμούρισμα (το) | μουρμούρισμα (το): |
| 2795 | μουρόφυλλα | μουρόφυα: |
| 2796 | μουσικό όργανο (το) | όργανε (το): |
| 2797 | μουσμουλία (η) | μεσκουλία (α): |
| 2798 | μούσμουλο (το) | μέσκουλε (το): |
| 2799 | μουστάκι (το) | μουστάτζι (το): |
| 2800 | μουστόπητα (η) | μουστόπατα (α): |
| 2801 | μούτρα | μούτσουνα: |
| 2802 | μούχλα (η) | μούχα (α): |
| 2803 | μουχλιάζω | μουχλιάζου: |
| 2804 | μπαίνω | μπαίνου: |
| 2805 | μπακαλιάρος (ο) | μπακαλάο (ο): |
| 2806 | μπαλκόνι (το) | ξουστάγι (το): |
| 2807 | μπάλωμα | πίσαμ(μ)α: |
| 2808 | μπάλωμα (το) | μπάουμα (το): |
| 2809 | μπαλωματής (ο) | μπαλώση (ο): |
| 2810 | μπαλωματού (η) | μπαλώσαινα (α): |
| 2811 | μπαλώνω | μπαούκου: |
| 2812 | μπαλώνω | πισαματούκου: |
| 2813 | μπάμια (η) | μπάμπια (α): |
| 2814 | μπαμπούλας (ο) | μπαμπάη (ο): |
| 2815 | μπάτης (ο) , άνεμος από θάλασσα | μπάτη (ο): |
| 2816 | μπάτσος (ο) , σφαλιάρα , χαστούκι | μπάτσε (ο): |
| 2817 | μπήγω | γκήχου: |
| 2818 | μπήκα | εμπάκα: |
| 2819 | μπογιά (η) | ζβέντζα (α): |
| 2820 | μπορώ | πορού: |
| 2821 | μπουκιά (η) | μπουκουνία (α): |
| 2822 | μπουσούλισμα (το) | μπαχάντζα (α): |
| 2823 | μπροστά , πηγαίνω εμπρός | πουρτέσε: |
| 2824 | μπροστινό αντί του αργαλειού (το) | μπροσάγκι (το): |
| 2825 | μπροστινός | πουρτεσινέ: |
| 2826 | μπροστινώτερα | πουρτεσούτερα: |
| 2827 | μπρούμυτα , πίστομα | κίστομα: |
| 2828 | μυαλό (το) | εμαλέ (το): |
| 2829 | μυαλό (το) | μαλέ (ο): |
| 2830 | μύγα (η) | μούζα (α): |
| 2831 | μυγόχεσμα (το) | μουζόχεσμα (το): |
| 2832 | μυζήθρα (η) | αφόκιουρη (α): |
| 2833 | μυκτήρισμα (το) , ειρωνεία | θρούνισμα (το): |
| 2834 | μύλος (ο) | μύλε (ο): |
| 2835 | μυλωνάς (ο) | μυωνά (ο): |
| 2836 | μυλωνού (η) | μυωνού (α): |
| 2837 | μυρίζω | μυρίζου: |
| 2838 | μυρίζω | νυρίζου: |
| 2839 | μύριοι , χιλιάδες | νύροι: |
| 2840 | μυρμήγκι (το) | μελιγκώνι (το): |
| 2841 | μυρουδιά βούρκου (η) | βουρτσία (α): |
| 2842 | μυρτιά (η) , σμερτιά | μουνταλία (α): |
| 2843 | μυρωδιά (η) | λιβανία (α): |
| 2844 | μυρωδιά (η) | νυρωϊδία (α): |
| 2845 | μυρωδιά συνήθως δυσάρεστη (η) | αποφορά (α): |
| 2846 | μυρώνι (το) , αγριομυρώνι | κάντζικα (α): |
| 2847 | μυστικός (ο) | μυστικό (α): |
| 2848 | μυστρί (το) | μυστρί (το): |
| 2849 | μυτερό ξύλο για να κεντούν τα ζώα (το) | βουτζέντρα (α): |
| 2850 | Μωριάς (ο) , Πελοπόννησος | Μωρήα (ο): |
| 2851 | να εδώ να | ορωγιορή: |
| 2852 | να φάω | φάου: |
| 2853 | ναι , βεβαίως | αμέ: |
| 2854 | νάρθηκας (ο) , πρόναος | νάρθηκα (ο): |
| 2855 | ναύτης (ο) | ναύτα (ο): |
| 2856 | νεαρή γίδα (το) | βεργάδι (το): |
| 2857 | νεαρός (ο) | νέο (ο): |
| 2858 | νεκρός (ο) , πεθαμένος | απενατέ,-ά έ (ο): |
| 2859 | νεκρός (ο) , πεθαμένος | νεκρέ (ο): |
| 2860 | νεκρώνω | νεκρούκου: |
| 2861 | νεογέννητο παιδί ή ζώο που βυζαίνει δύο μητέρες (το) | διγόνι (το): |
| 2862 | νέος ευπαρουσίαστος (ο) , λεβέντης , φίλος | βλάμη (ο): |
| 2863 | νεοσσός (ο) | νησσούα (α): |
| 2864 | νεότητα (η) | νεότη (α): |
| 2865 | νεράιδα (η) | αναραΐδα (α): |
| 2866 | νερό (το) | ύο (το): |
| 2867 | νερό δυνατά αλατισμένο (το) | αρμύρα (α): |
| 2868 | νερό που μέσα πλύναμε μαλλιά (το) | απόληνε (το): |
| 2869 | νερού – νερά | υβάτου και ύβατα: |
| 2870 | νερουλός (ο) , υγρός , μαλακός | αδερέ (ο): |
| 2871 | νερουλός-ή-ό | νερουπό-ά-ό: |
| 2872 | νεύμα (το) | νόημα (το): |
| 2873 | νεύρο (το) | νεύρε (το): |
| 2874 | νεφρό (το) | νεφρέ (ο): |
| 2875 | νήμα (το) | αζούρι (το): |
| 2876 | νησί (το) | νησί (το): |
| 2877 | νησιώτης (ο) | νησιώτα (ο): |
| 2878 | νηστεία (η) | νηστζεία (α): |
| 2879 | νηστεύω | νηστέγγου: |
| 2880 | νηστήσιμος (ο) | ανάρκυστε (ο): |
| 2881 | νηστικός-ή-ό | νηστζικό-ά-ό: |
| 2882 | νίβομαι | νιφούμενε: |
| 2883 | Νικολάκης (ο) | Νικοάτζι (ο): |
| 2884 | Νικόλαος (ο) | Νικόα (ο): |
| 2885 | νικώ | νικού: |
| 2886 | νιόγαμπρος (ο) | νιόγαμπρε (ο): |
| 2887 | Νοέμβριος (ο) | Νοέμβρη (ο): |
| 2888 | νόθος υιός (ο) , μούλικος | μούλε (ο): |
| 2889 | νοιάζομαι | εννοιάζουντα: |
| 2890 | νοικοκύρης (ο) | νοικοτζούρι (ο): |
| 2891 | νομίζω | νομίζου: |
| 2892 | νοστιμάδα (η) | νοστζιμάδα (α): |
| 2893 | νοστιμεύω , νοστιμίζω | νοστζιμέγγου: |
| 2894 | νόστιμος (ο) | νόστζιμο (ο): |
| 2895 | νότιο μέρος (το) | νοκία (α): |
| 2896 | νους (ο) | νου (ο): |
| 2897 | ντόπιος (ο) | ντόκιε (ο): |
| 2898 | ντορβάς (ο) , υφασμάτινη τσάντα | τορβά (ο): |
| 2899 | ντουφέκι (το) | ντουφέτζι (το): |
| 2900 | ντρέπομαι | ντρεπούμενε: |
| 2901 | ντροπαλός (ο) | ντραπαλέ (ο): |
| 2902 | ντροπή (η) | εντροκή (α): |
| 2903 | ντροπή (η) | ντροκή (α): |
| 2904 | ντροπιάζω | ντροκιάζου: |
| 2905 | ντύνω | γκιούκου: |
| 2906 | νύμφη (η) | νύθη (α): |
| 2907 | νυμφικός (η) | νυθιάτσιχο (ο): |
| 2908 | νυστάζω | νυστάζου: |
| 2909 | νυχάκι (το) | νυχάτζι (το): |
| 2910 | νύχι (το) | νύχι (το): |
| 2911 | νύχτα (η) | νιούτα (α): |
| 2912 | νυχτέρι (το) , ολονυχτία | νιουτέρι (το): |
| 2913 | νύχτωσε | εκαγγιούτζε: |
| 2914 | ξαγναντίζω , φαίνομαι , παρουσιάζομαι | ξαγναγκίζου: |
| 2915 | ξαγνάντισα , φάνηκα | ετσύβα: |
| 2916 | ξαγριεύω | ξαγρούκου: |
| 2917 | ξαδέρφη (η) | τσάδερφο (α): |
| 2918 | ξάδερφος (ο) | τσάδεφο (ο): |
| 2919 | ξαίνω | τσαίνου: |
| 2920 | ξακουσμένος (ο) , ξακουστός , ευκλεής | ξακουστέ,-ά,-έ (ο): |
| 2921 | ξανά | ματά: |
| 2922 | ξαναβλέπω | ξαναορού: |
| 2923 | ξαναγεννώ | ξαναγεννού: |
| 2924 | ξαναγέρνω , ξαναπλαγιάζω | ξαναγύρου: |
| 2925 | ξαναγυρίζω | ξαναγιουρίζου: |
| 2926 | ξαναέρχομαι | ξαναπαρίου: |
| 2927 | ξαναζητώ | ξανακουνίνδου: |
| 2928 | ξαναζώ | ξαναζού: |
| 2929 | ξαναήλθα | εξανακάνα: |
| 2930 | ξαναθυμίζω | ξαναθυνίχου: |
| 2931 | ξανακαλώ , ματακαλώ | ματακαού: |
| 2932 | ξανακούω | ξανανοίου: |
| 2933 | ξαναλέω | ματαού: |
| 2934 | ξαναλέω | ξαναού: |
| 2935 | ξαναπαίρνω | ξαναρίκου: |
| 2936 | ξαναπατώ | ξαναπατού: |
| 2937 | ξαναπέφτω | ξανατσυτένδου: |
| 2938 | ξαναπηγαίνω | ματαέγκου: |
| 2939 | ξανατροχίζω | ξανακονού: |
| 2940 | ξαναφιλώ | ξαναθιού: |
| 2941 | ξανθός -ή -ό (ο) | ξανθέ-ά-έ (ο): |
| 2942 | ξαπλώνω | τσαπρούκου: |
| 2943 | ξάπλωσα | ετσαπρούκα: |
| 2944 | ξαποσταίνω , ξεκουράζομαι | ξακισταινούμενε: |
| 2945 | ξάστερος (ο) | ξάστερε (ο): |
| 2946 | ξαστερώνει | ξαστερούκουντά νι: |
| 2947 | ξαφνιάζω | ξαφνίζου: |
| 2948 | ξαφνικά | άξαφνα: |
| 2949 | ξαφνικό ράπισμα (το) | αστραφτά (α): |
| 2950 | ξαφνικός (ο) , αιφνίδιος | άξαφνε (ο): |
| 2951 | ξαφνικός στεριανός άνεμος (ο) | σπηλιάδα (α): |
| 2952 | ξεβαθουλώνω | γουρνιάζου: |
| 2953 | ξεβγάζω | ξεμπάνου: |
| 2954 | ξεβουλλώνω | ξεβούκου: |
| 2955 | ξεγλυτώνω | ξεγλυτούνου: |
| 2956 | ξεγύμνωμα (το) | τζητζίδι (το): |
| 2957 | ξεθεμελιώνω | ξεθεμελιούκου: |
| 2958 | ξεθυμώνω | ξεθυμούκου: |
| 2959 | ξεκαρδίζομαι | ξεκαρδισκούμενε: |
| 2960 | ξεκαταχώνω , ξεχώνω | ξεκακούχου: |
| 2961 | ξεκινώ | ξετζινού: |
| 2962 | ξεκολλώ | ξεκοού: |
| 2963 | ξελάκκωμα (το) | ξεκάκουμα (το): |
| 2964 | ξελογιασμένος (ο) | ξεδουτέ -ά -έ (α): |
| 2965 | ξενιτειά (η) , αλλοδαπή | ξενικεία (α): |
| 2966 | ξενιτέυομαι | Ξενιτεγγούμενε: |
| 2967 | ξενιτεύω | ξενιτέγγου: |
| 2968 | ξέννιαστος (ο) , αμέριμνος | ξέννοιαστε (ο): |
| 2969 | ξενοδουλεύω | ξενοδουλέγγου: |
| 2970 | ξενώνας (ο) | ξενώνα (ο): |
| 2971 | ξεπαγιασμένος (ο) , κουβαριασμένος | κιουκιούρι (ο): |
| 2972 | ξεπεσμένος (ο) | ξεπεφτέ (ο): |
| 2973 | ξεπλέκω μαλλιά | ξεπρέγου: |
| 2974 | ξεπλένω | ξεκρύζου: |
| 2975 | ξεπρήζομαι , ξεφουσκώνω | ξεπρησκούμενε: |
| 2976 | ξέρα (η) | τσέρα (α): |
| 2977 | ξεραϊλα (η) | ψαΐα (α): |
| 2978 | ξεραΐλα (η) | τσεραΐα (α): |
| 2979 | ξεραίνονται τα χείλη μου από δίψα | γατσίου: |
| 2980 | ξεραίνω | τσεραίνου: |
| 2981 | ξεριζώνω | ξεσινδούκου: |
| 2982 | ξερικός αγρός (ο) | ξερικό (ο): |
| 2983 | ξερό σύκο (το) | ασκά (α): |
| 2984 | ξεροβήχω | τσεροδήχου: |
| 2985 | ξεροκάμπι (το) | Τσερόκαμπε (ο): |
| 2986 | ξεροκαταπίνω | τσεροκακίνου: |
| 2987 | ξερομασσώ | τσερομάσσου: |
| 2988 | ξερομαχώ | τσερομαχού: |
| 2989 | ξερός (ο) | τσερέ,-ά,-έ (ο): |
| 2990 | ξεροσκάω | τσεροκράνδου: |
| 2991 | ξερρωγίζω | κρινίχου: |
| 2992 | ξέρω , ξέρω | ξέρου: |
| 2993 | ξεσκεπάζω | ξεμπέχου: |
| 2994 | ξεσκεπάζω | ξεστζεπάχου: |
| 2995 | ξέσκεπος (ο) | ξέστζεπο (ο): |
| 2996 | ξεσκούφωτος | ξεσκούφουτε: |
| 2997 | ξεσπαθώνω | ξεσπαθούκου: |
| 2998 | ξεστολίζου | ξεστολίζου: |
| 2999 | ξεσυνειθίζω | ξεσυνειθίζου: |
| 3000 | ξεσφίγγω | ξεσφίγγου: |
| 3001 | ξεσχίζω , σχίζω | ξεστζίζου: |
| 3002 | ξετίναγμα (το) | τσίκρουμα (το): |
| 3003 | ξετινάζω , εκτινάσσω , ξετινάζωΑ | τσικρούνου: |
| 3004 | ξετρελαίνω , αποβλακώνω | απομωραίνου: |
| 3005 | ξεφλουδίζω | λέφου: |
| 3006 | ξεφοβούμαι | ξεφοζούμενε: |
| 3007 | ξεφυτηλίζω , κόβω την καύτρα του φυτηλιού | ξεφκιλίζου: |
| 3008 | ξεφωνίζω με κλάμα | εβαΰα: |
| 3009 | ξεχειλίζω | ξεχειλίζου: |
| 3010 | ξεχειμωνιάζω , παραχειμάζω | ξεχειμωνιάνδου: |
| 3011 | ξεχνώ , ξεχάνω , λησμονώ | ξεχάνου: |
| 3012 | ξέχυσα , έχυσα | ετσιχύκα: |
| 3013 | ξεχωρίζω , χωρίζω , διακρίνω | ξεχουρίζου: |
| 3014 | ξεχωριστός,-ή,-ό (ο) | ξεχουριστέ,-ά,-έ (ο): |
| 3015 | ξεψυχώ | ξεψυχού: |
| 3016 | ξέω | τσού: |
| 3017 | ξηλώνω , ξεκαρφώνω | ξηούκου: |
| 3018 | ξημέρωμα (το) | ξημέρουμα (το): |
| 3019 | ξημερώνομαι | συνταχαινούμενε: |
| 3020 | ξημερώνω | ξημερούνου: |
| 3021 | ξηρασία (η) | ψαχνία (α): |
| 3022 | ξιδι (το) | ξείδι (το): |
| 3023 | ξιππασμένος (ο) , περήφανος | ξιππαστέ,-ά,-έ (ο): |
| 3024 | ξόανο (το) , ξύλινο άγαλμα | ξόανε (το): |
| 3025 | ξύγκι (το) , το λίπος | ξύντζι (το): |
| 3026 | ξυλάκι (το) | καλί (το): |
| 3027 | ξυλαφάνα (η) | αφάνα (α): |
| 3028 | ξυλιά (η) | καλία (α): |
| 3029 | ξύλινη ή πέτρινη λάρνακα για λάδι (η) | λίμπα (α): |
| 3030 | ξύλινη κούπα (η) | κούτουλε (ο): |
| 3031 | ξύλινο δοχείο (το) | βεδούρα (α): |
| 3032 | ξύλινο εξάρτημα πιεστηρίου | μπαλάντρα (α): |
| 3033 | ξύλινος (ο) | ξούλινε (ο): |
| 3034 | ξύλινος σύρτης (ο) | αμπάρα (α): |
| 3035 | ξύλο (το) | κάβα (το): |
| 3036 | ξύλο (το) | κάλι (το): |
| 3037 | ξύλο (το) | νδαβελέ (ο): |
| 3038 | ξύλο μικρό με μυτερή άκρη (η) | βάτα (α): |
| 3039 | ξύλο μικρό με μυτερή άκρη (το) | βουτζέντρι (το): |
| 3040 | ξύλο μικρό με μυτερή άκρη (το) | τσουθί (το): |
| 3041 | ξύλο,λαβή της βίτσας (το) | βιτσόκαλε (το): |
| 3042 | ξυλοκόπημα (το) | δαρμό (ο): |
| 3043 | ξυλόκοττα (η) | ξόκοτα (α): |
| 3044 | ξυλοκρέββατο (το) , φέρετρο | ξοκρέββατε (το): |
| 3045 | ξυνίζω | ξυνίζου: |
| 3046 | ξυνίλα (η) | ξυνάδα (α): |
| 3047 | ξυνολάπαθο (το) | ξυνοάπασε (το): |
| 3048 | ξύνω | τσούνου: |
| 3049 | ξύνω με τα νύχια , σκαλίζω την φωτία | καρασίνδου: |
| 3050 | ξυπνώ | ξυπνίχου: |
| 3051 | ξυπνώ , σηκώνω | ταΐχου: |
| 3052 | ξυπόλυτος (ο) | τσαπόλητε, (ο): |
| 3053 | ξυράφι (το) | ξουράθι (το): |
| 3054 | ξυρίζω | ξουρίζου: |
| 3055 | ξυρίζω τελείος | αποξουρίζου: |
| 3056 | ξύσμα (ο) | τσούμα (το): |
| 3057 | ξύσμα (το) | απότσουμα (το): |
| 3058 | ξύστης (ο) | τσούτα (ο): |
| 3059 | ξύστρα (η) | ξύστρα (α): |
| 3060 | ξυφτέρι (ο) , είδος γερακιού | ξυφτέρι (το): |
| 3061 | ξω | τσου: |
| 3062 | ο αρραβωνιάρης , αρραβωνιασμένος | αρραβωνιαστικό (ο): |
| 3063 | ο κορμός του κλήματος (ο) | κούρβουλε (ο): |
| 3064 | ο μαλιαρός -ή -ό | τσιχαρά-ού-έ (ο): |
| 3065 | ο Τυρός και τα Μέλανα (ο) | Τερομέανα: |
| 3066 | ό,τι | ό,τσι: |
| 3067 | ό,τι μένει από τα δημητριακά μετά το κοσκίνισμα | απόσουπο (το): |
| 3068 | ό,τι μένει στο χωράφι μετά το θέρισμα | απόσερε (το): |
| 3069 | ό,τι παίρνουμε σαρώνοντας | αποσάριδε (το): |
| 3070 | οδηγία (η) | οδηγία (α): |
| 3071 | οδηγία (η) , συμβουλή | οργήνεια (α): |
| 3072 | οδηγός (ο) | οδηγό (ο): |
| 3073 | οδηγός γαϊδουριού (ο) | γαϊδουροάτα (ο): |
| 3074 | οδηγώ | οδηγού: |
| 3075 | οι Δρύνες , οι πρώτες έξι ημέρες του Αυγούστου | οι Δρύνε: |
| 3076 | οικογένεια (η) , φαμίλια | φανίλια (α): |
| 3077 | οικογένεια Μερίκα (η) | Μερικαίοι: |
| 3078 | οικονόμος (ο) | οικονόμο (ο): |
| 3079 | οίκος (ο) , σπίτι | τζέα (α): |
| 3080 | οκνηρή (η) , τεμπέλα , νωθρή | ακαμάτρα (α): |
| 3081 | οκνηρός (ο) , τεμπέλης , αργός | αϊδούλι (ο): |
| 3082 | οκνηρός (ο) , τεμπέλης , νωθρός | ακαμάκι (ο): |
| 3083 | όλα | όα: |
| 3084 | όλα | όλε: |
| 3085 | ολισθαίνω , γλιστρώ | λιουτσαίνου: |
| 3086 | όλο το μαλλί από ένα πρόβατο (το) , προβιά | ποκάρι (το): |
| 3087 | ολόκερος (ο) | ολάτζερε -ε -ε (ο): |
| 3088 | ολόκληρος (ο) | ατσέζε (ο): |
| 3089 | ολόκληρος (ο) | σύσωμο (ο): |
| 3090 | ολόκληρος (ο) , ακέραιος | ατόθυε (ο): |
| 3091 | ολολυγμός (ο) , φωνές,θρήνοι | κουϊτέ (ο): |
| 3092 | ολόχρυσος (ο) | ολόχρυσε -ε -ε (ο): |
| 3093 | ομαλός (ο) | ούμελε (ο): |
| 3094 | ομιλώ | νιού: |
| 3095 | ομιλώ , ονομάζω | αού: |
| 3096 | ομοιάζω | ονοιάζου: |
| 3097 | ομολογία (η) | αμογία (α): |
| 3098 | ομολογώ | αμογού: |
| 3099 | ομολογώ | ομογού: |
| 3100 | όμως | όμως: |
| 3101 | ονειρεύομαι | ονειρεγγούμενε: |
| 3102 | όνειρο (το) | όνειρε (το): |
| 3103 | όνομα (το) | όνουμα (το): |
| 3104 | όνομα μικρής ορεινής κοιλάδας (το) | Σερνιάλι (το): |
| 3105 | Όνομα προκρίτου οικογένιας του πραστού | Πολίτα: |
| 3106 | ονομαστός (ο) | ονομαστέ-ά-έ (ο): |
| 3107 | οξύθυμος (ο) , ευερέθιστος | αράθυμο (ο): |
| 3108 | όξυνος-η-ο , ξυνός-ή-ό | ξυνέ-ά–έ: |
| 3109 | οξύς-εία-ύ , μυτερός | τσουφαρέ-ά-έ: |
| 3110 | οπλίζω , εξοπλίζω πλοίο , εξοπλίζω ζώο με τα απαραιτητα εξαρτήματα (σαμάρι) | αρματούκου: |
| 3111 | όποια | όκοια: |
| 3112 | όποιος-α-ο, οπουδήποτε | πή: |
| 3113 | όποιος-όποια-όποιο (ο) | όποιε: |
| 3114 | όπου | όκια: |
| 3115 | όπου , όταν | οπή: |
| 3116 | όπου και όπου | οκιατζόκια: |
| 3117 | όπου όπου , παντού | όκιαπή: |
| 3118 | όπως , καθώς | όπου(ρ): |
| 3119 | όραση (η) | όρασι (α): |
| 3120 | ορατός (ο) | ορατέ,-ά,-έ (ο): |
| 3121 | οργή (η) , θυμός | οργή (α): |
| 3122 | οργιά (η) | οργύα (α): |
| 3123 | οργίζω | οργίζου: |
| 3124 | οργισμένος (ο) | οργιστέ,-ά,-έ (ο): |
| 3125 | όργωμα (το) | όργουμα (το): |
| 3126 | οργώνω | κάμου: |
| 3127 | οργώνω | οργούκου: |
| 3128 | όργωσα | εκαμέκα: |
| 3129 | ορέγομαι | ορεγγούμενε: |
| 3130 | όρεξη (η) | όρεξι (α): |
| 3131 | ορθός (ο) | ορθέ,-ά,-έ (ο): |
| 3132 | Οριόντας (ο) | Οριόντα (ο): |
| 3133 | ορκίζομαι | ορτζισκούμενε: |
| 3134 | όρκος (ο) | όρκο (ο): |
| 3135 | ορμώ | ρουκίζω: |
| 3136 | όρνιο (το) | όρνε (το): |
| 3137 | ορτύκι (το) | ορτύτζι (το): |
| 3138 | ορφανός-ή-ό | ορφανέ-ά-έ: |
| 3139 | όσος-η-ο | όσε-ά-ού: |
| 3140 | όταν | όκα: |
| 3141 | όταν | όνταν: |
| 3142 | όταν | όταν: |
| 3143 | όταν κάποιος κάνει συνέχεια ερωτήσεις | τσεραΐξι (το): |
| 3144 | οτι | τσί: |
| 3145 | ότι | ότσι: |
| 3146 | ότι μένει στο μποστάνι (το) | απομποστανίδι (το): |
| 3147 | ουρά (η) | νουρά (α): |
| 3148 | ουρά (η) | ουρά (α): |
| 3149 | ουράνιος (ο) | ουράνιε (ο): |
| 3150 | ουρανός (ο) | ουρανέ (ο): |
| 3151 | ουρλιάζω | αυζιντούμενε: |
| 3152 | ουρλιάζω | ουρλίζου: |
| 3153 | ούρλιασμα , ωρυγμός | αυρητέ (το): |
| 3154 | ούτε , ουδέ | ούτε: |
| 3155 | οφθαλμος (ο) | ψιλέ ή εψιλέ (ο): |
| 3156 | όχθος (ο) | όρμο (ο): |
| 3157 | όχθος (ο) | όχτε (ο): |
| 3158 | όχθος (ο) | στοχό (ο): |
| 3159 | οχιά (η) , έχιδνα | όχεντρα (α): |
| 3160 | οχιά [ Κατάρα] (η) | οχία (α): |
| 3161 | όψιμος (ο) | όψιμο (ο): |
| 3162 | οψώνιον (το) | ψώνι (το): |
| 3163 | παγετός (η) , παγωνιά | παγουνία (α): |
| 3164 | παγίδα (η) | παγίδα (α): |
| 3165 | πάγος (ο) | πάγο (ο): |
| 3166 | πάγωμα (το) , νάρκωμα | μάργουμα (το): |
| 3167 | παγωμένος (ο) | παγουτέ (ο): |
| 3168 | παγώνω , ναρκώνω , αποψύχομαι | μαργούνου: |
| 3169 | παγώνω , πηγνύω | παγούκου: |
| 3170 | παθαίνω δυστυχήμα | ογρακίχου: |
| 3171 | πάθημα (το) , συμφορά | πάθημα (το): |
| 3172 | πάθος (το) | πάθι (το): |
| 3173 | παιδάκι (το) | καμπζούλι (το): |
| 3174 | παιδάκι (το) | μιτσούλι (το): |
| 3175 | παιδεύω , τιμωρώ , βασανίζω | παιδέγγου: |
| 3176 | παιδί (το) | καμπζί (το): |
| 3177 | παιδί (το) | τέκνι (το): |
| 3178 | παίζω | παίζου: |
| 3179 | παίρνω | αζίκου: |
| 3180 | παίρνω | αρζίκου: |
| 3181 | παίρνω | αρίκου: |
| 3182 | παλαβομάρα (η) | παλαβομάγρα (α): |
| 3183 | παλαβός (ο) , τρελλός | παλαβό (α): |
| 3184 | παλαβώνω , τρελλαίνω | παλαβούκου: |
| 3185 | παλαμάρι (το) | παλαμάρι (το): |
| 3186 | παλάμη (η) | απάμα (α): |
| 3187 | παλάμη (η) | πάμα (α): |
| 3188 | παλάτι (το) | παλάκι (το): |
| 3189 | παλεύω | παλέγγου: |
| 3190 | πάλι , ξανά | πάλι: |
| 3191 | πάλι , ξανά , επανάληψη | αμπάλι: |
| 3192 | παλιόγρια (η) | κακογραΐδι , η κακογρία (το): |
| 3193 | παλιός (ο) | παλιέ (ο): |
| 3194 | Παλιόχωρα (η) | Παλιόχωρα (α): |
| 3195 | παλληκάρι (το) , νέος , γερός | παλληκάρι (το): |
| 3196 | παλούκι (το) , πάσσαλος | πάσσακας (ο): |
| 3197 | πανδρεύω | πανδρέγγου: |
| 3198 | πανί (το) , ύφασμα | ίτε (ο): |
| 3199 | παννί (το) | χαβδία (α): |
| 3200 | πανούκλα (η) , λοιμός | πανιούκα (α): |
| 3201 | παντοτεινός-ή -ό | παντοκεινέ-ά-έ: |
| 3202 | παντού | παντού: |
| 3203 | παντρειά (η) | πανδρεία (α): |
| 3204 | πάνω | τάνου: |
| 3205 | παξιμάδι (το) | φρύσσα (α): |
| 3206 | παπαδιά (η) | παπαδία (α): |
| 3207 | παπαδίστικο | παπαδιχό-ά-ό: |
| 3208 | παπαρούνα (η) | μακουνία (α): |
| 3209 | παπάς (ο) | παπά (ο): |
| 3210 | πάπλωμα (το) | πάπουμα (το): |
| 3211 | παπουτσι (το) | τσέρβουλε (το): |
| 3212 | παππούς (ο) | παπού (ο): |
| 3213 | παρά | παρά: |
| 3214 | παραβαίνω | παραβαίνου: |
| 3215 | παράβαση (η) | παράβαση (α): |
| 3216 | παραβάτης (η) | παραβάκισσα (α): |
| 3217 | παραβάτης (ο) | παραβάτα (ο): |
| 3218 | παραβγαίνω | παραμπαΐνου: |
| 3219 | παραβλέπω , συγχωρώ | παραορού: |
| 3220 | παραγγελία (η) | παραντζελία (α): |
| 3221 | παράδεισος (ο) | παράδεισε (ο): |
| 3222 | παραδέρνω | παραδέρου: |
| 3223 | παραδίδω | παραδίου: |
| 3224 | παραέξω | παρατάτσου: |
| 3225 | παράθυρο (το) | πανεθούρι (το): |
| 3226 | παράθυρο (το) | παραθιούρι (το): |
| 3227 | παραιτώ , αφήνω | παραιτού: |
| 3228 | παρακαλώ | παρακαού: |
| 3229 | παρακάμνω | παραποίου: |
| 3230 | παρακάτω | παρακάτου: |
| 3231 | παράκληση (η) | παρακαλοσύνα (α): |
| 3232 | παρακούω | παρανοίου: |
| 3233 | παραλαμβάνω | περιαβαίνου: |
| 3234 | παραλία (η) | γιαλέ (α): |
| 3235 | παραμελών τον εαυτόν του (ο) , ατημέλητος , ακάθαρτος | δερμελιούρι (ο): |
| 3236 | παραμερίζω | παραμερίζου: |
| 3237 | παραμερίζω | τονιάζου: |
| 3238 | παραμέσα | παρατάσου: |
| 3239 | παραμιλώ | παρανιού : |
| 3240 | παραμονεύω | παραμονέγγου: |
| 3241 | παραμονή (η) | παραμομή (α): |
| 3242 | παραμύθι (το) | παρανύθι (το): |
| 3243 | παράνομος (ο) | παράνομο (ο): |
| 3244 | παράξενος (ο) | παράξενε-ε-ε (ο): |
| 3245 | παραπάνω | παρατάνου: |
| 3246 | παραπέρα | παραπέρε: |
| 3247 | παραπονούμαι | παραπονεγγούμενε: |
| 3248 | παράς (ο) | παρά (ο): |
| 3249 | παρασκεύη (η) | παράστζι (το): |
| 3250 | παρασκευή φαγητού με βούτυρο (η) | αρκυσία (α): |
| 3251 | παράσπιτο (το) | παρατζέλλι (το): |
| 3252 | παρασύρω , παρασέρνω | παρασούρου: |
| 3253 | παρατρέξιμο (το) | παραδράνημα (το): |
| 3254 | παρατρέχω | παραδρανίνδου: |
| 3255 | παρατρέχω | παρατσάχου: |
| 3256 | παρατρώγω , τρώω πολύεπ | παρατσού: |
| 3257 | παραφυλάττω | παραφυάτου: |
| 3258 | παραχειμάζω | παραχειμάνδου: |
| 3259 | παρδαλός (ο) | παρδαλέ -ά -έ (ο): |
| 3260 | παρεμπρός | παραπουρτέσε: |
| 3261 | παρηγορω | παρηγορού: |
| 3262 | παρθενία (η) | παρθενία (α): |
| 3263 | παρθένος (ο) | παρθένα (α): |
| 3264 | παροξυσμός (ο) | παραξυσμό (ο): |
| 3265 | πασπαλίζω , αλευρώνω | πάσσου: |
| 3266 | πάσσαλος (ο) | πάσσακα (ο): |
| 3267 | πάστωμα (το) | πάστουμα (το): |
| 3268 | παστώνω | παστούκου: |
| 3269 | Πάσχα (το) | Αμπρία (α): |
| 3270 | πασχίζω,προσπαθώ | πασκίζου: |
| 3271 | πάσχω , παθαίνω | παθαίνου: |
| 3272 | πατέραςστη γλώσσα των μικρών παιδιών | αφέγκη (ο): |
| 3273 | πατέραςστη γλώσσα των μικρών παιδιών (ο) | τατά (ο): |
| 3274 | πατημασιά (η) | πατηματία (α): |
| 3275 | πάτος (ο) | πάτε (ο): |
| 3276 | πατρίδα (η) | πατρίδα (α): |
| 3277 | πατριώτης (ο) | πατριώτα (ο): |
| 3278 | πατώ | πατού: |
| 3279 | πάτωμα (το) | πάτουμα (το): |
| 3280 | πατωμενη καμάρα (η) | πάρι (α): |
| 3281 | παύω να έχω σύκα | αποσάζου: |
| 3282 | παχαίνω | παχαίνου: |
| 3283 | πάχνη (η) | πάχνη (α): |
| 3284 | πάχνη (η) | τσάφι (το): |
| 3285 | παχνί (το) | παχνί (το): |
| 3286 | πάχος (το) | πάχι (το): |
| 3287 | παχουλό γουρουνάκι (το) | μπουζάτζι (το): |
| 3288 | παχύς (ο) | παχείε (ο): |
| 3289 | παχύς (ο) | χονδρέ (α): |
| 3290 | παχύς (ο) , εύσωμος , σωματώδης | αρούκατε (ο): |
| 3291 | πεζούλι (η) | δάμακα (ο): |
| 3292 | πεθαίνω | πενάκου: |
| 3293 | πέθανα | επενάκα: |
| 3294 | πεθερά (η) | πεθερά (α): |
| 3295 | πεθερός (ο) | πεθερέ (ο): |
| 3296 | πείνασα | επεινάκα: |
| 3297 | πεινώ | κεινού: |
| 3298 | Πειραιάς (ο) | Περαιά (ο): |
| 3299 | πεισματώνω μαλώνοντας | βρωμουκούμενε: |
| 3300 | πέλαγος (το) | πέαγο (το): |
| 3301 | πελεκώ | πελεκού: |
| 3302 | πέμπτος (ο) | πέντατε (ο): |
| 3303 | πέντε (το) | πέντε (το): |
| 3304 | πεπόνι (το) | ποπόνι (το): |
| 3305 | πέρα | πέρε: |
| 3306 | περασμένος | φτακλήσαρε: |
| 3307 | περαστικός (ο) | περαστζικό (ο): |
| 3308 | πέρδικα (η) | πέντζικα (α): |
| 3309 | περιβάλλω , σκεπάζω | σαγιάζου: |
| 3310 | περιβολάρης (ο) | περβοάρι (ο): |
| 3311 | περιβόλι (το) | περιβόλι (το): |
| 3312 | περιγελώ , κοροϊδεύω | αναγεού: |
| 3313 | περιγιάλι (το) | περιγιάλι (το): |
| 3314 | περιμένω | αντεχούμενε: |
| 3315 | περιμένω | παντέχου: |
| 3316 | περιμένω , προσδοκώ | απαντέχου: |
| 3317 | περιμένω με ανυπομονησία κάτι | παρανέχου: |
| 3318 | περιοχη άνω Τυρού | Κοτσινέϊκα: |
| 3319 | περιοχή του Λεωνιδίου (η) | Σάλα (α): |
| 3320 | περιπαίζω , περιγελώ | αναμπαίζου: |
| 3321 | περιποίηση ασθενούς (η) | τζίβεμα (το): |
| 3322 | περιποιούμαι | καοέχου: |
| 3323 | περιποιούμαι , βοηθώ έναν άρρωστο | τζιβέγγου: |
| 3324 | περιποιούμαι , ευνοώ | αποέχου: |
| 3325 | περισσεύω | περσέγγου: |
| 3326 | περισσότερα | πλέτερα: |
| 3327 | περιφέρομαι ενοχλητικά | βεργογού: |
| 3328 | περιφρόνηση (η) | καταφρόνησι (α): |
| 3329 | περνώ | απεραΐχου: |
| 3330 | περνώ | περαΐχου: |
| 3331 | περνώ | περού: |
| 3332 | περονιάζω , σουβλίζω | περονιάζου: |
| 3333 | πέταλο (το) | πέταλε (το): |
| 3334 | πεταλούδα (η) | ψουχαρούδα (α): |
| 3335 | πεταλούδα του μεταξοσκώληκα (η) , νυχτερίδα | λυχκήρα (α): |
| 3336 | πέταμα,ρίξιμο με ορμή (το) | βρουντούζισμα (το): |
| 3337 | πεταμένος με ορμή (ο) | βρουντουζιστέ (ο): |
| 3338 | πετάω | ανεμούκου: |
| 3339 | πετάω το κοντάρι | κονταρέγγου: |
| 3340 | πετεινός (ο) | βούλε (ο): |
| 3341 | πέτρα (η) | πέτσε (ο): |
| 3342 | πέτρα κοίλη (η) , τρύπα στο έδαφος | γράβα (α): |
| 3343 | πετρίτσα (η) | πετσάρι (το): |
| 3344 | πετσέτα φαγητού (η) | μπόλια (α): |
| 3345 | πετυχαίνω | πιτυχαίνου: |
| 3346 | πετώ | πετού (α): |
| 3347 | πετώ , ρίχνω κάτι | αποτείνου: |
| 3348 | πετώ με ορμή | βρουντουζίζου: |
| 3349 | πεύκινος (ο) | πεύτζινε (ο): |
| 3350 | πεύκο (το) | πεύκο (ο): |
| 3351 | πήγα | εζάκα: |
| 3352 | πηγάδι (η) | κηγάδι (το): |
| 3353 | πήγαιμα (το) | ζάμα (το): |
| 3354 | πηγαιμένος (ο) | ζακού (ο): |
| 3355 | πήγαινε | έντζε: |
| 3356 | πήγαινε | χάγκε: |
| 3357 | πηγαίνω | έγκου: |
| 3358 | πηγούνι (το) , κάτω σαγόνι | κατασάγονε (το): |
| 3359 | πηδώ | ασπηδού: |
| 3360 | πήζω | πάσσου: |
| 3361 | πήλινο αγγείο για λάδι (το) | ρογί (το): |
| 3362 | πήλινο κανάτι (το) | κουνία (α): |
| 3363 | πηλός (ο) | πηλέ (ο): |
| 3364 | πήρα | άγκα: |
| 3365 | πήρα | άγκα: |
| 3366 | πηρούνι (το) | κηρούνι (το): |
| 3367 | πηχτός (ο) | πητέ (ο): |
| 3368 | πήχυς (ο) | πήχα (α): |
| 3369 | πιάνομαι απο κάπου | αγκραίνου: |
| 3370 | πιάνω,αρχίζω | κιάνου: |
| 3371 | πιασμένος (ο) | κιατέ (α): |
| 3372 | πιατάκι (το) | πιατάτζι (το): |
| 3373 | πιάτο (το) | πιάτε (το): |
| 3374 | πίκρα (η) | κίκρα (α): |
| 3375 | πικραίνω | κικραίνου: |
| 3376 | πικραμυγδαλιά (η) | κικρονυγδαλία (α): |
| 3377 | πικραμύγδαλο (το) | κικρονύγδαλε (το): |
| 3378 | πικροδάφνη (η) | δαφνία (α): |
| 3379 | πικροδάφνη (η) | κικροδαφνία (το): |
| 3380 | πικρός (ο) | κικρέ (ο): |
| 3381 | πινακίδα (η) | κινακίδα (α): |
| 3382 | πινακωτή (η) | πινακουτά (α): |
| 3383 | πιναρός (ο) | πιναρέ (ο): |
| 3384 | πίνω με την γλώσσα | λάφου: |
| 3385 | πίπτω,πέφτω , πέφτω | τσιτένου: |
| 3386 | πισινός (ο) | κισινέ (ο): |
| 3387 | πίσσα (η) | κίσσα (α): |
| 3388 | πιστεύω | θαρού: |
| 3389 | πιστεύω | κιστίου: |
| 3390 | πίστη (η) , θρησκεία | κίστι (α): |
| 3391 | πίσω (η) | κίσου: |
| 3392 | πίτα (η) | πάτα (α): |
| 3393 | πίτα (η) , πλακόπιτα | κήτα (α): |
| 3394 | πίτουρο (το) | κίτουρε (το): |
| 3395 | πιώσιμο (το) | κίμα (το): |
| 3396 | πλάγι (το) | πλεάρα (α): |
| 3397 | πλάγι πλάγι | πραγιανά: |
| 3398 | πλαγιάζω | πραγιάζου: |
| 3399 | πλάθω | πράσσου: |
| 3400 | Πλάκα (η) | Πάκα (α): |
| 3401 | πλακώνω | πακούνου: |
| 3402 | πλασμένο (το) | πρατέ-ά-έ (ο): |
| 3403 | πλαστής (ο) | πηταόκαλε (το): |
| 3404 | πλαταίνω , ευρύνω , μεγαλώνω | πραταίνου: |
| 3405 | πλάτανος (ο) | πατάνα (α): |
| 3406 | Πλάτανος (ο) | Πάτανε (ο): |
| 3407 | πλατόφυλλος (ο) , πλατύφυλλος | πρατοφύλι (ο): |
| 3408 | πλατύς-εία-ύ (ο) | πρατείε -τεία-κιού (ο): |
| 3409 | πλατύτερος (ο) | πράκιου (ο): |
| 3410 | πλέκω | πρέγου: |
| 3411 | πλεμμόνι (το) | πλεμμόνι (το): |
| 3412 | πλένω , αποπλύνω , ξεπλένω | κρύζω: |
| 3413 | πλένω με μόσκο | μοσκοκρίζου: |
| 3414 | πλεξούδα (η) | πρεξίδα (α): |
| 3415 | πλέον | πλέα: |
| 3416 | πλευρά (η) | πράκα (α): |
| 3417 | πλευρόν (το) | πλευρέ (το): |
| 3418 | πλέω | πλέου: |
| 3419 | πλέω , κολυμπώ | απλέου: |
| 3420 | πλέω με όλα τα άρμενα , αρμενίζω | αρμενίζου: |
| 3421 | πληγή (η) | πληγά (α): |
| 3422 | πληγώνω | πληγούκου: |
| 3423 | πλήθος (το) | πλήθι (το): |
| 3424 | πλημμύρα (η) | πολυμπρία (α): |
| 3425 | πληρωμή (η) | πλερωνή (α): |
| 3426 | πληρώνω | πλερούκου: |
| 3427 | πλησιάζω | κοντέγγου: |
| 3428 | πλουμίδι (το) | πουνίδι (το): |
| 3429 | πλουμίζω | πουνίζου: |
| 3430 | πλούσια νύφη (η) , νύφη αρχόντισσα | αρχοντονύθη (α): |
| 3431 | πλούσιος (ο) | πλούσιε (ο): |
| 3432 | πλουτίζω , πλουταίνω | πλουτέγγου: |
| 3433 | πνέω , αναπναίω , ανασαίνω | πνέου: |
| 3434 | πνίγω , στραγκαλίζω , κατακλυζω | πρίνδου και πρίγγου: |
| 3435 | πόδι (το) | πόϊ (το): |
| 3436 | πόδι (το) | πούα (ο): |
| 3437 | ποδόγυρος (ο) | ποδόγιουρε (ο): |
| 3438 | ποθώ | ποθού: |
| 3439 | ποιός (ο) | περ αντί ποιερ (ο): |
| 3440 | ποιός-α-ο | ποίε-α-ου: |
| 3441 | πόλεμος (ο) | πόλεμο (ο): |
| 3442 | πολεμώ | πολεμού: |
| 3443 | πόλις,πολιτεία (η) | χώρα (α): |
| 3444 | πολίτης (ο) | πολίτα (ο): |
| 3445 | πολλές βρισιές | βζισίδι (το): |
| 3446 | πολύ | πάσου: |
| 3447 | πολύ αδύνατος (ο) , κουρασμένος | αποτσυγουτέ (ο): |
| 3448 | πολύ αλμυρό (το) | αρτσέντο (ο): |
| 3449 | πολύ αλμυρό κουλούρι (το) | αρμεροκούλουρε (το): |
| 3450 | πολύ καλός (ο) | πεντάκαλε (ο): |
| 3451 | πολύ μεγάλη (η) | ατσόζα (α): |
| 3452 | πολύ μελαχρινός (ο) , μαύρος | αραποσάβανε (ο): |
| 3453 | πολύ νερουλός χυλός (ο) | λάμα (α): |
| 3454 | πολύ πρωΐ | συνταχούλια: |
| 3455 | πολυκαιρία (η) | πολυντζαιρία (α): |
| 3456 | πολυλογάς (ο) , φλύαρος | αποαλητέ (ο): |
| 3457 | πολυξερος (ο) | πολύξερε (ο): |
| 3458 | πολύς -ή -ύ (ο) | πάσε-α -ου (ο): |
| 3459 | πολύς-η πολλή το πολύ (ο) | περσέ -ά -ού (ο): |
| 3460 | πολυχρονεμένος (ο) | πολυχρονευτέ,-ά,-έ (ο): |
| 3461 | πομπεύω | πομπέγγου: |
| 3462 | πονεμένος (ο) | μοζατέ-ά-έ (ο): |
| 3463 | πόνεσα | εμοζάκα: |
| 3464 | πονηριά (η) | πονηράδα (α): |
| 3465 | πονηρός (ο) | πονηρέ,-ά,-έ (ο): |
| 3466 | πόνος (ο) | μόζαμα (το): |
| 3467 | πόνος (ο) | πόνε (ο): |
| 3468 | ποντικάκι (το) | πογκικούλι (το): |
| 3469 | ποντίκι (το) | αρπετέ (το): |
| 3470 | ποντικός (ο) | πογκικό (ο): |
| 3471 | πονώ | μοζού: |
| 3472 | πορδή (η) | πουνδά (α): |
| 3473 | πορδίζω (η) | πουντζίζου (α): |
| 3474 | πορεία εντός του χωριού (η) | ρούγα (α): |
| 3475 | πορνεύω | πορνέγγου: |
| 3476 | πόρτα (ο) | πόρε (ο): |
| 3477 | πόσος | πόσε: |
| 3478 | ποσότητα μαλλιού για την ρόκα (η) | αμνί (το): |
| 3479 | ποταμάκι (το) | ποταμούτσι (το): |
| 3480 | ποταμός (ο) | ποταμό (ο): |
| 3481 | πότε | πότε: |
| 3482 | ποτήρι (το) | ποκήρι (το): |
| 3483 | ποτίζω | ποκίχου: |
| 3484 | ποτιστικός (ο) | ποκιστικό (ο): |
| 3485 | ποτίστρα (η) | ποκίστρα (α): |
| 3486 | ποτό (το) , πιοτό | κιωτέ (το): |
| 3487 | πού | κια: |
| 3488 | που δε φτουράει , άφτουρος | άφτουρε (ο): |
| 3489 | που δεν σαλαγήθηκε (ο) | ασάλητε (ο): |
| 3490 | που δεν σιχαίνεται | ασίχιατε (ο): |
| 3491 | που να μη χαρείς | αχαίζητε (ο): |
| 3492 | πουγγί (το) | πούγγα (α): |
| 3493 | πουθενά | κήπτα: |
| 3494 | πουλάκι (το) | πουλάτζι (το): |
| 3495 | Πούλεια (η) | Πούλεια (α): |
| 3496 | πουλί (το) | πουλί (το): |
| 3497 | πούλιθρα | Πούλιχρα: |
| 3498 | πουλώ | που: |
| 3499 | πουλώ | πού: |
| 3500 | πουνέντες (ο) , δυτικός άνεμος | καταό (ο): |
| 3501 | πούπουλο (το) | πούπουλε (το): |
| 3502 | πράγμα (το) | πράμα (το): |
| 3503 | πράγμα σιχαμερό | σίχαμα (το): |
| 3504 | πράγμα χαλασμένο (το) | χάρβαλε (το): |
| 3505 | πράγματα , είδη , έπιπλα | είδητα: |
| 3506 | Πραγματευτή (η) | Πραματευτά (α): |
| 3507 | πραγματευτής (ο) | πραματευκή (ο): |
| 3508 | πραγματικά | αληθινά: |
| 3509 | πραμάτια (η) | πραμακεία (α): |
| 3510 | πράσινη σαύρα (η) | γαϊρουκοστέρα (α): |
| 3511 | πράσινος-η-ο | πράσινε-ε-ε: |
| 3512 | Πραστιώτικος (ο) | Πραστζιώτσιχο (ο): |
| 3513 | Πραστός (ο) | Πραστέ (ο): |
| 3514 | Πρέγασος (ο) | Πρέγασε (ο): |
| 3515 | πρέπει | πρέπουντα: |
| 3516 | πρήσκομαι , εξογκούμαι , φουσκώνω | πρησκούμενε: |
| 3517 | πρίν | πρίν: |
| 3518 | πρίν από αρκετή ώρα | αποταποούρα: |
| 3519 | πρίν απο λίγη ώρα , προτύτερα | αποούρα: |
| 3520 | πριν χαράξει | αχάρατα: |
| 3521 | πρινοκόκκι (το) | πρινόκοκο (ο): |
| 3522 | πρίνος (ο) , πουρνάρι | πρίνε (ο): |
| 3523 | προβάλλω | προβάνου: |
| 3524 | προβατίνα (η) | μηλιόρα (α): |
| 3525 | προβατίνα (η) | προβατίνα (α): |
| 3526 | πρόβατο (το) | προύατε (το): |
| 3527 | πρόβατο ή γίδα δύο ετών (το) | δευτέρι (το): |
| 3528 | πρόβατο που έχει μαύρο χρώμα στο κεφάλι (το) | βάκρινε (ο): |
| 3529 | προγαμιαία δωρεά (η) | παλληκαριάτικο (το): |
| 3530 | προγιαγιά (η) | παραμαμμού (α): |
| 3531 | προγονή (η) | προγονά (α): |
| 3532 | πρόγονος (ο) | προγονέ (ο): |
| 3533 | προετοιμάζω | προεκοιμάζου: |
| 3534 | πρόθυμος (ο) | πρόθυμο (ο): |
| 3535 | προκόβω , κάνω προόδους | προκόφου: |
| 3536 | προκοπή (η) | ασελί (το): |
| 3537 | προκοπή (η) , πρόοδος | προκοκή (α): |
| 3538 | προξενητής (ο) | προξενηκή (ο): |
| 3539 | προξενήτρια (η) | προξενήτρα (α): |
| 3540 | προπάππους (ο) | παραπάππου (ο): |
| 3541 | προς τα εκεί , εκείθεν | καταπά: |
| 3542 | προσεύχομαι | δεουμένε: |
| 3543 | πρόσεχε | βάρδα (α): |
| 3544 | προσεχτικός (ο) | προσεχτικό-ά-ό (ο): |
| 3545 | προσέχω | προσέχου: |
| 3546 | προσκολλώμαι , πιάνομαι , κολλάω | αγκούκου: |
| 3547 | προσόψιο (το) , η πετσέτα | βαγιόλι (το): |
| 3548 | προστατεύω | προστατέγγου: |
| 3549 | προστάτης (ο) | προστάτα (ο): |
| 3550 | προσφέρω | προσφερίκου: |
| 3551 | προτιμώ | προκιμού: |
| 3552 | προφητεία (η) | προφηκεία (α): |
| 3553 | προφητεύω | προφητέγγου: |
| 3554 | προφήτης (ο) | προφήτα (ο): |
| 3555 | προφθάνω , προφταίνω | προυταίνου: |
| 3556 | προφορά (η) | προφορά (α): |
| 3557 | προχτές | τατσιπέρι: |
| 3558 | πρωί | σύνταχα: |
| 3559 | πρώτα | πρώτα: |
| 3560 | πρωτόγαλα (το) | κουράστρα (α): |
| 3561 | πρώτος,-η -ο (ο) | πρώτε,-α,-πρώκιου (ο): |
| 3562 | πρωτοφανής (ο) | προφαντέ,-ά,-έ (ο): |
| 3563 | πρωτύτερα | πρωτούτερα: |
| 3564 | πτέρνα (η) | φτέρνα (α): |
| 3565 | πτόηση (η) | φτόησι (α): |
| 3566 | πτώση (η) | τσύταμα (το): |
| 3567 | πτωχαίνω | φτωχαίνου: |
| 3568 | πτωχός | φτωχό ,-ά, -ό (ο): |
| 3569 | πυκνός (ο) | κυκνέ (ο): |
| 3570 | πυκνός λόγκος (ο) | ρομάνι και το ρουμάνι (το): |
| 3571 | πύον (το) | πούϊ (το): |
| 3572 | πυράκανθα (η) | μουρτζία (α): |
| 3573 | πύργος (ο) | κύργο (ο): |
| 3574 | πυρετός (ο) | κιαμό (ο): |
| 3575 | πύρωμα (το) | κύρουμα (το): |
| 3576 | πυρώνω , ζεσταίνω | κυρούκου: |
| 3577 | πυτιά (η) | τάνη (α): |
| 3578 | πωλητής (ο) | πουληκή (ο): |
| 3579 | πωλήτρια (η) | πουλήτρα (α): |
| 3580 | πώς | πού: |
| 3581 | ραβδί (το) | ραβδί (το): |
| 3582 | ραβδίζω | ραβδίζου: |
| 3583 | ραγδαία βροχή (η) | ρική (α): |
| 3584 | ραγίζω | ραγίζου: |
| 3585 | ραδίκι (το) | ροϊδίτζι (το): |
| 3586 | ραντίζω | ραγκίζου: |
| 3587 | ραπάνι (το) | ράπανε (το): |
| 3588 | ράπτω | σάφου: |
| 3589 | ράσο (το) | ράσε (το): |
| 3590 | ράσο του παπά (το) | μπινίσι (το): |
| 3591 | ραφή (η) | ραθή (α): |
| 3592 | ραφή ενος υφάσματος (η) | σαβά (α): |
| 3593 | ραχοκοκκαλιά (η) , σπονδυλική στήλη | καταρραχία (α): |
| 3594 | ρεβίθι (το) | ροϊδίθι (το): |
| 3595 | ρείκι (το) | ρείτζι (το): |
| 3596 | ρεματαριά (η) | μουκάλα (α): |
| 3597 | ρεματιά (η) , χαράδρα | γάσα (α): |
| 3598 | ρεμπελεύω | ρεμπελίου: |
| 3599 | Ρεποντίνα (η) | Ριπογκίνα (α): |
| 3600 | ρετσίνα (η) | ρετσίνα (α): |
| 3601 | ρευματισμός (ο) | ρεμακικό (το): |
| 3602 | ρέω | σέου: |
| 3603 | ρέω , για ξύλινα δοχεία που είναι τρύπια | πρέου: |
| 3604 | ρέω , κυλάω | σέου: |
| 3605 | ρημάζω | ρημάζου: |
| 3606 | ρηχός (ο) | αναχλέ (ο): |
| 3607 | ρηχός (ο) | ρηχό-ά-ό (α): |
| 3608 | ρίγανη (η) | ρούγανι (α): |
| 3609 | ρίζα (η) , η ρίζα των δέντρων και των φυτών | σίνδα (α): |
| 3610 | ρίζα έξω από το έδαφος (η) | ξώσινδα (α): |
| 3611 | ρίζα του αυτιού (η) | σινδοβότανε (το): |
| 3612 | ριζώνω | σινδούκου: |
| 3613 | ρίζωσα | εσινδούκα: |
| 3614 | ρίχνομαι | ξερισκούμενε: |
| 3615 | ρίχνω | ξερίχου: |
| 3616 | ρίχνω σπόρους | σπουρίχου: |
| 3617 | ρόγχος του θανάτου (ο) | ρουχάλι (το): |
| 3618 | ροδακινιά (η) | ροδατζινία (α): |
| 3619 | ροδάκινο (το) | ροδάτζινε (το): |
| 3620 | ροδάμι (το) | ροδαμό (ο): |
| 3621 | ρόδι (το) | ρόϊδι (το): |
| 3622 | ροδιά (η) | ροϊδία (α): |
| 3623 | ρόδινο,κόκκινο (το) | βερζί (το): |
| 3624 | ροδοκόκκινος (ο) | ροδοκότσινε-ε-ε (ο): |
| 3625 | ρόζος (ο) | ρόζε (ο): |
| 3626 | ρόκα (η) | ερόροκα (α): |
| 3627 | ρόκα (η) | ρόκα (α): |
| 3628 | ρόκα για τις τρίχες των γιδιών (η) | τσιχόροκα (α): |
| 3629 | ροκάνι (το) | ρουκάνι (το): |
| 3630 | ροκανίζω | ρουκανίνδου: |
| 3631 | Ροντινό (το) | Ρεογκινέ (το): |
| 3632 | ρουθούνι (το) | θρούνι (το): |
| 3633 | ρουφώ | ρουφού: |
| 3634 | ρουχαλητό (το) | ρουχαλιτέ (ο): |
| 3635 | ροφός (ο) | ρουφό (ο): |
| 3636 | ροχαλίζω | ρουχαλίνδου: |
| 3637 | ρυάκι (το) | ράτζι (το): |
| 3638 | ρύζι (το) | ρύζι (το): |
| 3639 | ρώγα (η) | ρώγα (α): |
| 3640 | ρωθωνίζω | θρουνίζω: |
| 3641 | ρωτώ | ερωτού: |
| 3642 | σάβανο (το) | σάβανε (το): |
| 3643 | σαβανώνω | σαβανούκου: |
| 3644 | σάββατον (το) | σάμπα (α): |
| 3645 | σαβούρα (η) | σαβούρα (α): |
| 3646 | σαγόνι (το) | σταγόνι (το): |
| 3647 | σαΐτα (η) | σαγιτά (α): |
| 3648 | σάκος (ο) | σάκο (ο): |
| 3649 | σάκος (ο) | ταγάρι (το): |
| 3650 | σαλέπι (ποτό) (το) | σαλέπι (το): |
| 3651 | σαλεύω , κινώ , κινούμαι | σαλέγγου: |
| 3652 | σαλεύω τα γιδοπρόβατα | σαού: |
| 3653 | σάλεψα | εσαλεύα: |
| 3654 | σαλιάρης (ο) , φλυαρός | σαλιάρι -ρα -ρικο (ο): |
| 3655 | σάλιο (το) | σάλι (το): |
| 3656 | σαν | σαν: |
| 3657 | σανίδα (η) | σανία (α): |
| 3658 | σαπίζομαι | σαπρίου: |
| 3659 | σαπίζω | σαπραΐχου: |
| 3660 | σαπίζω τελείος | αποσαπζίου: |
| 3661 | σαπίλα (η) | σαπρία (α): |
| 3662 | σάπιος (ο) | σάπρε (ο): |
| 3663 | σαποκωλιάζω | σαπροκωλίου: |
| 3664 | σαπούνι (το) | σαπούνι (το): |
| 3665 | σαπουνίζω | σαπουνίζου: |
| 3666 | σάρα , επικίνδυνο πέρασμα | σαλία (ο): |
| 3667 | σαράκι (το) | κόκηκα (ο): |
| 3668 | σαράκι (το) | σάρακα (ο): |
| 3669 | σαρακοστή (η) | σαρακοστά (α): |
| 3670 | σαράντα | σαράντα: |
| 3671 | σαρανταήμερο (το) | σαραντάημερε (το): |
| 3672 | σάρκα (η) | σάρκα (α): |
| 3673 | σαρκώνω | σαρκούκου: |
| 3674 | σαρώνω | σαρούκου: |
| 3675 | σάρωσα | εσαρούκα: |
| 3676 | σατανάς (η) , διάβολος | σατανά (ο): |
| 3677 | σαχλός | σαχλέ-ά-έ: |
| 3678 | σβάρνα (η) | ζβάρνα (α): |
| 3679 | σβέρκος (ο) | κούρκικα (ο): |
| 3680 | σβήνω | πουνδέχου: |
| 3681 | σε ένα μέρος | μονομερία: |
| 3682 | σεβασμός (ο) | σέβασι (α): |
| 3683 | σειρά (η) , γραμμή | αράδα (α): |
| 3684 | σεληνιάζομαι | σεληνιασκούμενε: |
| 3685 | σεληνιασμός (ο) | σεληνιασμό (ο): |
| 3686 | σέλλα (η) | σέα (α): |
| 3687 | σεντούκι (το) | σεντούτζι (το): |
| 3688 | Σεπτέμβριος (ο) | Σοτέμβρι (ο): |
| 3689 | σερβίρισμα (το) | παράθεμα (το): |
| 3690 | σερβίρω | παραθένου: |
| 3691 | σέρνω | σούρου: |
| 3692 | σέσκουλε είδος λαχανικού (το) | σέσκουλε (το): |
| 3693 | σήκαλη (η) | σήκαλι (α): |
| 3694 | σήκω | έτα: |
| 3695 | σηκώθηκα | ετάκα: |
| 3696 | σηκώνομαι | ταίνου: |
| 3697 | σηκώνω τελείως , ξεσηκώνω | αποταΐχου: |
| 3698 | σήκωσα | εταΐα: |
| 3699 | σήμα (το) , σημάδι , γνώρισμα | σημάδι ή σημάϊδι (το): |
| 3700 | σημαίνω | σημαίνου: |
| 3701 | σημειωμένος (ο) , ανάπηρος | παράσημο (ο): |
| 3702 | σήμερα το πρωί | τα σύνταχα: |
| 3703 | σημερινός (ο) | σαμαρινέ -ά -έ (ο): |
| 3704 | σήμερον | σάμερε: |
| 3705 | σιγά | αφρά: |
| 3706 | σιγά | σιγά: |
| 3707 | σιγηλός (ο) | σιγαλέ (ο): |
| 3708 | σιδεράκι (το) | σιδεράτζι (το): |
| 3709 | σιδερένιος (ο) | σιδερένιε (ο): |
| 3710 | σίδερο (το) | σίδερε (το): |
| 3711 | σιδερωστιά (η) | κιάνα (α): |
| 3712 | σιμιγδάλι (το) , σταροκρίθαρο | ζνιγάδι (το): |
| 3713 | σιούτος (ο) | σούτε (ο): |
| 3714 | σίτα (η) | κρησάρα (α): |
| 3715 | σιφώνι (το) | σίφωνα (ο): |
| 3716 | σιχαίνομαι | σιχαινούμενε: |
| 3717 | σιχαμερός (ο) | σιχαμερέ,-ά,-έ (ο): |
| 3718 | σιχασιά (η) | σιχασία (α): |
| 3719 | σιώπησα | εσωπάκα: |
| 3720 | σιωπώ | σιγίζου: |
| 3721 | σκάβω | σκάφου: |
| 3722 | σκάζω | κράνδου: |
| 3723 | σκάλα (η) | σκα (α): |
| 3724 | σκαλώνω , σκαρφαλώνω , αναρριχώμαι | σκαούκου : |
| 3725 | σκάλωσα | εσκαούκα: |
| 3726 | σκάνδαλο (το) | σκάνδαλε (το): |
| 3727 | σκαντζόχοιρος (ο) | σκαντζόχιουρε (ο): |
| 3728 | σκάσιμο των χειλιών από το κρύο (το) | βόρισμα (το): |
| 3729 | σκασμένος (η) | κρατέ (ο): |
| 3730 | σκατζόχοιρος (ο) | σκατζόχιουρε (ο): |
| 3731 | σκατό (το) | σκατέ (το): |
| 3732 | σκάφη (η) | κούβαλε (ο): |
| 3733 | σκάφη (η) | σκάφη (α): |
| 3734 | σκεπάζομα | μπετσίμενε: |
| 3735 | σκεπάζω | μπέχου: |
| 3736 | σκεπάζω | στζεπάχου: |
| 3737 | σκεπάρνι (το) | στζέπαρνε (το): |
| 3738 | σκεπαρνιά (η) | στζερπανία (α): |
| 3739 | σκέπασα | εμπέα: |
| 3740 | σκέπασμα (το) | μπέτσιμο (το): |
| 3741 | σκέπασμα (το) | πούμα (το): |
| 3742 | σκέπασμα από τρίχες γιδών (το) | σάγισμα (το): |
| 3743 | σκεπή σπιτιού (η) | στζέκη (α): |
| 3744 | σκέπτομαι | στοχασκούμενε: |
| 3745 | σκέψη (η) , ο στοχασμός | στόχασι (α): |
| 3746 | σκιά (η) , το ψάθινο καπέλο | στζάδα (α): |
| 3747 | σκιάζω , αποσκιάζω | αποστσάζου: |
| 3748 | σκίζα (η) | κρανίδα (α): |
| 3749 | σκίζα (η) , Ξύλο σκισμένο | στζίζα (α): |
| 3750 | σκίζω | στζίζου: |
| 3751 | σκίνος (ο) , σχίνος | τσίνε (α): |
| 3752 | σκλάβα (η) | σκάβα (α): |
| 3753 | σκλαβιά (η) | σκαδία (α): |
| 3754 | σκλάβος (η) | σκάδο και σκάβο (ο): |
| 3755 | σκληρός (ο) | βάρβαρε (ο): |
| 3756 | σκνίπα (η) | κρίπα (α): |
| 3757 | σκοινί (το) | σκοινί (το): |
| 3758 | σκοινί με το οποίο σέρνουμε, δεμένο από τα κέρατα (το) | βοϊδόδεμα (το): |
| 3759 | σκοινί που κρατεί το βρακί (το) | βρακοζούνι (το): |
| 3760 | σκοινί τρίχινο συνήθως (το) | βασταγό (ο): |
| 3761 | σκόνη (η) | σκόνι (α): |
| 3762 | σκοντάφτω | σκοντάφου: |
| 3763 | σκορδαλιά (η) | σκορδαλία (α): |
| 3764 | σκόρδο (το) | σκούνδι ή σκούντι (το): |
| 3765 | σκορπιδόχορτο (το) | σκορπιδάτζι (το): |
| 3766 | σκορπίζω , διασπείρω , διασκορπίζω | σκορκίχου: |
| 3767 | σκοτεινιάζω | σκοτεινιάζου: |
| 3768 | σκοτείνιασμα (το) | ψίφουμα (το): |
| 3769 | σκοτείνιασμα (το) , σουρούπωμα | αψίφουμα (το): |
| 3770 | σκοτεινός (ο) | ψιφουτέ (α): |
| 3771 | σκοτεινός-ή-ό (ο) | σκοτεινέ-ά-έ (ο): |
| 3772 | σκοτώνω | πεναΐχου: |
| 3773 | σκοτώνω , φονεύω | σκοτούνου: |
| 3774 | σκούζω , φωνάζω | βαΰνδου: |
| 3775 | σκουλαρίκι (το) | σκαρίτζι (το): |
| 3776 | σκουλήκι (το) | κώακα (ο): |
| 3777 | σκουληκιάζω | κωατζίου: |
| 3778 | σκουντώ , σπρώχνω , προωθώ | σκουγκίχου: |
| 3779 | σκούπα (η) | σκούπα (α): |
| 3780 | σκουπίδι (το) , σαρίδι | σούκι (το): |
| 3781 | σκουπίζω | ψαίνου: |
| 3782 | σκούπισα | εψάκα: |
| 3783 | σκουπισμένος (ο) | ψατέ (ο): |
| 3784 | σκουριά (η) | ζγουρία (α): |
| 3785 | σκουριάζω | ζγουράζου: |
| 3786 | σκουριάζω | ζγουρίου: |
| 3787 | σκουριάζω | σκουρνίου: |
| 3788 | σκούρκος (ο) | ασκούρκο (ο): |
| 3789 | σκουτέλα (η) , η τσανάκα | σκουτέα (α): |
| 3790 | σκουτελάκι (το) | σκουντεάτζι (το): |
| 3791 | σκουφιά (η) | σκούθια (α): |
| 3792 | σκρόφα (η) | σκούρφα (α): |
| 3793 | σκύβω | σκιούφου: |
| 3794 | σκύλα (η) | κουνάρα (α): |
| 3795 | σκυλάκι (το) | κουλούκι (το): |
| 3796 | σκύλλα (η) | στζύα (α): |
| 3797 | σκυλλάκι (το) , κουτάβι | κουνάρι (το): |
| 3798 | σκυλλοκρομμύδι (το) | κρεμμούνα (α): |
| 3799 | σκυλλόχορτο (το) , σκυλλοβότανο | κουνουσάρα (α): |
| 3800 | σκύλος (ο) | κούε (ο): |
| 3801 | σκύλος μελανωπός | μούργο (ο): |
| 3802 | σκυλότριχα (η) | κουνότσιχα (α): |
| 3803 | σκωταριά (η) , τα εντόσθια | σκωταριά (α): |
| 3804 | σοβαρά | βαρία: |
| 3805 | σούβλα (η) , ο οβελός | σούγα (α): |
| 3806 | σούπα με ψωμί (η) | πανάδα (α): |
| 3807 | σουπιά (η) | σουπία (α): |
| 3808 | σούρωμα (το) , διήθηση | άσημα (το): |
| 3809 | σουρωμένος (ο) | ασητέ (ο): |
| 3810 | σουρώνω | σουρούνου: |
| 3811 | σουσάμι (το) | σουσάνι (το): |
| 3812 | σπάγγος (ο) | γκιούλι (το): |
| 3813 | σπάζω | σπάζου: |
| 3814 | σπάζω , κομματιάζω , τσακίζω | κατσοποϊχου: |
| 3815 | σπάθα του αρότρου (η) | σπάθα (α): |
| 3816 | σπαθί (το) | σπαθί (το): |
| 3817 | σπανάκι (το) | σπανάτζι (το): |
| 3818 | σπάραχνα , βράγχια | σπάραχνε (το): |
| 3819 | σπάρτινος (ο) | πάντζινε,-ε,-ε (ο): |
| 3820 | σπάρτο (το) | πάντι (το): |
| 3821 | σπάσιμο (το) , τσάκισμα | κάτσουμα (το): |
| 3822 | σπασμός (ο) | σπασμό (ο): |
| 3823 | σπασμός (ο) | φεαχτέ (ο): |
| 3824 | σπάταλος άνθρωπος (ο) | ξεδρεμελιουράρι (ο): |
| 3825 | σπαταλώ | ασωτέγγου: |
| 3826 | σπάω , τσακίζω | κατσούνου: |
| 3827 | σπέρμα (το) , ο σπόρος | πράμα (το): |
| 3828 | σπέρνω | πείρου: |
| 3829 | σπέρνω αραιά | αζοπείρου: |
| 3830 | σπήλαιο (το) | σπηλία (α): |
| 3831 | σπίθα (η) | σπίθα (α): |
| 3832 | σπιθαμή (η) | σπιθαμά (α): |
| 3833 | σπίνος (ο) | σπινιούρι (το): |
| 3834 | σπιτάκι (το) | τζεάρι (το): |
| 3835 | σπιτάρα (η) , σπιταρόνα | τζεάρα (α): |
| 3836 | σπλαχνίζομαι | σπλαχνισκούμενε: |
| 3837 | σπλάχνο (το) | σπλάχνε (το): |
| 3838 | σπλήνα (η) | σπιλήνα (α): |
| 3839 | σπόνδυλος ραχοκοκαλιάς (ο) | πόνδυλε (ο): |
| 3840 | σπόρος (ο) | πούρε (ο): |
| 3841 | σπουργίτης (ο) , αγριοπούλι | αγροπούλι (το): |
| 3842 | σπουργίτι (το) | αγζοπούλι (το): |
| 3843 | σπυρί (το) | σπυρί (το): |
| 3844 | σταγόνα βροχής (η) | ψιχάλι (το): |
| 3845 | σταθερός (ο) , ευσταθής | σταθερέ (ο): |
| 3846 | στάλα (η) | κιαούα (α): |
| 3847 | στάλα (η) , λίγο | τσαούα (α): |
| 3848 | σταλίζω , αναπαύομαι κυρίως για ζώα | σταλιάζου: |
| 3849 | στάλσιμο (το) | απόλυμα (το): |
| 3850 | Σταματίνα (η) | Σταματού (α): |
| 3851 | Σταμάτιος (ο) | Σταμάκι (ο): |
| 3852 | σταματώ | σταμακίχου: |
| 3853 | σταματώ | σταματού: |
| 3854 | στάμνος (η) | σταμνί (το): |
| 3855 | στανιό (το) | τανέο (το): |
| 3856 | σταύλος (ο) | εμποκό (ο): |
| 3857 | σταυρός (ο) | σταυρέ (ο): |
| 3858 | σταυρώνω | σταυρούκου: |
| 3859 | σταυρώνω , τυλίγω σταυρωτα | βρακούκου: |
| 3860 | σταφίδα (η) | κιαθία (α): |
| 3861 | σταφύλι (το) | βότσε (ο): |
| 3862 | σταφυλίτης (ο) | σταφυλίτα (ο): |
| 3863 | σταχτερό πουλί (το) | σποϊλιάρι (ο): |
| 3864 | στάχτη (η) | σποΐα (α): |
| 3865 | στάχτη (η) , πολύ καμένο | σκούρμο (ο): |
| 3866 | σταχτόπαννο (το) | παννιάρα (α): |
| 3867 | σταχτύς (ο) | σποΐλωπο: |
| 3868 | στεγνώνω | στεγνούκου: |
| 3869 | στεγνώνω | ψαχνίζου: |
| 3870 | στείβω | στείφου: |
| 3871 | στείρα (η) | στέρφα (α): |
| 3872 | στείρα (η) , στέρφα | μαρμάρα (α): |
| 3873 | στέκω , στέκομαι | στέκου: |
| 3874 | στενάζω | στενάζου: |
| 3875 | στενόφυλλος (ο) | στενοφύλι (ο): |
| 3876 | στενοχωρήθηκα , θύμωσα | εχολιάκα: |
| 3877 | στενόχωρος (ο) | στενόχωρε (ο): |
| 3878 | στενοχωρώ | στενοχωρού: |
| 3879 | στέργω | στεργούμενε: |
| 3880 | στερεώνω | στερούκου: |
| 3881 | στέρηση (η) | στέρηση (α): |
| 3882 | στεριά (η) | στερήα (α): |
| 3883 | στέρνα (η) | στέρνα (α): |
| 3884 | στεφάνι (το) | στεφάνι (το): |
| 3885 | στεφάνι βαρελιού (το) | βίρι (το): |
| 3886 | στεφανώνω | στεφανούκου: |
| 3887 | στήθος (το) | στήθι (το): |
| 3888 | στημόνι (το) | τάμο (ο): |
| 3889 | στην | τα και τάν: |
| 3890 | στήνω , τοποθετώ | σταλίχου: |
| 3891 | στης | τα και τάρ: |
| 3892 | στοά μέσα στη γη (η) | γαλαζία (α): |
| 3893 | στοίβα (η) | στασία (α): |
| 3894 | στοιχειόο (το) , το φάντασμα | στοιχείε (το): |
| 3895 | στοίχημα (το) | στοίχημα (το): |
| 3896 | στολίδι (το) | στολίδι (το): |
| 3897 | στολίζω | στολίζου: |
| 3898 | στόμα (το) | στούμα (το): |
| 3899 | στόμα (το) | τούμα (το): |
| 3900 | στομάχι (το) | στομάχι (το): |
| 3901 | στομώνω , χορταίνω | στομούκου: |
| 3902 | στουπί (το) | στούπα (α): |
| 3903 | στούπι (το) | στουκί (το): |
| 3904 | στραβόκαρφο (το) , καρφί για να κρεμάσουμε κάτι | άγκραμα (το): |
| 3905 | στραβοκοιτάζω | στραβοξεικάζου: |
| 3906 | στραβολαίμιασα | εσοφωνία: |
| 3907 | στραβολεμιάζω , στρεψαυχενίζω | σοφωνίζου: |
| 3908 | στραβομάρα (η) | σταβουμάγρα (α): |
| 3909 | στραβώνω | στραβούκου: |
| 3910 | στραβώνω τελείως | αποστραβούκου: |
| 3911 | στραγάλι (το) | ασαγάλι (το): |
| 3912 | στραγγίζω , σουρώνω | στραντζίχου: |
| 3913 | στραμπουλίζω , στραγγουλίζω | στραμπουλίζου: |
| 3914 | στρατιώτης (ο) | στρακιώτα (ο): |
| 3915 | στρατός (ο) | αστσέζι (το): |
| 3916 | στρεβλός (ο) , τυφλός | στραβό,-ά,-ό (ο): |
| 3917 | στριβω | σούφου: |
| 3918 | στρόβιλος (ο) , γρήγορα | βρουντούρα (α): |
| 3919 | στρογγυλεύω | στροντζυλέγγου: |
| 3920 | στρογγυλός (ο) | στροντζυλέ,-τζυά,-τζυλέ (ο): |
| 3921 | στρούγγα (η) | στρούγγα (α): |
| 3922 | στρόφαλος εργαλειού (ο) | είλιστρε (το): |
| 3923 | στρυμώχνω | στρυμούκου: |
| 3924 | στρώμα (το) | ματαράτζι (το): |
| 3925 | στρώνω | στρούνου: |
| 3926 | στύλος (ο) , ο κίουλε , πάσσαλος | τσούλε (ο): |
| 3927 | στύλος (ο) , πάσσαλος | κιούλε (ο): |
| 3928 | στυλώνω , στηρίζω με ξύλο | στυούκου: |
| 3929 | συγγένεια (η) | δικοσύνα (α): |
| 3930 | συγκρούω | κουτουλίζου: |
| 3931 | συγκρούω τα ξύλα της φωτιάς για να αναπτυχθεί φλόγα | συκρούκου: |
| 3932 | συγνώμη (η) | συχώρεσι (α): |
| 3933 | συγχύζω | συχύζου: |
| 3934 | συγχώρα | σκώρε: |
| 3935 | συκιά (η) | συντζά (α): |
| 3936 | σύκο (το) | σούκο (το): |
| 3937 | συκοφάντρια (η) | αθιογίστρα (α): |
| 3938 | συκώτι (το) | σκώκι (α): |
| 3939 | συλογίζομαι , σκέπτομαι | συννοϊνδούμενε: |
| 3940 | συμμαζεύομαι , συστέλλομαι | ζαρούνου: |
| 3941 | συμμαζεύω , συγκεντρώνω | συμμαζούκου: |
| 3942 | συμμετέχων σε γάμο (ο) | γαμιώτα (ο): |
| 3943 | συμπαθώ | συμπαθού: |
| 3944 | συμπεραίνω , διαμορφώνω | ακεικάζου: |
| 3945 | συμπεραίνω , υποθετω | συνεικάζου: |
| 3946 | συναγρίδα+ (η) | συναγρίδα (α): |
| 3947 | συνάζω , συναθροίζω , συγκεντρώνω | συνάζου: |
| 3948 | συνάχι (το) | συνάχι (το): |
| 3949 | συνεννοούμαι | απονοϊκούμενε: |
| 3950 | συνερίζομαι | συνερισκούμενε: |
| 3951 | συνέρχομαι , αναρρώνω | ανακαρούκου: |
| 3952 | συνεχώς | ντάϊμα: |
| 3953 | συνηθίζω | συνειθίζου: |
| 3954 | συννεφιά (η) | συγνοθία (α): |
| 3955 | συννεφιασμένος (ο) | συγνεφουτέ,-ά,-έ (ο): |
| 3956 | σύννεφο (το) | σύγνεφο (το): |
| 3957 | συνοδεύω | συνοδέγγου: |
| 3958 | συνορεύω | συνορέγγου: |
| 3959 | σύνορο (το) | σύνορε (το): |
| 3960 | συνουσιάζομαι | γαμού: |
| 3961 | συντροφιά (η) | κολλεγία (α): |
| 3962 | συντρόφισσα (η) , γειτόνισσα | κολλέγισσα (α): |
| 3963 | σύντροφος (ο) , συνέταιρος , συνάδελφος | κολλέγα (ο): |
| 3964 | σύρριζα | έσινδα: |
| 3965 | συρτός (ο) | σουρτέ (ο): |
| 3966 | συχαρήκι (το) | σκαρήτζι (το): |
| 3967 | σφάζω | θύου: |
| 3968 | σφενδόνη (η) | φτεγγούνα (α): |
| 3969 | σφήκα (η) | τσηνά (α): |
| 3970 | σφήκα (η) | τσινά (α): |
| 3971 | σφήνα (η) | σφήνα (α): |
| 3972 | σφίγγω | σφίγγου: |
| 3973 | σφουγγάρι (το) | σφουγγάρι (το): |
| 3974 | σφραγίδα (η) | βούα (α): |
| 3975 | σφυρίζω | θιουθιουρίζου: |
| 3976 | σχισμάδα (η) | λειψάδα (α): |
| 3977 | σώζομαι | γλυτούνου: |
| 3978 | σωθικό (το) , τα εντόσθια , τα σπλάχνα | σωθικό (το): |
| 3979 | σωλήνας (ο) | κάναλε (ο): |
| 3980 | σώνω , φτάνω , προφτάνω | σούνου: |
| 3981 | σωπαίνω , σιωπώ | σωπαίνου: |
| 3982 | σωριάζω , σωρεύω , στοιβάζω | σωριάζου: |
| 3983 | σωρός (ο) | σωρέ (ο): |
| 3984 | σωρός από πέτρες (η) | αρμακά (α): |
| 3985 | σωρός χαλίκων (ο) | τροχαλία (α): |
| 3986 | σωστός (ο) | σουστέ-ά-έ: |
| 3987 | τα | ταν: |
| 3988 | τα άχρηστα του αλωνιού | απολιχνίδια (το): |
| 3989 | τα εκατό κομμάτια | τζηντζηνάρι (το): |
| 3990 | τα λίγα μαλλιά που μένουν στο χτένι μετά το χτένισμα | αποχτενίδι (το): |
| 3991 | τα μασούρια | πανία: |
| 3992 | ταγίζω | ταγίχου: |
| 3993 | ταίρι (το) | ταίρι (το): |
| 3994 | ταιριάζω | ταιράζου: |
| 3995 | ταλαίπωρος (ο) | άπορε (ο): |
| 3996 | τάμα (το) | τάμα (το): |
| 3997 | ταξιδεύω , πλανιέμαι | αργανίζου: |
| 3998 | τάξιμο (το) | τάτσιμο (το): |
| 3999 | ταπεινός (ο) | ταπεινέ (ο): |
| 4000 | ταπεινώνω | ταπεινούκου: |
| 4001 | ταπείνωση (η) | ταπείνουσι (α): |
| 4002 | τάραγμα (το) , τροφή σκύλων | τάραμα (το): |
| 4003 | ταράζω | ταράσσου: |
| 4004 | ταραξίας (ο) | σκανδαλιάρι (ο): |
| 4005 | ταράτσα (η) | δούμα (το): |
| 4006 | τάσσομαι , τάζω , υπόσχομαι | τασσούμενε: |
| 4007 | ταύρος (ο) | ταύρε (ο): |
| 4008 | τάφος (ο) | τάφο (ο): |
| 4009 | ταχτικός (ο) | ταχκικό-α-ο (ο): |
| 4010 | τελείωμα (το) | αποτελειουμό (το): |
| 4011 | τελειώνω , λήγω , παίρνω τέλος | τελειούκου: |
| 4012 | τελειώνω , τελεύω , σκοτώνω | τελέγγου: |
| 4013 | τελειώνω μια δουλειά | αποσούνου: |
| 4014 | τελειώνω τη σπορά | αποπείρου: |
| 4015 | τελειώνω τη σπορά | αποσποζάζου: |
| 4016 | τελειώνω το αλώνισμα | απαωνού: |
| 4017 | τελειώνω το γνέσιμο | απονέσου: |
| 4018 | τελειώνω το λίχνισμα | απολιχνίζου: |
| 4019 | τελειώνω το μάζεμα | απομαζούκου: |
| 4020 | τελείως , εντελώς | τέλεια: |
| 4021 | τελείως ξένος , άγνωστος | απόξενε (ο): |
| 4022 | τέλος σποράς (το) , Μεταφορικά το στερνοπαίδι | απόπραμα (το): |
| 4023 | τελώνης (ο) | τελώνη (ο): |
| 4024 | τελώνιον (το) | τελώνι (το): |
| 4025 | τεμαχίζω | λειανίζου: |
| 4026 | τεντώνω | τεντούκου: |
| 4027 | τεντώνω σύρω , τανύζω | τανύνδου: |
| 4028 | τεντωτά , τεντωμένος | τέζα: |
| 4029 | τέσσαρις | τέσσεροι: |
| 4030 | τέστα (η) , κουβάς | μπρακάτζι (το): |
| 4031 | τετάρτη (η) | τίτεντα (α): |
| 4032 | τέταρτο | τεσσάρατε: |
| 4033 | τέταρτο μέρος ενός πράγματος (το) | τερτάκι (το): |
| 4034 | τέτζερες (ο) | τέτζερε (ο): |
| 4035 | τέτοιο (το) | στοκί (το): |
| 4036 | τέτοιος | τσιτερί: |
| 4037 | τέχνη (η) | τέχρα (α): |
| 4038 | τεχνίτης (ο) | τεχνίτα (ο): |
| 4039 | τεχνίτης (ο) | τεχρίτα (ο): |
| 4040 | τεχνίτης (ο) , μάστορας | μάστορας (ο): |
| 4041 | τζάκι (το) | φωτογωνία (α): |
| 4042 | τζίτζικας (η) , τζιτζίκι , τζίντζιρας | τζιτζιρώνα (α): |
| 4043 | τηγάνι (το) | τέγανε (το): |
| 4044 | τηγανιζω | τεγανίζου: |
| 4045 | τηγανίτα (η) | τεγανίτα (α): |
| 4046 | τι | τσε: |
| 4047 | τίγκα,τίγκα , γεμάτο,γεμάτο | κούρκουα,κούρκουα: |
| 4048 | τιμή (η) | κινή (α): |
| 4049 | τιμώ | κιμού: |
| 4050 | τιμωρώ | κιμαρέγγου: |
| 4051 | τιμωρώ | τιμωρού: |
| 4052 | τινάζω | κινάσσου: |
| 4053 | τινάζω , κρούω | κρούνου: |
| 4054 | τινάζω , λάκτισμα | τσινίζου: |
| 4055 | τίνος; | τσουνέρ: |
| 4056 | τίποτα | τσίπτα: |
| 4057 | τιτύβισμα (το) | τσιπίρισμα (το): |
| 4058 | το αρνί που δίνει ο τσοπάνης ως λιβαδιάτικο | ανεβάντζε (ο): |
| 4059 | το αυγό της πέρδικας (το) | πεντζικαύουλε (το): |
| 4060 | το βράδυ , απόψε , το απόγευμα | τάργά: |
| 4061 | το γουρούνι | χιούρε, (ο): |
| 4062 | το δέρμα των μπροστινών ποδιών του ζώου. (το) | απουζάνα (α): |
| 4063 | το δόντι τραπεζίτης (ο) | τσακοντία (ο): |
| 4064 | το μεγάλο βήμα (το) | τσαπλάρα (α): |
| 4065 | το μερίδιο που παίρνει σε τυρί για κάποιο λιβάδι (το) | αρκυνία (α): |
| 4066 | το μικρό αγκάθι (το) | κουλί (το): |
| 4067 | Το νερό μέσα στο οποίο νιφτήκαμε (το) | απονιψίδι (το): |
| 4068 | το ξερό κλαρί (το) | τσόχανε (το): |
| 4069 | το ξυλινο βαρέλι (το) | βαγένι (το): |
| 4070 | το πάνω άκρο της ρόκας (το) | αντζίδι (το): |
| 4071 | το σταθερό ξύλο στη μέση του αλωνιού (το) | στιγερέ (το): |
| 4072 | το συνεχές κλάψιμο (το) , κλάψα | βάγρα (α): |
| 4073 | το υγρό που απομένει μετά την παρασκευή σαπουνιού | αρμέγκο (το): |
| 4074 | το φυτό λουπινιά | λουπινία (α): |
| 4075 | το ψηλότερο μέρος του Πραστού , τοποθεσία του Πραστού | Στόλε (ο): |
| 4076 | τοιχάκι (το) | τοιχούτσι (το): |
| 4077 | τοίχος (ο) | τοίχο (ο): |
| 4078 | τοκετός (ο) | γεννατέ (ο): |
| 4079 | τολμώ | κοτού: |
| 4080 | τομάρι (το) | τομάρι (το): |
| 4081 | τομάρι (το) , δέρμα αρνιού | βαννοτόμαρε (το): |
| 4082 | τομάρι αρνιού (το) | αρνοτόμαρε (το): |
| 4083 | τοποθεσία ανατολικά του Λεωνιδίου | Σίο (α): |
| 4084 | τοποθεσία παράλιος μεταξύ Αγίου Ανδρέα και Τυρού | Τσέρφο (το): |
| 4085 | τοποθεσία της Σαμπατικής (η) | χειόπαφτε ή θειόπαφτε (το): |
| 4086 | τοποθεσία του Λεωνιδίου | Παραπόρια: |
| 4087 | τοποθεσία του Λεωνιδίου | Τσουμία: |
| 4088 | τοποθετώ | κατίνου: |
| 4089 | τόπος (ο) | τόπο (ο): |
| 4090 | τόπος που μένουν νεραΐδες (ο) | Αναραϊδιάρικο τόπο (ο): |
| 4091 | τοπωνύμιο μύτη του βουνου (η) | Σούκο (το): |
| 4092 | τόσος,-η,-ο (ο) | τόσε,-α,-ου (ο): |
| 4093 | τότε | τότε: |
| 4094 | του, τον | νι: |
| 4095 | του, τον | σι: |
| 4096 | τουλουμάκι (το) | ασκοπούλι (το): |
| 4097 | Τούρκος (ο) | Τούρκο (ο): |
| 4098 | τους | τούρ: |
| 4099 | τούς,τές,τά | σε: |
| 4100 | τράβηξα | ετραβία: |
| 4101 | τραβίνδου , τραβώ , σέρνω | τραβίνδου και ταβρίνδου: |
| 4102 | τραγανίζω | καμπουρίνδου: |
| 4103 | τραγίλα (η) | σαχία (α): |
| 4104 | τράγος (ο) | τσάο (ο): |
| 4105 | τραγουδάκι (το) | τραγουδάτζι (το): |
| 4106 | τραγούδι (το) | τραγούδι (το): |
| 4107 | τραγουδώ | τραγουδού: |
| 4108 | τρακόσιοι | ετρακόσοι: |
| 4109 | τράπεζα (η) , τραπέζι | τράπεζα (α): |
| 4110 | τραπέζι (το) | τραπέζι (το): |
| 4111 | τράτα (η) , ψαροκάϊκο | τράτα (α): |
| 4112 | τραχύς (ο) | τσαχύ (α): |
| 4113 | τρείς | τσεί: |
| 4114 | τρέλα (η) | ντρέα (α): |
| 4115 | τρελαίνω , ζουρλαίνω | ζουρλίχου: |
| 4116 | τρελαίνω , παλαβώνω | βουρλίζου: |
| 4117 | τρελός (ο) | ζουρλέ (ο): |
| 4118 | τρελός (ο) | ντρελέ (ο): |
| 4119 | τρελός-ή-ό (ο) | παρτέ-ά-έ (ο): |
| 4120 | τρεμούλα (η) | τσεμάγρα (α): |
| 4121 | τρέμω | σέμου: |
| 4122 | τρέμω | τσέμου: |
| 4123 | τρέξιμο (το) | δράνημα (το): |
| 4124 | τρέξιμο (το) | τσάχιμα (το): |
| 4125 | τρέφω , θρέφω | σέφου: |
| 4126 | τρέχα | δράγγε: |
| 4127 | τρεχάτος (ο) | δρανιτέ (α): |
| 4128 | τρέχω | τσάχου: |
| 4129 | τρέχω γρήγορα | δρανίνδου: |
| 4130 | τριάντα (το) | τράντα (το): |
| 4131 | τριανταφυλλιά (η) | τρανταφυλλία (α): |
| 4132 | τριαντάφυλλο (το) | τριαντάφυλλε (το): |
| 4133 | τρίζω | τρίζου: |
| 4134 | τρίξιμο (το) , τριγμός | τρίξιμο (το): |
| 4135 | τρίπα (η) | φουρνάκα (ο): |
| 4136 | τρίποδο (το) , τρίπους | τρίποδε (το): |
| 4137 | τρίτη (η) | τσίτα (α): |
| 4138 | τρίτος (ο) | τρίτε (ο): |
| 4139 | τριτώνω , τριτεύω | τριτούκου: |
| 4140 | τρίφτης (ο) | τσίφτα (ο): |
| 4141 | τριφύλι (το) | τριφύλι (το): |
| 4142 | τρίχα (η) | τσίχα (α): |
| 4143 | τριχιά (η) | τσιχία (α): |
| 4144 | τρίχινο πανωφόρι τσοπάνηδων χωρίς μανίκια (το) | σάγο (ο): |
| 4145 | τρομάζω | τρομάζου: |
| 4146 | τρομάρα (η) , τρόμος | τρομάρα (α): |
| 4147 | τρόπος (ο) | τρόπο (ο): |
| 4148 | τροφή (η) | θροφή (α): |
| 4149 | τροφή (η) | ταγή (α): |
| 4150 | τροφή (η) | τροφή (α): |
| 4151 | τρόχισμα (το) , η ακόνιση | ακόναμα (το): |
| 4152 | τροχίχω , ακονίζω | ακονού: |
| 4153 | τρυγικός (ο) | τρυγικό (ο): |
| 4154 | τρύγος (ο) | τσύγο (ο): |
| 4155 | τρυγώ | τσυγού: |
| 4156 | τρύπα (η) | κραΐα (α): |
| 4157 | τρύπα απο σκουλήκι (η) , σαράκι | δήσε (ο): |
| 4158 | τρύπησα | ετσουπαΐα: |
| 4159 | τρυπίτζα (η) | κραΐλι (το): |
| 4160 | τρυφερός (ο) | τρυφερέ,-ά,-έ (ο): |
| 4161 | τρώγω κάτι αλμυρό | αρμυρίζου: |
| 4162 | τρώω όλα τα φαγητά του τραπεζιού | κατανιτούνου: |
| 4163 | τσάκισα , έσπασα | εκατσούκα: |
| 4164 | Τσάκωνας (ο) | Τσάκωνα (ο): |
| 4165 | Τσακωνιά (η) | Τσακωνία (α): |
| 4166 | τσακώνομαι , τρώγομαι , μαλώνω | αρκανισκούμενε: |
| 4167 | τσάπα (η) | μάτουκα (α): |
| 4168 | τσεγγέλι (το) | όντζινα (ο): |
| 4169 | τσεκούρι (η) | πέλακα (ο): |
| 4170 | τσεμπέρι (το) , μαντήλα | τζεμπέρι (το): |
| 4171 | τσίκνα (η) , κνίσσα | τσίκνα (α): |
| 4172 | τσικνίζω , κνισσόω | τσικνίζου: |
| 4173 | Τσικνοπέμπτη (η) | Τσικνοπέφτα (α): |
| 4174 | τσικουνίδα (το) , τσουκνιδα | τσικνίδα (α): |
| 4175 | τσιληπουρδώ | τζαπουνδού και τσαπουνδού: |
| 4176 | τσιμπάω , τρυπάω | νιτούκου: |
| 4177 | τσίμπημα (το) , τρίπημα | νίτουμα (το): |
| 4178 | τσίμπλα (η) | μουτζά (α): |
| 4179 | τσίμπλα (η) | τσίμπλα (α): |
| 4180 | τσιμπώ | τσιγκίζου: |
| 4181 | τσίχλα (η) | τζίχλα (α): |
| 4182 | τσοπάνης (ο) | τζοπάνι (ο): |
| 4183 | τσοπάνισσα (η) | βουκολούσα (α): |
| 4184 | τσοπανόπουλο (το) | τζοπανόπουλε (το): |
| 4185 | τσουγκράνα (η) | σίνακα (ο): |
| 4186 | τσουγκρανίζω | τσουγκρανίχου: |
| 4187 | τσουγκράνισμα (το) | τσουγκράνισμα (το): |
| 4188 | τσουγκρίζω , τσουγκρίζω τα ποτήρια ή τα αυγά | σκουντρίχου: |
| 4189 | τσουκάλι (το) | λουπάι (το): |
| 4190 | τσουκνίδα (η) | αχρία (α): |
| 4191 | τσουρεκάκι (το) | κοσούνα (α): |
| 4192 | τυλίγω , διπλώνω | κυλίγου: |
| 4193 | τυλίγω , τυλίγω την κλωστή στο τηλιγάδι | αναλειούχου: |
| 4194 | τυλικτής (ο) , τυλιγάδι | ακυλίτα (ο): |
| 4195 | τυρί (το) | άρτουμα (το): |
| 4196 | Τυρός (ο) | Τερέ (ο): |
| 4197 | τύφλα (η) | κύφα (α): |
| 4198 | τυφλοπάννι (το) | κυφοπάννι (το): |
| 4199 | τυφλοπαννιάζω | κυφοπαννιάζου: |
| 4200 | τυφλός (ο) | κυφλέ (ο): |
| 4201 | τυφλώνω | κυφούκου: |
| 4202 | τυχαίνει | τυχαίντα νι: |
| 4203 | τυχαίνω | αχαίνου: |
| 4204 | τύχη (η) | τύχη (α): |
| 4205 | των ή τους | σου: |
| 4206 | τώρα | έδαρι: |
| 4207 | τώρα δα | εδαρορή: |
| 4208 | υγεία (η) | γειά (α): |
| 4209 | υγεία (η) | υγεία (α): |
| 4210 | υγιαίνω | γιαίνου: |
| 4211 | υγιαίνω | υγιαίνου: |
| 4212 | υγραίνομαι | ογροκούμενε: |
| 4213 | υγραίνομαι , βρέχομαι | ογρεγγούμενε: |
| 4214 | υγραίνω | ογρούκου: |
| 4215 | υγραίνω , βρέχω | ογρούκου: |
| 4216 | υγρασία (η) | γιουκεία (α): |
| 4217 | υγρός (ο) | ογρέ -ά -έ (ο): |
| 4218 | υγρός (ο) | υγρέ, -ά, -έ (ο): |
| 4219 | υδράργυρος (ο) | γιάργιουρε (ο): |
| 4220 | υδρορροή (η) | ρεύτα (ο): |
| 4221 | υδροφραγμός (ο) , νεροφραγμός | κόφτρα (α): |
| 4222 | υπερετώ | περετού: |
| 4223 | υπερηφανεύομαι | περηφανεγγούμενε: |
| 4224 | υπερήφανος (ο) | περήφανε (ο): |
| 4225 | υπέφερα | επονέγκα: |
| 4226 | υπηρεσία (η) | δούλεψη (α): |
| 4227 | υπηρεσία (η) | υπερεσία (α): |
| 4228 | υπηρέτης (ο) | υπερέτα (ο): |
| 4229 | υπηρετώ | υπερετού: |
| 4230 | υπναράς (ο) | υπροκόκι (ο): |
| 4231 | υπναράς (ο) | υπρουλά (ο): |
| 4232 | υπναρού (η) | υπροκόκισσα (α): |
| 4233 | υπναρού (η) | υπρού (α): |
| 4234 | ύπνος (ο) | ύπρε (ο): |
| 4235 | υπόγειο (το) , φυλακή | κατούγα (α): |
| 4236 | υποκριτής (ο) | υποκρική (ο): |
| 4237 | υπόλογος (ο) , υπεύθυνος | απόλογο (ο): |
| 4238 | υπολοιπο | υπόλοιπο: |
| 4239 | υπομονή (η) | πομονή (α): |
| 4240 | υποστατικό (το) , υπηρέτες | υποστακικό (το): |
| 4241 | υποφέρω | υποφερίκου: |
| 4242 | υποχοντρία (η) | αποκοντζία (α): |
| 4243 | υποψία (η) | υποψία (α): |
| 4244 | ύστερα | ύστερά: |
| 4245 | ύστερον (το) | τζοιτάρι (το): |
| 4246 | ύστερος , τελευταίος | υστερινέ (ο): |
| 4247 | υφάδι (το) | κακιούφα (α): |
| 4248 | υφαίνω | υφαίνου: |
| 4249 | υφαίνω | φαίνου: |
| 4250 | υφαίνω αραιά | αζοφαίνου: |
| 4251 | ύφανα (το) | εφάγκα: |
| 4252 | υφαντής (ο) | ανυφαγκή (ο): |
| 4253 | υφάντρια (η) | ανυφάντρα (α): |
| 4254 | υφασμένος (ο) | κρουστέ (ο): |
| 4255 | υψηλά (το) | ψεά (το): |
| 4256 | υψηλός (ο) | ψελέ (ο): |
| 4257 | ύψος (το) | ψελί (το): |
| 4258 | φαγάς (ο) | φαγά (ο): |
| 4259 | φαγωμένος | φαητέ: |
| 4260 | φαΐ (το) | φαέ (το): |
| 4261 | φαίνεται | φαγκισκούμενε: |
| 4262 | φαίνεται | φαινούμενε: |
| 4263 | φακή (η) | φακά (α): |
| 4264 | φανάρι (το) | φανάρι (το): |
| 4265 | φάνατασμα (το) | φάγκισμα (το): |
| 4266 | φανερός (ο) | φανερέ, -ά, -έ (ο): |
| 4267 | φανερώνω | φανερούκου: |
| 4268 | φαντάζομαι , υπερηφανεύομαι | φαντασκούμενε: |
| 4269 | φαρμάκι (το) | φαρμάτζι (το): |
| 4270 | φαρμάκι (το) , δηλητήριο | αγκιοή (το): |
| 4271 | φαρμακώνω , όταν τρώμε υπερβολικά | φαρμακούκου: |
| 4272 | φασκιά (η) | φαστζία (α): |
| 4273 | φασκιώνω | φαστζιούκου: |
| 4274 | φασκομηλιά (η) | φασκονηλία (α): |
| 4275 | φεβρουάριος (ο) | φλεβάρη (ο): |
| 4276 | φεγγάρι (το) | φεγγάρι (το): |
| 4277 | φεγγίτης (ο) | αφεντζίτα (α): |
| 4278 | φειδόχορτο (το) | δρακοντία (α): |
| 4279 | φέρομαι σαν γαμπρος | γαμπζίζου: |
| 4280 | φέρω | φερίκου: |
| 4281 | φέτα (η) | φλέρα (α): |
| 4282 | φετινός | σατζινέ-ά-έ: |
| 4283 | φέτος | σάτζι: |
| 4284 | φεύγω | φύου: |
| 4285 | φθείρω | χαού: |
| 4286 | φθινώπωρο (το) | χυνόπωρε (το): |
| 4287 | φθονερός,ζηλιάρις (ο) | φτονερέ (α): |
| 4288 | φθονώ | φτονού: |
| 4289 | φιάλη (η) | θία (α): |
| 4290 | φίδι (το) | ούθι (ο): |
| 4291 | φίδι (το) | ούϊθι (το): |
| 4292 | φιλεύω | θιλέγγου: |
| 4293 | φιλία (η) | θηλία (α): |
| 4294 | φίλος (ο) | θίλε (ο): |
| 4295 | φιλώ | θίου: |
| 4296 | φλαμούρι (το) | φλαμπούρι (το): |
| 4297 | φλέβα (η) | φλέβα ή φλέγα (α): |
| 4298 | φλόγα (η) | φλόγα ή φόγα (α): |
| 4299 | φλογίζω | φλογίζου: |
| 4300 | φλούδα (η) | φρούα (α): |
| 4301 | φλύαρος (ο) , ο πολυλογάς | αστόμουτε (ο): |
| 4302 | φλύαρος , πολυλογάς | ασίγιστε (ο): |
| 4303 | φοβίζομαι | φτοϊσκούμενε: |
| 4304 | φορά (η) | βοά (α): |
| 4305 | φόρδα (η) | αστάρι (το): |
| 4306 | φόρεμα (το) , γυναικείο ρούχο | βραχάνι (το): |
| 4307 | φόρεμα από χονδρή τσόχα | αμπά (ο): |
| 4308 | φόρεμα των τσοπανισών (το) | σογγούνα (α): |
| 4309 | φορτίο (το) | ζαλία (α): |
| 4310 | φορτίο (το) | πλεύρι (το): |
| 4311 | φόρτωμα (το) | πότσουμα (το): |
| 4312 | φορτωμένος | αποτσουτέ, ά, -έ (ο): |
| 4313 | φορτωμένος (ο) , ζαλωμένος | ζαουτέ (ο): |
| 4314 | φορτώνω ζώα | ποτσούνου: |
| 4315 | φούντομα (το) | φούντακα (το): |
| 4316 | φουντομένος (ο) | φουντουτέ (το): |
| 4317 | φουντούκι (το) | φουντούτζι (το): |
| 4318 | φουντουκιά (η) | φουντουκλία (α): |
| 4319 | φουντώνω , λαμπαδιάζω | αμπρακούκου: |
| 4320 | φούρια (η) , φόρα | αφούζα (α): |
| 4321 | φούρκα (η) | φούρκα (α): |
| 4322 | φούρνος (ο) | φούρνε (ο): |
| 4323 | φούσκωμα (το) , πρήσιμο , δύσπνοια | αγκούσα (α): |
| 4324 | φουσκώνω | φουσκούνου: |
| 4325 | φουσκώνω | φουσού: |
| 4326 | φούσκωση (η) | φούσκουσι (α): |
| 4327 | φραγκοσυκιά (η) | αραποσυντζά (α): |
| 4328 | φραγκόσυκο (το) | αραπόσουκο (το): |
| 4329 | φράππα (η) | θραπία (α): |
| 4330 | φράχτης (ο) | φράχτα (ο): |
| 4331 | φρέσκο τυρί (το) | στάλπη (α): |
| 4332 | φρέσκος,-ια,-ο (ο) | νωπό,-ά,-ό (ο): |
| 4333 | φριγανία (η) | φρούγανε (το): |
| 4334 | φροντώ , δημιουργώ μεγάλο θόρυβο | βροντού: |
| 4335 | φρούτο (το) | πωρικό (το): |
| 4336 | φρύδι (το) | φρύδι (το): |
| 4337 | φταίω | φταίου: |
| 4338 | φτελιά (η) | φτελία (α): |
| 4339 | φτερνίζομαι | φτερνισκούμενε: |
| 4340 | φτερό (το) | φτερέ (το): |
| 4341 | φτερωτό μυρμίγκι (το) | όζακα (ο): |
| 4342 | φτερωτός (ο) | φτερουτέ (α): |
| 4343 | φτιάχνω | φκιάνου: |
| 4344 | φτιάχνω προζύμι | ξαναπού: |
| 4345 | φτυάρι (το) | φκυάρι (το): |
| 4346 | φτύνω | φκύζου: |
| 4347 | φτύσμα (το) | φκύζμα (το): |
| 4348 | φτώχια (η) | πενηκεία (α): |
| 4349 | φτώχια (η) | φτώχια (α): |
| 4350 | φύκι (το) | φύκι (το): |
| 4351 | φύλαξη (η) | φύαξη (α): |
| 4352 | φυλάττω | φυάτου: |
| 4353 | φυλάττω από το ύψος | δρεγατέγγου: |
| 4354 | φύλλο (το) | φύλι (το): |
| 4355 | φυσαλίδα (η) | χουρχούα (α): |
| 4356 | φύση (η) | φύσι (α): |
| 4357 | φύσημα (το) | φούσατε (ο): |
| 4358 | φυσικός (ο) | φυσικό (ο): |
| 4359 | φυσώ , ξεφυσώ | ασκοφουσού: |
| 4360 | φυτεία (η) | θυτεία (α): |
| 4361 | φυτεύω | φτύου: |
| 4362 | φυτεύω αραιά | αζοφτίου: |
| 4363 | φυτήλι (το) | φυκήλι (το): |
| 4364 | φυτό (το) | θυτέ (το): |
| 4365 | φυτό Butomus (το) | βούταμο (ο): |
| 4366 | φυτό αγριάδα (η) | ραφανίδα (α): |
| 4367 | φυτό αφάκη (το) | αφάτσι (το): |
| 4368 | φυτό βρόμη η ήμερος (το) | βρόνη (α): |
| 4369 | φυτό με το οποίο βάφουν κίτρινα | βροχίστρα (α): |
| 4370 | φυτό παλιούρι (το) | παλιούρι (το): |
| 4371 | φυτό στύφνος (το) | ατσάβατε (ο): |
| 4372 | φύτρον (το) | θύτρε (το): |
| 4373 | φυτρώνω | θυτρούνου: |
| 4374 | φωλιά | φωλήα (α): |
| 4375 | φωλιά ζώου (η) | όζε (α): |
| 4376 | φωλιάζω | φωλιάζου: |
| 4377 | φωνάζω, χαλώ | φωνιάνδου: |
| 4378 | φωνή (η) | φωνά (α): |
| 4379 | φωνή γιδιού (η) | βιαχτέ (ο): |
| 4380 | φωτιά (η) | κάρα (α): |
| 4381 | φωτιά (η) | πυρά (α): |
| 4382 | φωτίζω | λαμπίζου: |
| 4383 | χαϊδεμένος (ο) | χαϊδάρι (ο): |
| 4384 | χαϊδέυω | χαϊδέγγου: |
| 4385 | χαιρετισμός (ο) | χαιρέκισμα (το): |
| 4386 | χαιρετώ | χαιρεκίζου: |
| 4387 | χαίρομαι, χαίρω, απολαμβάνω | χαιρούμενε: |
| 4388 | χαίτη (η) | σίτα (α): |
| 4389 | χαλάζι (το) | χάζι (α): |
| 4390 | χάλασμα (το) | χάμα,τό (το): |
| 4391 | χαλίκι (το) | σόμπουλε (το): |
| 4392 | χαλίκι (το) , τρόχμαλος | τρόχαλε (το): |
| 4393 | χαλκωματένιος (ο) | χαλκουμετένιε (το): |
| 4394 | χαλώ , καταστρέφω | αποχαού: |
| 4395 | χαμηλός (ο) | χάλκουμα (ο): |
| 4396 | χαμηλός (ο) | χαμελέ: |
| 4397 | χαμηλώνω | χαμεούκου: |
| 4398 | χαμω | χάμου: |
| 4399 | χαμωκέρασο (το) | χαμωτζέρασε (το): |
| 4400 | χαμωμήλι (το) | χαμώμηλε (το): |
| 4401 | χάνομαι , αφανίζομαι , καταστρέφομαι | ολυνδούμενε: |
| 4402 | χάντρα (η) | χάντρα (α): |
| 4403 | χάνω | χάνου: |
| 4404 | χάνω τελείως | αποχάνου: |
| 4405 | χάνω την ημέρα , άλλος με χασομερά | χασομερίζου: |
| 4406 | χάος (το) | χάο (το): |
| 4407 | χαρά (η) | χαρά (α): |
| 4408 | χαράδρα μεταξύ Πραστού και Καστάνιτσας | Σέλιθε (α): |
| 4409 | χαράζει | χαράσουντάνι: |
| 4410 | χάραμα (το) | χάραμα (το): |
| 4411 | χάραμα , ξημέρωμα | νουτάθι: |
| 4412 | χαραμάδα (η) | κραμάδα (α): |
| 4413 | χαράμι (το) | χράμι (το): |
| 4414 | χάρη (η) | χάρι (α): |
| 4415 | χαρίζω | χαρίζου: |
| 4416 | χάρισμα (το) | χάρισμα (το): |
| 4417 | χαριτωμένος (ο) | χαριτουτέ (ο): |
| 4418 | χαροποιώ , ευφραίνω | χαρύνου: |
| 4419 | χάρος (ο) , θάνατος | χάρο (ο): |
| 4420 | χαρούμενος (ο) | χαιρητέ (ο): |
| 4421 | χαρουπιά (η) | τζερατία (α): |
| 4422 | χαρτί (το) | χαρκί (το): |
| 4423 | χασμουριέμαι | αναχανινδούμενε: |
| 4424 | χασμουριέμαι | αχανιντούμενε: |
| 4425 | χαστουκίζω | μπατσίζου: |
| 4426 | χάφω , τρώω | χάφου ή αχάφου: |
| 4427 | χέζω | χένδου: |
| 4428 | χειλαράς (ο) , έχω μεγάλα χείλη | χειαρά (ο): |
| 4429 | χείλος (το) | χείλι (το): |
| 4430 | χειλού (η) | χειαρού (α): |
| 4431 | χειμαδιό (το) | χειμαδείε (το): |
| 4432 | χειμώνας (ο) | χειμωνικό (το): |
| 4433 | χειμωνιά (η) | χειμώνα (ο): |
| 4434 | χειμωνιάζει | χειμωνιάνδουτα ένι: |
| 4435 | χειμωνιάτικος (ο) | χειμωνιάτσιχο (ο): |
| 4436 | χειρόμυλος (ο) , μύλος για άλεσμα καφέ | χερόμυλε (ο): |
| 4437 | χειρότερος (ο) | χειρούτερε, –τέρα, -τερε (ο): |
| 4438 | χειτοτερεύω | χειρουτερέγγου: |
| 4439 | χελιδονάκι (το) | χελιδονάτζι (το): |
| 4440 | χελιδόνι (το) | χελιδόνα (α): |
| 4441 | χελώνα (η) | χεούνα (α): |
| 4442 | χέρι (το) | χέρα (α): |
| 4443 | χέρι του αλετριού (το) , χερολάβδα | μακίστρα (α): |
| 4444 | χέρσος (ο) , ακαλλιέργητος | χέρισε (ο): |
| 4445 | χηρεύω | χηρέγγου: |
| 4446 | χήρος (ο) | χήρο (ο): |
| 4447 | χθες | επέρι: |
| 4448 | χιλιαδα (η) | χιλιάδα (α): |
| 4449 | χιλιάδες | μύροι: |
| 4450 | χιλιάζω , φθάνω τα χίλια | χιλιάζου: |
| 4451 | χίλιοι | χίλιοι ή χίλοι: |
| 4452 | χιλιοχρονίζω , γίνομαι χιλίων χρονών | χιλιοχρονίζου: |
| 4453 | χιμώ , ορμώ | αρνοκάφου: |
| 4454 | χιόνι (το) | χιόνα (α): |
| 4455 | χιονίζει | χιονίνδουντά’ νι: |
| 4456 | χιονόνερο (το) | νερόχιονε (το): |
| 4457 | χλιμιντρίζω | χιλινδρίζου: |
| 4458 | χλιμίντρισμα (το) | χιλίνδρισμα (το): |
| 4459 | χλωρός, (ο) , φρέσκος , μαλακός | χωρέ (ο): |
| 4460 | χοίρος (ο) | σούρε (ο): |
| 4461 | χολιάζω , νευριάζω | χολίου: |
| 4462 | χονδρικά | μονοταρικά: |
| 4463 | χονδροκόσκινο (το) , κοσκινίστρα | δερμώνι (το): |
| 4464 | χονεύω | χωνέγγου: |
| 4465 | χοντραίνω | χονδραίνου: |
| 4466 | χοντρός πάσσαλος (ο) | κιούλε (ο): |
| 4467 | χορεύω | χορέγγου: |
| 4468 | χορός (ο) | χορέ (ο): |
| 4469 | χορταίνω | χονταίκου: |
| 4470 | χορτάρι (το) | χόντι (το): |
| 4471 | χορτάτος (ο) | χοντάτε (ο): |
| 4472 | χούφτα (η) | χούφτα (α): |
| 4473 | χρειαζομαι | χρειασκούμε: |
| 4474 | χρέος (το) | χρέτε (το): |
| 4475 | χρεωφελέτης (ο) | χρωφελέτα (α): |
| 4476 | Χρησούλα (η) | Χρυσούα (α): |
| 4477 | χριστιανός (ο) | χριστιανέ (ο): |
| 4478 | Χριστός (ο) | Χρηστέ (ο): |
| 4479 | χρονιάρικος (ο) | χρονιάρικο (ο): |
| 4480 | χρόνος (ο) | χρόνε (ο): |
| 4481 | χρυσάφι (το) | χρυσάθι (το): |
| 4482 | χρυσόξυλον (το) | κράτσα (α): |
| 4483 | χρωματισμένο νήμα (κόκκινο) (το) | λαζούρι ή αζούρι (το): |
| 4484 | χρωστάω | χρηστού: |
| 4485 | χταπόδι (το) | χταπόδι (το): |
| 4486 | χτένα (η) | χτένα (α): |
| 4487 | χτένι (το) | χτένι (το): |
| 4488 | χτεσινοβραδινός (ο) | αποπέζινε (ο): |
| 4489 | χτηκιό (η) , κατάρα | κηχκικό (το): |
| 4490 | χτύπημα με βίτσα (το) | βιτσία (α): |
| 4491 | χτύπημα με βόλι (το) | βολία (α): |
| 4492 | χτύπημα με ράμφος (το) | σουκαλία (α): |
| 4493 | χτύπησα | εζάβα: |
| 4494 | χτύπησα | εντούκα: |
| 4495 | χτυπώ | ντίου: |
| 4496 | χτυπώ ελαφρά | ξάφου: |
| 4497 | χτυπώ έναν δυνατά | ζάφου: |
| 4498 | χτυπώ με τον κόπανο | πρανίζου: |
| 4499 | χτυπώ, , σπρώχνω , ωθώ | τύφου: |
| 4500 | χύνω , ξεχύνω | τσιχύνου: |
| 4501 | χύνω τελείως | αποτσιχύνου: |
| 4502 | χύσιμο (το) | τσίχυμα (το): |
| 4503 | χώμα (το) | χώμα (το): |
| 4504 | χωράφι (το) | χούρα (α): |
| 4505 | χωριάτης (ο) | χωράτα (ο): |
| 4506 | χωριατοπούλα (η) | ζευγατοπούα (α): |
| 4507 | χωριατόπουλο (το) | ζευγατόπουλε (ο): |
| 4508 | χωριό (το) | χωράθι (το): |
| 4509 | χωρίς | χωρίς: |
| 4510 | χωρίς μερτικό (ο) , απόκληρος | αμέρκικο (το): |
| 4511 | χωρίς να ρωτήσει | αρώτητα: |
| 4512 | χωρίς πονηριά (ο) , Ειλικρινής | απόνηρε (ο): |
| 4513 | χωρίς ρόκα (ο) , χωρίς εργαλείο για γνέσιμο | αρόκατε (ο): |
| 4514 | χωρίς σαμάρι | ασαμάρουτε (ο): |
| 4515 | χωρίς σημάδι | ασήμαδε (ο): |
| 4516 | χωρίς φαγητό , νηστικός | ασόμαστε (ο): |
| 4517 | χωρίς χαρά | άχαρε (ο): |
| 4518 | χώρισμα της σάλας (το) | μισάντρα (α): |
| 4519 | Ψάθα (η) | ψάθα (α): |
| 4520 | ψαθί, ψαθά (το) | ψαθί (ο): |
| 4521 | ψαλίδα (η) | ψαλία (α): |
| 4522 | ψαλιδακι (το) | ψαλιούλι (το): |
| 4523 | ψάλλω | ψαού: |
| 4524 | ψαράς (ο) | ψαρά (ο): |
| 4525 | ψάρι (το) | ψάρι (το): |
| 4526 | ψαρός (ο) | ψαρύ (ο): |
| 4527 | ψαχνός, (ο) , στεγνός,ξερός | ψαχνέ (ο): |
| 4528 | ψείρα (η) | ψείρα (α): |
| 4529 | ψειριάζω | ψειρίου: |
| 4530 | ψεύδομαι | ψευκίζου: |
| 4531 | ψευδός (ο) | ψέμα (το): |
| 4532 | ψεύδω | ψέγγου: |
| 4533 | ψεύτης (ο) | ψεύτα (ο): |
| 4534 | ψευτοδουλειά (η) , η τεμπελοδουλειά | αργοδουλεία (α): |
| 4535 | ψευτρα (η) | ψευτρού (α): |
| 4536 | ψηλά , με δυνατή φωνή , δυνατά | αψεά: |
| 4537 | ψηλαφώ | ψαφού: |
| 4538 | ψηλός (ο) | αψελέ (ο): |
| 4539 | ψηλός (ο) , αδύνατος | φτενέ (ο): |
| 4540 | ψήλος λεπτος (ο) | ψιλέ,ψία,ψίλε (α): |
| 4541 | ψήλωμα (το) | ψέουμα (το): |
| 4542 | ψηλωνω | ψελιανού: |
| 4543 | ψηλώνω | ψεούκ’ου: |
| 4544 | ψήνω πολύ , παραψήνω | παραφταίνου: |
| 4545 | ψητό (το) | φτατέ (το): |
| 4546 | ψιλό αλεύρι (το) | πάσπαλι (α): |
| 4547 | ψιλό στάρι (το) | ντρουνίτσα (α): |
| 4548 | ψίχα (η) | ψίχα (α): |
| 4549 | ψιχαλίζει | ψιχαλίδουντα’νι: |
| 4550 | ψίχουλο (το) , το θρύψαλο | τσίμμα (το): |
| 4551 | ψοφίμι (το) | ψοΪθίνι (το): |
| 4552 | ψόφιος (ο) , χωρίς ζωή | άζουδε (ο): |
| 4553 | ψοφώ | ψοφού: |
| 4554 | ψύλλος (ο) | ψύλλε (ο): |
| 4555 | ψυχή (η) | ψούχα (α): |
| 4556 | ψυχομαχώ | ψυχομαχού: |
| 4557 | ψύχρα (η) , κρύο | ψούχρα (α): |
| 4558 | ψυχραίνω | ψουχαίνου: |
| 4559 | ψυχρός (ο) | ψουχρέ (α): |
| 4560 | ψωλή (η) | τσουλέ (ο): |
| 4561 | ψωμάκι (το) | αντούτζι (το): |
| 4562 | ψωμάκι (το) | αντούτσι (το): |
| 4563 | ψωμή αζυμοτο (το) , είδος λαγάνας | πρότσουμα (το): |
| 4564 | ψωμί από καλαμπόκι (το) | μπομπότα (α): |
| 4565 | ψωμί πάχους 2-3 εκατοστά (η) | χαμωκολλιούρα (α): |
| 4566 | ψωμί φτιαγμένομε αλεύρι σιταριού (το) | ασπροσικένιε (ο): |
| 4567 | ψωνίζω | ψωνίζου: |
| 4568 | ψωρα (η) | ψούρα (α): |
| 4569 | ψωριάζω | ψουρίου: |
| 4570 | ω | αι: |
| 4571 | ωμοπλάτη (η) , ράχη | ίσα (α): |
| 4572 | ωμορφαίνω | ώμορφαίνου: |
| 4573 | ώμορφος (ο) | ώμορφο (ο): |
| 4574 | ωμός , άβραστος , άψητο (ο) | ωμό- α- ο (ο): |
| 4575 | ώρα (η) | ούρα (α): |
| 4576 | ωριμάζω | ράσσου: |
| 4577 | ωρίμασα | ερά: |
| 4578 | ωρολόγιο (το) | ρωλόι (το): |
| 4579 | ωρύομαι | αυρυνδούμενε: |
| 4580 | ωφέλεια (η) | ωφέλεια (α): |
| 4581 | ωφέλιμος,επωφελής (ο) | ωφέλιμο (ο): |
| 4582 | ωφελώ,χρησιμεύω | ωφεού: |
Το έτος 2023 ανήκει τελεσίδικα και αποκλειστικά στον «Ιερό Χώρο» της Β΄ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων.

To 2023 θα γιορτάσουμε με πολλές φωτογραφίες … τα 200 χρόνια από τη σύγκλιση της Β΄ Εθνοσυνέλευσης (29 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823). Όλος ο ντουνιάς γνωρίζει το ιστορικό Άστρος από την Β΄ Εθνοσυνέλευση. Καλούμαστε όλοι ,οι συμπολίτες μας , οι τοπικοί σύλλογοι και ο δήμος μας, ΕΜΠΡΑΚΤΑ να γιορτάσουμε την επέτειο και ταυτόχρονα ΕΜΠΡΑΚΤΑ , με συγκεκριμένες ενέργειες που θα αναφέρονται αποκλειστικά και ξεκάθαρα στην εθνοσυνέλευση, να προβάλλουμε με κάθε τρόπο , όπου μπορούμε και στην ιστοσελίδα του δήμου μας , τον «Ιερό Χώρο» της Β΄ Εθνοσυνέλευσης.
Με την ευκαιρία της επετείου για την εθνοσυνέλευση θα προβάλλουμε επίσης όλα τα ιστορικά μνημεία της Θυρεάτιδας Γης , αλλά είναι καθήκον μας και αυτονόητο πρωταρχικά να προβάλλουμε με κάθε τρόπο τον «Ιερό Χώρο» της Β΄ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων.
Το μήνυμα είναι ένα. Ο “Ιερός Χώρος “ της Β’ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων και το Προαύλιο της Σχολής Καρυτσιώτη (Μουσείου Άστρους), να γίνουν ελεύθερα προσβάσιμα χωρίς περιορισμούς .
Το έτος 2023 ανήκει τελεσίδικα και αποκλειστικά στον «Ιερό Χώρο» της Β΄ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων.
O «Ιερός Χώρος» της Β’ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων


«…Ήδη δε μετά δεκαέξ μήνας Δευτέραν να συγκροτήση εν Άστρει συνέλευσιν ....» «Εξεδόθη εν Άστρει εντός του Μουσείου του Καρυτσιώτου», λέει η διακήρυξη της Εθνοσυνέλευσης.
Ο “Ιερός Χώρος “ της Β’ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων και το Προαύλιο της Σχολής Καρυτσιώτη (Μουσείου Άστρους), να γίνουν ελεύθερα προσβάσιμα χωρίς περιορισμούς .
Αρχαιολογικοί Χώροι στο Άστρος
Επετειακή η έκδοση ημερολογίου του Συλλόγου Φίλων του Αρχαιολογικού Μουσείου Άστρους
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στους συνεργάτες μας Astros Kynouria News
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
Πίσω στην Αρχική σελίδα
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Oι έμποροι όπλων και οι αριθμοί.

Επαναλαμβάνουμε προηγούμενη παρέμβαση που ακόμα σήμερα είναι επίκαιρη, προσθέτουμε τους αριθμούς από που βρίσκουν τα χρήματα οι έμποροι των όπλων και σκεπτόμαστε τις συνέπειες που έχουν οι παράλογες στρατιωτικές δαπάνες στη ζωή μας.
«Όταν οι πλούσιοι κάνουν πόλεμο, οι φτωχοί πεθαίνουν»…Ζαν Πωλ Σαρτρ
«Οι βομβαρδισμοί αμάχων πάντοτε, όπου και αν γίνονται στον κόσμο, είναι εγκλήματα πολέμου. Τα φονικά όπλα σκουριάζουν από την αχρηστία και στην θέση τους παράγονται καθημερινά καινούργια περισσότερο δαπανηρά. Οι άμαχοι εγκαταλείπουν μια ζωή μέσα στις φλόγες και τα ερείπια και γίνονται πρόσφυγες σε άγνωστους τόπους . Τα παγκόσμια χρηματιστήρια υποχωρούν , ολόκληρος ο κόσμος πληρώνει τα σπασμένα με την ακρίβεια. Οι πολεμικές βιομηχανίες ευημερούν και οι στρατοκράτες πάντοτε πουλάνε όπλα για μεγαλύτερα κέρδη. «Υπερτερεί συντριπτικά ο πόλεμος….» και ο παραλογισμός … και « ο πόλεμος είναι ειρήνη»…..»
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ή ΑΕΠ) (αγγλ. gross domestic product – GDP) αποτελεί το κυριότερο μακροοικονομικό μέγεθος. Ο βασικός στόχος μέτρησής του είναι η απόκτηση ενός μέτρου της συνολικής ποσότητας αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται για την αγορά σε μία δεδομένη χώρα κατά μία δεδομένη χρονική περίοδο.
Από την ιστοσελίδα Trading Economics διαβάζουμε το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) για το έτος 2021 για όλες τις χώρες του κόσμου σε Αμερικάνικα δολάρια (USD).
Το παγκόσμιο ΑΕΠ είναι 95,549 δισεκατομμύρια Αμερικάνικα δολάρια (USD).
Το ΑΕΠ των είκοσι πλουσιότερων χωρών του κόσμου ( G20) είναι 77,389 δισεκατομμύρια Αμερικάνικα δολάρια (USD) η το 81% του πακόσμιου ΑΕΠ.
Το ΑΕΠ των χωρών φίλων της δύσης από τους G20 είναι 48,969 δισεκατομμύρια Αμερικάνικα δολάρια (USD) η το 63.3 % από το συνολικό ΑΕΠ των χωρών του G20 που είναι 77,389 USD.
Το ΑΕΠ των μεγαλύτερων χωρών φίλων της δύσης είναι 54,720 δις USD (υπάρχουν και άλλες μικρότερες χώρες ).
Το ΑΕΠ της Αμερικής είναι 22,996 δις USD
To ΑΕΠ της Ευρωζώνης είναι 14,493 δις USD
Το ΑΕΠ της Ρωσσίας είναι 1,776 δις USD
Το ΑΕΠ της Ουκρανίας είναι 200 δις USD
Το ΑΕΠ της Ελλάδος είναι 216 δις USD
Το ΑΕΠ της Τουρκίας είναι 815 δις USD
Στρατιωτικές δαπάνες 5% του ΑΕΠ.
Ρωσσία 1,776 ,το 5% του ΑΕΠ 5% είναι 89 δις USD
Αμερική 22,996 το 5% του ΑΕΠ 5% είναι 1,150 δις USD η 13 φορές περισσότερο από την Ρωσσία.
Δύση 54,720 , το 5% του ΑΕΠ 5% είναι 2,736 δις USD η
η 31 φορές περισσότερο από την Ρωσσία.
«Υπερτερεί συντριπτικά ο πόλεμος»….. Οι πολεμικές βιομηχανίες ευημερούν , οι στρατοκράτες πάντοτε πουλάνε όπλα για μεγαλύτερα κέρδη και οι λαοί υποφέρουν.
Αναρωτιόμαστε ποιές θα είναι οι συνέπειες αυτού του παραλογισμού και ποιός τελικά θα τα πληρώσει.
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στους συνεργάτες μας Astros Kynouria News
Πηγές
«Όταν οι πλούσιοι κάνουν πόλεμο, οι φτωχοί πεθαίνουν»… (astros-kynourianews.gr)
Σημειώσεις & Ερωτήσεις (23-05-13)
Βιβλία – astrosgr.com
- Κείμενα μαθημάτων και βιβλία (Τι μπορούμε να μελετούμε για ένα ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ μάθημα η γενικά ανεξάρτητα από το μάθημα).
- Γενικές οδηγίες για αρχάριους μαθητές (αν υπάρχει)
- Γενικοί κανόνες
- Σημειώσεις παλιών μαθημάτων ( ότι υπάρχει)
- Από το Αρχείο Τσακωνιάς περιμένουμε τα βιβλία (Μάρτιος 26,2023)
- 1) Τσακώνικο Ανθολόγιο Λυσικάτου Τομος Θ
- 2) Γραμματική Λυσικάτου (η Κωστάκη 1999 )
- 3) Για να κρατήσουμε τη γλώσσα μας ,του Γιάννη Καμβύση
- 4) Πετάκου Iστορικά (να ρωτήσω)
- 5) Κωστάκη τόμο ΙΓ (κείμενα)
Η γλώσσα των Τσακώνων
- Λέξεις και φράσεις καθημερινής χρήσης -Τσακωνομαθήματα Κείμενα 1-27 ,
- Ανάλυση Λέξεων & Φωνητικά (ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ)
- Κείμενα διάφορα
- Κατάλογος ηλεκτρονικών βιβλίων -230326
- Βιβλία Από Αρχείο Τσακωνιάς
- Τσακώνικα κείμενα ( να τα γράψουμε)
- 1-Αρχείο Τσακωνιάς ( τι άλλο?)
- 2-ΦΒ-Η γλώσσα των Τσακώνων
- 3-ΦΒ-
- Ερώκηση
- Αρχικά όλα ΕΛ>ΤΣ, ΕΡΩΚΗΣΗ
- Πρέπει να φτιάξουμε ένα κανόνα πως θα γράφουμε τισς λέξεις για να περιέχουν τα σπουδαιότερα και ΝΑ τα μαθαίνουμε συνοπτικα π.χ. Ένι θέου-α (ΑΘ) να μάθου τα γρούσσα νάμου,
- Ονόματα ουσιαστικά και επίθετα (Α,Θ & ΠλΘ????)
- Ρήματα (ΕΝ-Α,Θ, Ο ,Αόριστος ,Μετοχή,Εν ΠΦ ? ) Ερώτηση
- Η μετοχη στον παρακείμενο ΓΙΑ ΤΟΝ πληθυντικό είναι σε ενικό η πληθυντικό π.χ. φερτέ η φερτοί (στην ΕΦ & ΠΦ)
- καου ερέκαμε νιούμου
Πως μαθαίνουμε Τσακώνικα
- Πουρ έμε μαθέντε Τσακώνικα
- Έμε μαθέντε κάθε ρ αμέρα φράσει τσαι λέξει
- Έμε μεταφράζουντε κείμενα σουστά νία νία λέξη
- Έμε αούντε πουρ επεραήκαμε ταν εβδιμά
- Έμε ζβαϊχουντε , έμε γράφουντε τσαι έμε νιούντε Τσακώνικα κάθε ρ αμέρα>Διαβάζουμε. γράφουμε και μιλάμε Τσακώνικα καθημερινά.
- “Σ’ εμαθήτσε απότσου τσ’ ανακατουτά“> Τα έμαθε απ’ έξω κι ανακατωτά.
- Έμε νιουρίζουντε ότσι όταν σ’ έμε γράφουντε σ’ έμε μαθέντε>Γνωρίζουμε όταν τα γράφουμε τα μαθαίνουμε.
- Έμε γράφουντε κάθε ρ αμέρα, τα Τσακώνικα, 10 μιτσέ προτάσει τσ’ έμποίκαμε >Εμείς γράφουμε καθημερινά στα Τσακώνικα 10 μεκρές προτάσεις τι κάναμε .
- Έμε αούντε, με 10 μιτσοί προτάσει, πουρ επεραήκαμε ταν εβδιμά>Μιλάμε με 10 μικρες προτάσεις πωσ περάσαμε την εβδομάδα
1) Μαθαίνουμε λέξεις και τις γράφουμε σε αλφαβητική σειρά σε ομάδες (ΕΛ>ΤΣ & ΤΣ>ΕΛ)
Συγγενικές ομάδες λέξεων – astrosgr.com
- To άρθρο V
- Ουσιαστικά-Προσχέδιο (ΣΧ2)
- Επίθετα V
- Αντωνυμίες V
- Ρήματα -Προσχέδιο (ΣΧ3)
- Μετοχές (ΣΧ1)
- Επιρρήματα-Χρόνου & Τόπου (ΕΛ>ΤΣ & ΤΣ>ΕΛ) V
- Αριθμητικά V
- Άκλιτα (ΣΧ2)
2) Μαθαίνουμε απέξω μικρές φράσεις
- Απλές προτάσεις με ρήμα και ουσιαστικό
- π.χ. Τσ’ εσ΄ποίου & Τσ’ εσ’ ποία , Που ντ’ είνι αούντε? Μ΄είνι αούντε.
- Καθημερινές φράσεις Καθημερινοί διάλογοι -ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
- Φράσεις στα Τσακώνικα Μάθαμε Τσακώνικα -ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
- Φωνητικά
3)Διαβάζουμε την γραμματική σε σειρά και μαθαίνουμε τα βασικά ( να τα ονομάσουμε…)
- Ένι>είμαι (Ενεστώς,Παρατατικός, Άρνηση),
- ένι έχου>έχω , ένι ορού>βλέπω
- Ρήματα (ΑΘΟ-Αορ &Μετοχή) Ερώκηση για Αορ &Μετοχή???
- ποιώ > ένι ποίου , ποία , ποίντα , εμποίκα , μποιτέ
- βλέπω > ένι ορού , ορούα , ορούντα , οράκα , ορατέ
- Κτητικές Αντωνυμίες
4)Μεταφράζουμε κείμενα
- Αρχικά από Τσακώνικα σε Ελληνικά
- (Σταδιακα αργότερα από Ελληνικά σε Τσακώνικα)
- Διαβάζεις προσεκτικά όλο το κείμενο μερικές φορές
- Γράφεις μόνο στα Τσακώνικα (γράφοντας μαθαίνεις,είναι προσεκτικο διάβασμα)
- Μεταφράζεις το κείμενο από Τσακώνικα>Ελληνικά ΤΣ>ΕΛ
- Το γράφεις μόνο στα Ελληνικά (Έχεις 2 κείμενα ΕΛ &ΤΣ)
- Το ΞΑΝΑ γράφεις 2-3 φορές σε ΕΛ& ΤΣ, μέχρι να μην έχει λάθη,
- Κάθε φορά σημειώνεις τα λάθη και τα μαθαίνεις
- Γράφεις τις καινούργιες λέξεις στα λεξικό σε ΟΜΑΔΕΣ, ΕΛ>ΤΣ ΚΑΙ ΤΣ>ΕΛ
- Παρατηρείς πως σχηματίζονται οι διάφορες προτάσεις
- Μαθαίνεις μερικές φράσεις και λέξεις απέξω
- Γράφεις ,μαθαίνεις ΑΠΈΞΩ μερικές φράσεις στα ΕΛ>ΤΣ &ΤΣ>ΕΛ
- Αν μπορείς και θέλεις ,μαθαίνεις το κείμενο απέξω ( αν είναι μικρό η ένα διαλεκτό κομμάτι από το κείμενο)
- Παρακάτω ένα καλό ΑΚΡΙΒΕΣΤΑΤΟ παράδειγμα μετάφρασης .Πρέπει να γίνεται μετάφραση για όλες τις λέξεις , χωρίς καμία παράλειψη η πρόσθεση . Ό θ’ αλήερε πη’ ντι σ’ επέκα εζού> Δε θα πεις που σου τα είπα εγώ.
- 5)Έμε ζβαϊχουντε , έμε γράφουντε τσαι έμε νιούντε Τσακώνικα κάθε ρ αμέρα.
- Σ’ εμαθήτσε απότσου τσ’ ανακατουτά> Τα έμαθε απ’ έξω κι ανακατωτά.
- Έμε νιουρίζουντε όταν σι είνι γράφουντε σι είνι μαθαίνουντε>Γνωρίζουμε όταν τα γράφουμε τα μαθαίνουμε.
- Έμε γράφουντε τα Τσακώνικα 10 μιτσέ προτάσει τσ’ έμε ποίντε κάθε ρ αμέρα.
- Ενεί αούντε με 10 μιτσέ προτάσει πουρ ενεί επεραήκαμε ταν εβδιμά,
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
The historic Agios Ioannis (Agiannis) of Kynouria.

Agios Ioannis (Agiannis) of Kynouria, was the capital of the Greek state in 1822 and offered many and important things in the revolution of 1821.
The historic Astros and Agios Ioannis (Agiannis) are a community.
It is a mountain village built at an altitude of 750 m., 17 km west of Astros. It is administratively subordinated to the community of Astros and the Municipality of North Kynouria. In 1845, the village became the seat of Kynouria Province. From 1834 to 1912, it was the summer capital of the Municipality of Thyrea. The first mention of the village is made in the Chronicle of the Fall of Constantinople by Georgios Sfratzis, in 1453.
Astros and Paralio Astros came from the village of Agios Ioannis, as well as other settlements. Agiannis is advertised for its beautiful mountain climate that renews and invigorates its inhabitants and visitors, has many natural beauties and is only half an hour away from Astros. The mountainous climate, as they typically said “not to be eaten by the plain”, was one of the reasons that the inhabitants were forced despite all the difficulties to have the upper and lower village, they needed both.

From the end of the 80’s, an intense construction activity began in Agiannis, which continues to this day, and mainly concerns the restoration of the old traditional houses. At the same time many new houses were built. Many visitors from all over Greece and Germany buy houses in Agianni. It has developed into the holiday village of Astros and especially in the summer it is a gathering place of the people of Agianni everywhere, but also of vacationers from all over Greece, in the sixties the friends of the village called Agianni “the little Paris”.
Dimitris Karytsiotis built the famous Karytsiotis school, the “university” in pre-revolutionary Greece in 1798 in Agiannis and the branch of the school in 1805 in Astros. His contribution to the Thyreatis Earth and the homeland is incalculable. Pre-revolutionary Greece had many small “hidden” and few open schools. One of the few obvious schools was the famous Karytsiotis School that was built in 1798, 23 years before the Greek revolution and this is of great importance. It was built on the hill Koutri of Agiannis Kynourias and was one of the few “universities” of our pre-revolutionary homeland and its students were from all over mainland Greece and our islands.
Our great benefactor Dimitrios Karytsiotis, a powerful Agiannitis patriot of the Diaspora, found a way to allow the 400-year-old Turkish conquerors to allow the acquisition and operation of the school in Agiannis and in the branch of the Karytsiotis school in Astros Kynourias, which opened in 1805.
The branch of the Karytsiotis school in Astros, has housed the Archaeological Museum of Astros since 1985.
The Karytsioti school played a catalytic role for the local community for many years and even today, since all the people of Agianni with great effort and with every sacrifice wanted their children to learn letters and as graduates “squids” to change their lives, according to the “smart” expectations of their great benefactor Dimitrios Karytsiotis.
General Panos Zafeiropoulos (Akouros).
The people of Agiannites offered many and important things to the Greek revolution of 1821 and the most important of all the people of Agiannites was General Panos Zafeiropoulos (Akouros). responsible for military security in time of war of the National Assembly in Astros., At the beginning of the revolution, under the leadership of Panos Zafeiropoulos, more than 100 inhabitants of Agiannis, participated in battles in Tripolitsa and throughout the Peloponnese. Also under the leadership of Georgakis Digenis, they participated in the battles of Doliana and Vervena.
The “government” of Agiannis
From the beginning in 1821, discussions began between the revolutionaries to make Agiannis the capital of the free Greek state. The Karytsioti school played a primary and decisive role in making Agiannis the capital of revolutionary Greece from August 20 to October 1, 1822. The “government” located very close to the Karytsiotis school of Agiannis was the seat of government. . This period is also confirmed by the Archives of Lazaros and Georgios Kountouriotis (vol. AD, p. 92 ff.).
In 1826 the village was completely destroyed by Ibrahim’s hordes with the same fate as other villages in the area. Ibrahim Pasha also destroyed many churches, such as Agios Vassilios, Agios Efstratios, Agios Petros, as well as the famous School of Karytsiotis. The founding inscription of the famous Karytsiotis School
From Arkades Esmen, Smaragdi Arvaniti

“At the entrance of the village there is the modern church of Agia Paraskevi. Continuing you meet a thicket, the “Koutri”. There the visitor sees a marble slab built into the wall. This is the founding inscription of the famous Karytsiotis School, which alone survived after the burning of the School by the hordes of Ibrahim on July 30, 1826.
After “Koutri”, about 250 m., You can find the central square of the village, with the big plane tree. There is also the church of Ai-Giorgis, post-Byzantine, with a holographic interior. The murals are probably works of the Agiannitis priest and painter Georgios Koulidas. In many of them there are traces of the passage of Ibrahim: swords in the faces of the Saints and the taking out of their eyes.
Descending from Ai-Giorgis square to the lower part of the village we reach the vaulted spring Pigadaki, with the embossed, Arabic script Turkish inscription on a wall slab and date 1100 (1742 AD): “The reizis (officer) Hatzi-Isma , philanthropist and peacemaker, leaves a source of clean and fresh water thanks to the world. For his lively work to say the Fetiha (prayer) “.

A little further down is the church of Agios Ioannis Prodromos, also post-Byzantine. The visitor admires the centuries-old plane tree and the abundant icy water that springs just below the church and flows through four canals. Until about 1960 the water moved four watermills and irrigated the lucrative orchards. Unfortunately, now the place is almost abandoned and the cotton trees have taken the place of the orchards.
We continue east, in the lower village, we pass the old school, the shrine in the place of the church of St. Basil, which was also set on fire by Ibrahim, and we reach the much-sung spring, Soulinari, with the imposing plane tree, decoration for the area.
From Ai-Giorgis square, a road leads to the upper part of the village, and to Lakka, the second square, where the church of Panagia is located, built by the brothers M. Papoulias (or Touri) on the foundations of an older one that was destroyed by Ibrahim From this point one can admire almost the whole village, the wild beauty of the surrounding mountains and the lively green. The road continues and leads to the exit from the village to the Monastery of Malevi and Agios Petros. Leaving Agiannis, a stop is required in Perdikoneri, a spring with excellent and digestive water. The landscaping Association of the village designed the space with seats and shelter, thus creating an ideal place for relaxation and for a walk, especially on hot summer nights. At about 2 km, in the place “Xirokambi”, there are ruins of the Castle of Oria, from the period of Frankish rule, about which many legends, traditions and songs have been told.
Very close to the village, there are the famous waterfalls of Lepida.

The village has excellent taverns, where meat and cheese produced by the breeders of the area are served, as well as the famous Agiannitiko wine, Kokkineli. There is also a traditional guest house with all modern comforts. Relaxing moments you enjoy with a coffee and dessert in the cafes in the square of Ai-Giorgis, under the plane tree, overlooking the mountains. During the summer and mainly in the context of the religious festivals of Agios Georgios, Agios Panteleimon, Agia Paraskevi, Profitis Ilias, Panagia, Prodromos, Agios Dimitrios, traditional festivals are organized – feasts, but also a number of cultural events “. The village has many traditional springs, such as Soulinari, Perdikoneri, Pigadaki, Mousga, Prodromo and many traditional buildings. In winter the inhabitants go down to Astros.
astrosgr.com/en / John Koutogiorgas
Sources
From Arkades Esmen, Smaragdi Arvaniti
From astros – kynouria News, Giannis D. Kourbelis
Collaborators Astros Kynouria News

The historic Astros of Kynourias
astrosgr.com/en / John Koutogiorgas
Back to the home page astrosgr.com/en
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Γράφω , ένι γράφου -α (ΕΦ- Κλίση 8 Χρόνοι)
γράφω , > ένι γράφου – α (ΑΘ) ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
1-Ενεστώτας , γράφω > ένι γράφου – α
2-Παραταtικός , έγραφα > έμα έμα γραφου -α
3-Μέλλων Δρκ , θα γράψω > θα γράφου
4-Μέλλων Στγ , θα γράψω > θα γραψου
5-Αόριστος , έγραψα > εγράβα
6-Παρακείμενος, έχω γράψει > ένι εχου-α γραφτέ
7-Υπερσυντέλικος , είχα γράψει > έμα είχου-α γραφτέ
8-Μελλων Συντελ , θα έχω γράψει > θα έχου-α γραφτέ
ένι έχου γραφτέ
Ενεστώτας , γράφω > ένι γράφου – α
ΑΠ , ένι γράφου
ΒΠ , έσι γράφου
ΤΑ , έν’ι γράφου
ΤΘ , έν’ι γράφουα
ΤΟ , έν’ι γράφουντα
ΑΠ , έμε γράφουντε
ΒΠ , έτε γράφουντε
ΤΑ , είνι γράφουντε
ΤΘ , είνι γράφουντε
ΤΟ , είνι γράφουντε
Παραταtικός , έγραφα > έμα έμα γραφου -α
ΑΠ , έμα γράφου
ΒΠ , έσα γράφου
ΤΑ , έκι γράφου
ΤΘ , έκι γράφουα
ΤΟ , έκι γράφουντα
ΑΠ , έμαϊ γράφουντε
ΒΠ , έτ΄αϊ γράφουντε
ΤΑ , ήγκι γράφουντε
ΤΘ , ήγκι γράφουντε
ΤΟ , ήγκι γράφουντε
Μέλλων Δρκ , θα γράψω > θα γράφου
ΑΠ , θα γράφου
ΒΠ , θα γράφου
ΤΑ , θα γράφου
ΤΘ , θα γράφουα
ΤΟ , θα γράφουντα
ΑΠ , θα γράφουντε
ΒΠ , θα γράφουντε
ΤΑ , θα γράφουντε
ΤΘ , θα γράφουντε
ΤΟ , θα γράφουντε
Μέλλων Στγ , θα γράψω > θα γράψου
ΑΠ , θα γράψου
ΒΠ , θα γράψου
ΤΑ , θα γράψου
ΤΘ , θα γράψουα
ΤΟ , θα γράψουντα
ΑΠ , θα γράψουντε
ΒΠ , θα γράψουντε
ΤΑ , θα γράψουντε
ΤΘ , θα γράψουντε
ΤΟ , θα γράψουντε
Αόριστος , έγραψα > εγράβα
ΑΠ , εγράβα
ΒΠ , αγράτσερε
ΤΑ , εγράβα
ΤΘ , εγράβα
ΤΟ , εγράβα
ΑΠ , εγράβαμε
ΒΠ , εγράβατε
ΤΑ , εγράβαϊ
ΤΘ , εγράβαϊ
ΤΟ , εγράβαϊ
Παρακείμενος, έχω γράψει > ένι εχου-α γραφτέ
ΑΠ , ένι έχου γραφτέ
ΒΠ , έσι έχου γραφτέ
ΤΑ , ένι έχου γραφτέ
ΤΘ , ένι ἐχα γραφτέ
ΤΟ , ένι έχου γραφτέ
ΑΠ , έμε έχουντε γραφτέ
ΒΠ , έτε έχουντε γραφτέ
ΤΑ , είνι έχουντε γραφτέ
ΤΘ , είνι έχουντε γραφτέ
ΤΟ , είνι έχουντε γραφτέ
Υπερσυντέλικος , είχα γράψει > έμα είχου-α γραφτέ
ΑΠ , έμα έχου γραφτέ
ΒΠ , έσα έχου γραφτέ
ΤΑ , έκι έχου γραφτέ
ΤΘ , έκι ἐχα γραφτέ
ΤΟ , έκι έχου γραφτέ
ΑΠ , έμαϊ έχουντε γραφτέ
ΒΠ , έτ’αϊ έχουντε γραφτέ
ΤΑ , ήγκι έχουντε γραφτέ
ΤΘ , ήγκι έχουντε γραφτέ
ΤΟ , ήγκι έχουντε γραφτέ
Μελλων Συντελ , θα έχω γράψει > θα έχου-α γραφτέ
ΑΠ , θα ένι έχου γραφτέ
ΒΠ , θα έσι έχου γραφτέ
ΤΑ , θα ένι έχου γραφτέ
ΤΘ , θα ένι ἐχα γραφτέ
ΤΟ , θα ένι έχου γραφτέ
ΑΠ , θα έμε έχουντε γραφτέ
ΒΠ , θα έτε έχουντε γραφτέ
ΤΑ , θα είνι έχουντε γραφτέ
ΤΘ , θα είνι έχουντε γραφτέ
ΤΟ , θα είνι έχουντε γραφτέ
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Παρατατικός ΕΦ-ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
- Εγώ έβλεπα > Εζού έμα ορού
- Εγώ έκανα > Εζού έμα ποίου
- Εγώ ερχόμουνα > Εζού έμα παρίου
- Εγώ κατέβαινα > Εζού έμα αβράχου
- Εγώ κράταγα > Εζού έμα ίκου
- Εγώ έμπαινα> Εζού έμα μπαίνου
- Εγώ έσβηνα > Εζού έμα παντέχου
- Εγώ πήγαινα > Εζού έμα έγκου
- Εγώ γκάριζα > Εζού έμα γκαρίζου
- Εγώ μλαλωνα > Εζού έμα τσουμένε
- Εγώ κοιμήθηκα > Εζού έμα Κασήμενε
- Εγώ ζεσταίμουνα > Εζού έμα σονισκούμενε
Εγώ έβλεπα > Εζού έμα ορού
Εσύ έβλεπες > Εκιού έσα ορού
Αυτός έβλεπε > Έντεν’η έκι ορού
Αυτή έβλεπε > Ένταν’η έκι ορούα
Αυτό έβλεπε > Έγκεινι έκι ορούντα
Εμείς εβλέπαμε > Ενεί έmαΪ ορούντε
Εσείς εβλέπατε > Εμού έτ’αΪ ορούντε
Αυτοί έβλεπαν > Έντεϊ ήγκι ορούντε
Αυτές έβλεπαν > Έντεϊ ήγκι ορούντε
Αυτά έβλεπαν > ΈνταΪ ήγκι ορούντα
ΑΠ > έμα ποίου
ΒΠ > έσα ποίου
ΤΑ > έκι ποίου
ΤΘ > έκι ποία
ΤΟ > έκι ποίντα
ΑΠ > έmαΪ ποίντε
ΒΠ > έτ’αΪ ποίντε
ΤΑ > ήγκι ποίντε
ΤΘ > ήγκι ποίντε
ΤΟ > ήγκι ποίντα
ΑΠ > έμα παρίου
ΒΠ > έσα παρίου
ΤΑ > έκι παρίου
ΤΘ > έκι παρία
ΤΟ > έκι παρίντα
ΑΠ > έmαΪ παρίντε
ΒΠ > έτ’αΪ παρίντε
ΤΑ > ήγκι παρίντε
ΤΘ > ήγκι παρίντε
ΤΟ > ήγκι παρίντε
ΑΠ > έμα αβράχου
ΒΠ > έσα αβράχου
ΤΑ > έκι αβράχου
ΤΘ > έκι αβράχουα
ΤΟ > έκι αβράχουντα
ΑΠ > έmαΪ αβράχουντε
ΒΠ > έτ’αΪ αβράχουντε
ΤΑ > ήγκι αβράχουντε
ΤΘ > ήγκι αβράχουντε
ΤΟ > ήγκι αβράχουντα
ΑΠ > έμα ίκου
ΒΠ > έσα ίκου
ΤΑ > έκι ίκου
ΤΘ > έκι ίκουα
ΤΟ > έκι ίκουντα
ΑΠ > έmαΪ ίκουντε
ΒΠ > έτ’αΪ ίκουντε
ΤΑ > ήγκι ίκουντε
ΤΘ > ήγκι ίκουντε
ΤΟ > ήγκι ίκουντα
ΑΠ > έμα μπαίνου
ΒΠ > έσα μπαίνου
ΤΑ > έκι μπαίνου
ΤΘ > έκι μπαίνα
ΤΟ > έκι μπαίντα
ΑΠ > έmαΪ μπαίντε
ΒΠ > έτ’αΪ μπαίντε
ΤΑ > ήγκι μπαίντε
ΤΘ > ήγκι μπαίντε
ΤΟ > ήγκι μπαίντα
ΑΠ > έμα παντέχου
ΒΠ > έσα παντέχου
ΤΑ > έκι παντέχου
ΤΘ > έκι παντέχουα
ΤΟ > έκι παντέχουντα
ΑΠ > έmαΪ παντέχουντε
ΒΠ > έτ’αΪ παντέχουντε
ΤΑ > ήγκι παντέχουντε
ΤΘ > ήγκι παντέχουντε
ΤΟ > ήγκι παντέχουντα
ΑΠ > έμα έγκου
ΒΠ > έσα έγκου
ΤΑ > έκι έγκου
ΤΘ > έκι έγκουα
ΤΟ > έκι έγκουντα
ΑΠ > έmαΪ έγκουντε
ΒΠ > έτ’αΪ έγκουντε
ΤΑ > ήγκι έγκουντε
ΤΘ > ήγκι έγκουντε
ΤΟ > ήγκι έγκουντα
ΑΠ > έμα γκαρίζου
ΒΠ > έσα γκαρίζου
ΤΑ > έκι γκαρίζου
ΤΘ > έκι γκαρίζουα
ΤΟ > έκι γκαρίζουντα
ΑΠ > έmαΪ γκαρίζουντε
ΒΠ > έτ’αΪ γκαρίζουντε
ΤΑ > ήγκι γκαρίζουντε
ΤΘ > ήγκι γκαρίζουντε
ΤΟ > ήγκι γκαρίζουντα
ΑΠ > έμα τσουμένε
ΒΠ > έσα τσουμένε
ΤΑ > έκι τσουμένε
ΤΘ > έκι τσουμένα
ΤΟ > έκι τσουμέντα
ΑΠ > έmαΪ τσουμένοι
ΒΠ > έτ’αΪ τσουμένοι
ΤΑ > ήγκι τσουμένοι
ΤΘ > ήγκι τσουμένοι
ΤΟ > ήγκι τσουμέντα
ΑΠ > έμα Κασήμενε
ΒΠ > έσα Κασήμενε
ΤΑ > έκι Κασήμενε
ΤΘ > έκι κασημένα
ΤΟ > έκι κασημέντα
ΑΠ > έmαΪ Κασήμενοι
ΒΠ > έτ’αΪ Κασήμενοι
ΤΑ > ήγκι Κασήμενοι
ΤΘ > ήγκι Κασήμενοι
ΤΟ > ήγκι κασημέντα
ΑΠ > έμα σονισκούμενε
ΒΠ > έσα σονισκούμενε
ΤΑ > έκι σονισκούμενε
ΤΘ > έκι σονισκούμενε
ΤΟ > έκι σονισκούμενε
ΑΠ > έmαΪ σονισκούμενα
ΒΠ > έτ’αΪ σονισκούμενα
ΤΑ > ήγκι σονισκούμενα
ΤΘ > ήγκι σονισκούμενα
ΤΟ > ήγκι σονισκούμενα
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Ενεστώς ΕΦ-7 Ρήματα-ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ
- 1 Εγώ βλέπω > Εζού ένι ορού
- 2 Εγώ έχω > Εζού ένι έχου
- 3 Εγώ κάνω > Εζού ένι ποίου
- 4 Εγώ κατεβαίνω > Εζού ένι καμπαίνου
- 5 Εγώ έρχομαι > Εζού ένι παρίου
- 6 Εγώ καίω > εζού ένι δαίσου
- 7 * Άρνηση δεν έχω > Όνι έχου
ΑΠ , Εγώ βλέπω > Εζού ένι ορού
ΒΠ , Εσύ βλἐπεις > Εκιού έσι ορού
ΤΑ , Αυτός βλέπει > Έντενη ένι ορού
ΤΘ , Αυτή βλέπει > Έντανη ένι ορούα
ΤΟ , Αυτό βλέπει > Έγκεινι ένι ορούντα
ΑΠ , Εμείς βλέπουμε > Ενεί έμε ορούντε
ΒΠ , Εσείς βλέπετε > Εμού έτε ορούντε
ΤΑ , Αυτοί βλέπουν > Έντεϊ είνι ορούντε
ΤΘ , Αυτές βλέπουν > Έντεϊ είνι ορούντε
ΤΟ , Αυτά βλέπουν > ΈνταΪ είνι ορούντα
2 *
ΑΠ , Εγώ έχω > Εζού ένι έχου
ΒΠ , Εσύ έχεις > Εκιού έσι έχου
ΤΑ , Αυτός έχει > Έντενη ένι έχου
ΤΘ , Αυτή έχει > Έντανη ένι ἐχα
ΤΟ , Αυτό έχει > Έγκεινι ένι έχου
ΑΠ , Εμείς έχουμε > Ενεί έμε έχουντε
ΒΠ , Εσείς έχετε > Εμού έτε έχουντε
ΤΑ , Αυτοί έχουν > Έντεϊ είνι έχουντε
ΤΘ , Αυτές έχουν > Έντεϊ είνι έχουντε
ΤΟ , Αυτά έχουν > ΈνταΪ είνι έχουντε
3 *
ΑΠ , Εγώ κάνω > Εζού ένι ποίου
ΒΠ , Εσύ κάνεις > Εκιού έσι ποίου
ΤΑ , Αυτός κάνει > Έντενη ένι ποίου
ΤΘ , Αυτή κάνει > Έντανη ένι ποία
ΤΟ , Αυτό κάνει > Έγκεινι ένι ποίντα
ΑΠ , Εμείς κάνουμε > Ενεί έμε ποίντε
ΒΠ , Εσείς κάνουτε > Εμού έτε ποίντε
ΤΑ , Αυτοί κάνουν > Έντεϊ είνι ποίντε
ΤΘ , Αυτές κάνουν > Έντεϊ είνι ποίντε
ΤΟ , Αυτά κάνουν > ΈνταΪ είνι ποίντα
4 *
ΑΠ , Εγώ κατεβαίνω > Εζού ένι καμπαίνου
ΒΠ , Εσύ κατεβαίεις > Εκιού έσι καμπαίνου
ΤΑ , Αυτός κατεβαίνει > Έντενη ένι καμπαίνου
ΤΘ , Αυτή κατεβαίνει > Έντανη ένι καμπαίνουα
ΤΟ , Αυτό κατεβαίνει > Έγκεινι ένι καμπαίντα
ΑΠ , Εμείς κατεβαίνουμε > Ενεί έμε καμπαίντε
ΒΠ , Εσείς κατεβαίνουτε > Εμού έτε καμπαίντε
ΤΑ , Αυτοί κατεβαίνουν > Έντεϊ είνι καμπαίντε
ΤΘ , Αυτές κατεβαίνουν > Έντεϊ είνι καμπαίντε
ΤΟ , Αυτά κατεβαίνουν > ΈνταΪ είνι καμπαίντα
5 *
ΑΠ , Εγώ έρχομαι > Εζού ένι παρίου
ΒΠ , Εσύ έρχεσαι > Εκιού έσι παρίου
ΤΑ , Αυτός έρχεται > Έντεν’η ένι παρίου
ΤΘ , Αυτή έρχεται > Ένταν’η ένι παρία
ΤΟ , Αυτό έρχεται > Έγκεινι ένι παρίντα
ΑΠ , Εμείς ερχόμαστε > Ενεί έμε παρίντε
ΒΠ , Εσείς ερχόσαστε > Εμού έτε παρίντε
ΤΑ , Αυτοί έρχονται > Έντεϊ είνι παρίντε
ΤΘ , Αυτές έρχονται > Έντεϊ είνι παρίντε
ΤΟ , Αυτά έρχονται > ΈνταΪ είνι παρίντε
6 *
ΑΠ , Εγώ καίω > εζού ένι δαίσου
ΒΠ , Εσύ καις > εκιού έσι δαίσου
ΤΑ , Αυτός καίει > έντενι ένι δαίσου
ΤΘ , Αυτή καίει > έντανι ένι δαίσα
ΤΟ , Αυτό καίει > έγκεινι ένι δαίσουντα
ΑΠ , Εμείς καίμε > ενεί έμε δαίσουντε
ΒΠ , Εσείς καίτε > εμού έτε δαίσουντε
ΤΑ , Αυτοί καίνε > έντεοι είνι δαίσουντε
ΤΘ , Αυτές καίνε > έντεοι είνι δαίσουντε
ΤΟ , Αυτά καίνε > ένταοι είνι δαίσουντα
7 * Άρνηση δεν έχω > Όνι έχου
ΑΠ , Εγώ δεν έχω > εζού Όνι έχου
ΒΠ , Εσύ δεν έχεις > εκιού Όσι έχου
ΤΑ , Αυτός δεν έχει > έντενι Όνι έχου
ΤΘ , Αυτή δεν έχει > έντανι Όνι ἐχα
ΤΟ , Αυτό δεν έχει > έγκεινι Όνι έχου
ΑΠ , Εμείς δεν έχουμε > ενεί Όμε έχουντε
ΒΠ , Εσείς δεν έχετε > εμού Ότε έχουντε
ΤΑ , Αυτοί δεν έχουν > έντεοι Ούνι έχουντε
ΤΘ , Αυτές δεν έχουν > έντεοι Ούνι έχουντε
ΤΟ , Αυτά δεν έχουν > ένταοι Ούνι έχουντε
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Αόριστος ΕΦ -Ρήματα
Μάθημα # 9 -ΜΚ (Αμάη 8,2023)
Ο αόριστος αναφέρεται στο στιγμιαίο παρελθόν και δεν παίρνει το βοηθητικό ρήμα ένι π.χ. είδα>οράκα ( ο παρατικός αναφέρεται στο παρελθόν διαρκείας ΚΑΙ παίρνει το βοηθητικό ρήμα ένι π.χ. έβλεπα> έμα ορού)
- Αόριστος , Ενικός και Πληθυντικός ,3 πρόσωπα
- βλέπω > ένι ορού ,
- οράκα, οράτσερε, οράτσε, οράκαμε, οράκατε, οράκαϊ
- παίρνω> ένι αρίκου,
- άγγα,άντζερε,άντζε ,άγγαμε,άγγατε, άγγαϊ
- κοιτάζω> ένι ξεικάζου,
- εξεικά, εξεικάερε,εξεικάε, εξεικάμε,εξεικάτε, εξεικάϊ
- ανοίγου> ένι ανοίντου,
- ανοία, ανοίερε, ανοίε, ανοίαμε, ανοίατε,ανοίαϊ
- Ενεστώς & Αόριστος
- 1, είμαι>ένι (όνι έχου Αόριστο)
- 2,έχω> ένι έχου (όνι έχου Αόριστο)
- 3 , ακούω > ένι νοίου , ενιάκα
4 , ανοίγω > ένι ανοίντου, ανοία
5 , βλέπω > ένι ορού , οράκα ,
6 , βρίσκω > ένι ερέχου , ερέκα ,
7 , γνωρίζω > ένι νιουρίζου, ενιουρία
8 , έρχομαι > ένι παρίου , εκάνα ,
9 , ζητώ > ένι καράχου ,εκαρά
10 , καίω > ένι δαίσου , εδάκα
11 , κατεβαίνω > ένι καμπαίνου .εκαμπάκα
12 , κόβω > ένι κόφου , εκόβα
13 , κοιμάμαι > ένι κιούφου, εκιούβα
14 , κοιτάζω > ένι ξεικάζου ,εξεικά
15 , λέγω > ένι αού , επέκα ,
16 , μαθαίνω > ένι μαθαίνου , εμαθήκα
17 , μένω > ένι αραμού , αραμάκα ,
18 , μιλώ > ένι νιού , ενιλήκα ,
19 , παίρνω > ένι αρίκου ,άνγα
20 , πεθαίνω > ένι πενάκου, επενάκα
21 , πέφτω > ένι τσιταίνου, ετσιτά
22 , πηγαίνω > ένι έγγου, εζάκα ,
23 , πιάνω > ένι κιάνου ,εκιάκα
24 , πίνω > ένι κίνου ,εγκίκα ,
25 , ποιώ > ένι ποίου , εμποίκα ,
26 , σταματώ > ένι σταματού , εσταματήκα ,
27 , τρώγω > ένι τσ’ού , εφαήκα ,
28 , φέρνω > ένι φερίκου ,ενέγκα
======================================
Γενάρη 17,2023 (ΓΚ)
- Ενεστώς,Αόριστος,μετοχή
- μιλάω > ένι νιού ,ενιλήκα,νιλητέ
- ακούω > ένι νοίου ,ενιάκα,νιατέ
- σφάζω > ένι θύου, εθύκα
- φιλώ > ένι θιού, εθιλήκα,θιλητέ
- πίνω > ένι κίνου, εγκίκα,γκιτέ
- πεινώ > ένι κεινού,εκεινάκα,κεινατέ
- φτάνω > ένι φταίνου ,εφτάκα, φτατέ
- φταίω > ένι φταίου , εφταίκα
- φεύγω > ένι φύου , εφύγκα,φυτέ
- βρέχω > ένι βρέχου, εβρέα, βρετέ
- αρπάζω > ένι αρπάζου, αβράε(γ ΙΣ)
- βράζω > ένι βράζου, εβράε (γ ΙΣ)
- φέρνω > ένι φερίκου, ενέγκα,φερτέ (μετοχή τσαι παρίου)
- υποφέρω > ένι υποφερίκου , επονέγκα,υποφερτέ
- παίρνω> ένι αρίκου, άγγα,
- βάζω>ένι βάνου, έβαλλα>εβαλήκα
- βγάζω> ένι μπάνου, έβγαλα>εμπαλήκα
- βγαίνω> ένι μπαϊνου, εβγήκα> εμπαήκα
- μπαίνω> ένι μπαίνου> εμπήκα> εμπάκα
- φτάνω > ένι σούνου,
- ψήνω> ένι φταίνου, έψησα> εφτάκα,φτατέ
- φτιάχνω > ένι φκιάνου,έφτιαξα> εφτιάκα
- Κλίση παρακάτου για τα ρήματα
- έρχομαι> ένι παρίου , ήλθα > εκάνα,φερτέ
- ρωτώ> ένι ρωτού , ερώτησα >ερωτήκα
- κινώ>ένι κινού, κίνησα>ετσινήκα
- βάζω>ένι βάνου, έβαλλα>εβαλήκα
- βρίσκω>ερέχου, βρήκα >ερέκα
- καίω> ένι δαίσου, έκαψα >εδάκα
ΑΠ , εγώ ήλθα > εζού εκάνα
ΒΠ , εσύ ήλθες > εκιού εκάνερε
ΤΑ , αυτός ήλθε > έντενι εκάνε
ΤΘ , αυτή ήλθε > έντανι εκάνε
ΤΟ , αυτό ήλθε > έγκεινι εκάνε
ΑΠ , εμείς ήλθαμε > ενεί εκάναμε
ΒΠ , εσείς ήλθατε > εμού εκάνατε
ΤΑ , αυτοί ήλθαν > έντεοι εκάναϊ
ΤΘ , αυτές ήλθαν > έντεοι εκάναϊ
ΤΟ , αυτά ήλθαν > ένταοι εκάναϊ
ΑΠ , εγώ ρώτησα > εζού ερωτήκα
ΒΠ , εσύ ρώτησες > εκιού ερωτήτσερε
ΤΑ , αυτός ρώτησε > έντενι ερωτήτσε
ΤΘ , αυτή ρώτησε > έντανι ερωτήτσε
ΤΟ , αυτό ρώτησε > έγκεινι ερωτήτσε
ΑΠ , εμείς ρώτησαμε > ενεί ερωτήκαμε
ΒΠ , εσείς ρώτησατε > εμού ερωτήκατε
ΤΑ , αυτοί ρώτησαν > έντεοι ερωτήκαει
ΤΘ , αυτές ρώτησαν > έντεοι ερωτήκαει
ΤΟ , αυτά ρώτησαν > ένταοι ερωτήκαει
ΑΠ , εγώ κίνησα > εζού ετσινήκα
ΒΠ , εσύ κίνησες > εκιού ετσινήτσερε
ΤΑ , αυτός κίνησε > έντενι έτσινήτσε
ΤΘ , αυτή κίνησε > έντανι έτσινήτσε
ΤΟ , αυτό κίνησε > έγκεινι έτσινήτσε
ΑΠ , εμείς κινήσαμε > ενεί ετσινήκαμε
ΒΠ , εσείς κινήσατε > εμού ετσινήκατε
ΤΑ , αυτοί κίνησαν > έντεοι ετσινήκαει
ΤΘ , αυτές κίνησαν > έντεοι ετσινήκαει
ΤΟ , αυτά κίνησαν > ένταοι ετσινήκαει
ΑΠ , εγώ έβαλα > εζού εβαλήκα
ΒΠ , εσύ έβαλες > εκιού εβαλήτσερε
ΤΑ , αυτός έβαλε > έντενι εβαλήτσε
ΤΘ , αυτή έβαλε > έντανι εβαλήτσε
ΤΟ , αυτό έβαλε > έγκεινι εβαλήτσε
ΑΠ , εμείς εβάλαμε > ενεί εβαλήκαμε
ΒΠ , εσείς εβάλατε > εμού εβαλήκατε
ΤΑ , αυτοί έβαλαν > έντεοι εβαλήκαει
ΤΘ , αυτές έβαλαν > έντεοι εβαλήκαει
ΤΟ , αυτά έβαλαν > ένταοι εβαλήκαει
ΑΠ , εγώ βρήκα > εζού ερέκα
ΒΠ , εσύ βρήκες > εκιού ερέτσερε
ΤΑ , αυτός βρήκε > έντενι ερέτσε
ΤΘ , αυτή βρήκε > έντανι ερέτσε
ΤΟ , αυτό βρήκε > έγκεινι ερέτσε
ΑΠ , εμείς βρήκαμε > ενεί ερέκαμε
ΒΠ , εσείς βρήκατε > εμού ερέκατε
ΤΑ , αυτοί βρήκαν > έντεοι ερέκαει
ΤΘ , αυτές βρήκαν > έντεοι ερέκαει
ΤΟ , αυτά βρήκαν > ένταοι ερέκαει
ΑΠ , εγώ έκαψα > εζού εδάκα
ΒΠ , εσύ έκαψες > εκιού εδάτσερε
ΤΑ , αυτός έκαψε > έντενι εδάτσε
ΤΘ , αυτή έκαψε > έντανι εδάτσε
ΤΟ , αυτό έκαψε > έγκεινι εδάτσε
ΑΠ , εμείς έκαψαμε > ενεί εδάκαμε
ΒΠ , εσείς έκαψατε > εμού εδάκατε
ΤΑ , αυτοί έκαψαν > έντεοι εδάκαει
ΤΘ , αυτές έκαψαν > έντεοι εδάκαει
ΤΟ , αυτά έκαψαν > ένταοι εδάκαει
Πίσω στην Αρχική σελίδα η Οι Τσάκωνες
astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Korakovouni of Arcadia

Korakovouni is 8 km away from Astros.
From the “Mount Parnon and Moustos Wetland Management Agency, 2015. Guide for the protected area of Mount Parnon and Moustos Wetland. Nature, Culture, Ecotourism. Astros of Arcadia “.
Korakouvouni, a lowland settlement built on a small hill next to the river Vrasiatis and the main provincial road Astros – Leonidi, is located 8 km south of Astros. It is a Kefalochori of the area with several stone-built mansions. In the center and the square of the village dominates the three-aisled Church of Agios Vassilios, Agios Georgios and Agia Varvara. Here are the busts of Georgios Leventis, who was a prominent Friend and head of the Tax Office of the Friends of Bucharest and the benefactor Georgios Kazakis. With a panoramic view of the settlement, the visitor can admire the lush olive grove that stretches in the plain of Vrasiatis and the blue-green beaches of the area. Mountainous Korakovouni at an altitude of 579 m., Is built on the slopes of Mount Parnon and at a distance of about 20 km southwest of Astros. At the entrance of the village the visitor meets the church of the Assumption of the Virgin built in the 17th century, the impressive three-fountain fountain with crystal clear waters built in 1886, in a beautiful paved and stone-built square surrounded by impressive centuries-old plane trees. The stone houses of the village combine harmonious elements of mountain and island architecture.
Museum of Traditional Olive Mill in Korakovouni:
The olive mill was built in 1884 by Petros P. Petropoulos and operated until 1920. It was biomobile, ie all processes were done by biological beings (a horse and workers) and not by machines. The olive mill was renovated in 2006 by Evangelos Anast. Petropoulos, grandson of the owner. In the museum the visitor can observe and get acquainted with the method of processing the olive for the production of olive oil, before the industrial modernization, presented by human models. The exhibits include the baskets in which the workers brought the olives, the sacks in which the olive pulp (commonly hummus) was placed to squeeze the oil, the millstone that melted the olives, the press where the pressing took place and finally the “libi” (container) that ended the olive oil and the other juices (liozoumia) of the olive. Among the museum’s exhibits are the cauldron that boiled the water they used to process the extraction of olive oil, the damizans that transported the oil, the liokoki and the stone wood that remained after the extraction of the oil. The museum also houses the “dynamari”, a mechanism for increasing the pressure of the presses, the plate that was bought in 1913 for weighing olives and oil and the office where the transactions were recorded. Of course, there are also additional tools of the mill, such as those of lighting (lamps) and tools such as the vise, scales, hand drills and wrenches. We will see the first screw of the press which was wooden, before it was replaced by the iron one. The area of the olive mill also served as a processing area for edible olives with salt that was made in the “lanza”, a large barrel with a capacity of 2.5 tons that survives to this day. Inside the museum there are agricultural tools of pre-industrial era, such as plows, zebras and goats.
The castle of Artikaina
Within walking distance from the village, the visitor deserves to know the medieval castle of Artikaina (See p. 208), in an imposing area with unrestricted views to the peaks of Parnon and the turquoise of the Argolic Gulf. At the initiative of local associations, a variety of cultural activities, events and festivals are organized every year. Of particular interest is the traditional carnival carnival, with unique hospitality and rich treats to the public, such as the famous traditional plate pie
Korakovouni, Arcadia
From Wikipedia, the free encyclopedia
Winter Korakovouni (also Karakovouni and Korakovounion) is a lowland settlement in the prefecture of Arcadia, built amphitheatrically on a hill at the foot of Mount Parnon. In a short distance flows the river Brasiatis. [3] It is located in the southeastern part of the prefecture, 52 km SE of Tripoli, in the former province of Kynouria. It belongs administratively to the municipality of North Kynouria. Korakovouni also includes the Mountainous Korakovounika and Neochori. Its history is lost in the depths of the centuries, as originally there was Mount Karakovouni (from Zaritsi Kynouria to Kastraki Astros) where in between there was only one settlement where it took the name of the mountain. During the Byzantine times, the General of Byzantium Pervainas came from Korakovouni or Karakovouni.
The name of the village has been associated with the Greek Revolution of 1821 as it is the birthplace of: • Varsami Konstantinou: He came from Korakovouni, Kynouria. Heavily injured f Agios Sostis, outside Tripoli. When he was healed, he continued to fight until his release. • Leventi, Georgiou: (Korakovouni, Kynouria 1790 – Athens 1847
Mountainous Korakovouni of Arcadia\

From Wikipedia, the free encyclopedia
Mountainous Korakovouni is a mountainous settlement, built at an altitude of 534 m. It is 12 km from Korakovounika and 22 km from Astros. T
he village belongs administratively to the Municipality of North Kynouria and has a population of 8 permanent residents according to the 2011 census The village, according to tradition, was founded after the destruction of Paleo Korakovouni (a settlement that existed near Prastos) by Turkish troops in 1687. [2] Along with Paleo Korakovouni, Agios Ioannis, Meligou, Kastanitsa and Prastos were also destroyed. After the destruction of the village, the inhabitants founded a new village in the place where the Mountainous Korakovouni is today. During the years of Ottoman rule the settlement belonged to the Vilaeti of Agios Petros. According to a Venetian census of 1699, the village had two churches: Agios Dimitrios and Panagia, as well as two vicars. [3] In the 18th and 19th the Korakovounites developed trade relations with various areas, as the Korakovounites lived and traded in places such as Spetses, Hydra, Constantinople, Odessa etc.
During the years 1750 – 1775 in the village acted the thief George Leventis (grandfather of the friend), who was the first son of Konstantis Kolokotronis. [4] With the founding of the Friendly Society, many Korakovounites became members, most importantly the merchant George Leventis (1790 – 1847). The contribution of the Korakovunites to the Revolution of 1821 was significant, as more than 100 fighters were distinguished in the battles of Doliana, Vervena, Tripolitsak. In 1826 the village was completely destroyed by the hordes of Ibrahim Pasha. After the liberation, the village was subordinated to the Municipality of Vrasia (1834 – 1912). From Korakovouni came the Winter Korakovouni, which was created during the 18th century. and is a permanent residence of the Korakovounites.

The village
Mountainous Korakovouni is a mountain village built amphitheatrically on the slopes of a mountain. It is overgrown with trees, while it has many traditional mansions that combine Tsakoniki with Spetsiotiki architecture. A marble point is the marble fountain together with the small square and the church of Panagia, located at the entrance of the village. The village has churches such as: of Agios Dimitrios (patron saint) in the central square of the village, building of 1688, of Panagia at the entrance of the village, which was the catholic of the Monastery of Panagia Katakekrymeni, building again of 1688. It also has chapels like of Agios John of the Forerunner in the place “Klima”, of Agioi Anargyroi in the place “Klima”, of Agios Georgios (former monastery of Endysenas), of Agios Ioannis the Theologian in the place “Cerbena” and the shrine of Profitis Ilias, above the village.
Orino Korakovouni also has a traditional cafe – tavern. Near the village are the villages of Korakovouni, Agios Andreas and the villages of Prastos, Kastanitsa and Sitaina. An important attraction is the Byzantine, ruined Castle of Artikaina, located east of the village. In winter the village lives with few inhabitants, while in summer it “comes to life” mainly during the feasts of Prophet Elias and the Fifteenth of August.
astrosgr.com/en / John Koutogiorgas
Back to the page Traditional Villages
Back to the home page astrosgr.com/en
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Κορακοβούνι Αρκαδίας – astrosgr.com
Arcadiko Village of Arcadia

The Arcadiko Village is 15 km from Astros
Leaving Agios Andreas, in the direction of Leonidio, the visitor meets the Arcadian Village, a modern and model settlement for expatriate Hellenism which was created with the main goal of reconnecting the ubiquitous Arcadians with their place of origin and strengthening Greek culture. their identity.
Beaches From our Municipality “
The homonymous beach of the model settlement of the Arcadian village on the road from Agios Andreas to Leonidio. It is located 1.5 km from the settlement. The beach is a small bay that extends 110 meters in length. Pebble beach. The waters are clear and not very deep. Access to the beach is via a path. The beach is not organized, but has toilets, showers and trash cans. Along the coast there are canopies of cloth on iron stakes. The maximum number of bathers is estimated at 150 people. “

The beach To Kryoneri “Magnificent beach, between Arkadiko Chorio and Tyros, with turquoise cold waters, rich pebbles and vegetation that reaches the water. Favorite beach of young people and those who feel young. It has a beach bar that gives rhythm to the summer holidays with party until morning and special events. It got its name from the springs that exist on land, one of which supplies water to the island of Spetses via watercraft – but also from the fresh water that gushes into the sea. The settlement has rooms to let and cottages. “There is an important underwater cave in the area for those who are engaged in underwater exploration and are looking for underwater emotions.”
The beach of Sampatiki Probably the most beautiful beach of Arcadia.
The name Sampatiki came from the obvious admiration of the neighbors who said “as you go there” you will see…. Sampatiki is 41 km from Astros and 26 km from the Arcadian Village Leonidio is 50 km away from Astros and the holy monastery of Elona 65 km.
From the Greek Travel Pages
“After Tyros on the road to Leonidio is the idyllic bay of Sampatiki on the south side of a small peninsula. With crystal clear waters and beautiful natural environment is probably the most beautiful beach of Arcadia. On the north side is the settlement of Livadi with a large nice beach. Sampatiki and Livadi are old fishing settlements and are inhabited mainly by the inhabitants of the nearby village of Pramatefti. The beach of Sampatiki with its picturesque port and beautiful small settlement is an attraction for many vacationers in summer. The small church of Panagia is located on the beach, while many fishing boats moor in the bay “.
From Wikipedia, the free encyclopedia
“Arkadiko Chorio is a settlement in the province of North Kynouria in Arcadia. It is built on a peninsula at Mikri Pepontina, after the village of Agios Andreas on the road to Leonidio. To the west rises the Parnon mountain range. It is 55 km east of Tripoli, 45 km south of Nafplio, 12 km south of Astros and 33 km north of Leonidio. It is a model and independent settlement that was conceived as an idea in the early 80’s by Arkades expatriates of America and began to be implemented at the end. It joined a national pilot program aimed at reconnecting Greeks abroad with their place of origin through the creation of holiday homes. “In the final phase of the program, 300-350 houses, a hotel, a conference center, sports facilities and other facilities were planned to be built, [2] but the Greek debt crisis has put its completion in doubt.”
http://www.panarcadian.ca/el/projects/arcadian-village/

astrosgr.com/en / John Koutogiorgas
Back to the page Traditional Villages
Back to the home page astrosgr.com/en
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Αρκαδικό Χωριό Αρκαδίαs – astrosgr.com
Agios Andreas of Arcadia

Agios Andreas is 9 km away from Astros
From our Municipality-
Kefalochori of Tsakonia. With the tradition of the area preserved unchanged. It is 6 km from Astros and is located on the road to Leonidio. Village with constant population growth and tourist development with infrastructure and overgrown with olives and citrus fruits. The green settlement of Agios Georgios and the model settlement for the expatriates, the Arcadian Village, belong to its borders. The visitor can find rooms for rent, taverns, holiday centers, beaches with crystal clear waters and suitable for water sports. The village is characterized as a “gateway” for the picturesque Kastritochoria, since one can visit Kastanitsa, Prastos, while 5 km outside the village begins the unique gorge of Zarbanitsa. The visitor can also see the ruins of ancient Anthini near the port of Agios Andreas, the metochi of the Orthokostas Monastery which has a church dedicated to the Annunciation and a tall tower and the stone arched bridge over the river Vrasiatis. In the village also all seasons of the year festivals and cultural events are organized.

From the “Mount Parnon and Moustos Wetland Management Agency, 2015. Guide for the protected area of Mount Parnon and Moustos Wetland. Nature, Culture, Ecotourism. Astros of Arcadia “.
Agios Andreas, the main village of the area with stone-built, traditional houses, is surrounded by olive groves and citrus trees. The village is 9 km away from Astros and most of its inhabitants speak the Tsakonian dialect. In its typical paved square, in the center of the village, there are cafes, shops and restaurants. Special festivals are the festivals of Agios Panteleimon, Ypapantis, Agios Apostolos, Profitis Ilias and the rich Constantine and Eleni, while many cultural events take place throughout the year (music events, carnival, etc. .). .
At a distance of 3 km east is the beach of Agios Andreas, which extends to a great length, where the remains of the old mill still stand, which over time is handed over to the power of the sea (See p. 222). The picturesque port marks another rich and beautiful image of the area. Near the coast is a small rocky hill, known as “St. Andrew’s Island”. In this place there are ruins of a cyclopean wall that according to archaeologists belong to the ancient Kynourian city of Anthini. Parts of the outer fortification with towers of the 5th – 4th c. e.g. Later the settlement was moved lower to the sea, where Late Roman ruins and additional fortifications from Byzantine times are preserved. Also of archeological interest is the hill of Heronisios which is located north of the Island (2 km NW). Finds from the early Bronze Age, from the Geometric to the Archaic times, were found here. The plain of Agios Andreas is crossed by the river Vrasiatis, inside the riverbed of which shortly before its estuary, there is an elaborate two-chamber stone bridge (See photo p. 227). The visitor of the area has the opportunity to be found 5 km west of Agios Andreas in the enchanting world of the gorge of Zarbanitsa (See p. 123).

From Wikipedia, the free encyclopedia
Agios Andreas is a settlement in the municipality of North Kynouria, built on the slopes of a hill near the sea, next to a plain overgrown with olive trees. It is located on the road Astros-Leonidio at a distance of 6 km from the first. At this point the gorge of Zarbanitsa ends as the river Brasiatis also crosses, just before its estuary in the Gulf of Thyreatiko. It is the Kefalochori of the area and is inhabited mainly by Tsakones. · At a distance of 3 km is the beach of Agios Andreas with a picturesque harbor. On a hill near the spot one can see the ruins of a cyclopean wall that according to archaeologists belong to the ancient Kynourian city of Anthini. Also nearby is an old stone arched bridge. · At the borders of the community is the model settlement for the expatriates, Arkadiko Chorio, the last settlement before South Kynouria. · The village has a football club called A.M.S. Boiling.
From the “Mount Parnon and Moustos Wetland Management Agency, 2015. Guide for the protected area of Mount Parnon and Moustos Wetland. Nature, Culture, Ecotourism. Astros of Arcadia “.
The Tsakonian dialect is spoken by Leonidio, Pragmatefti, Melana, Tyros, Sapounakeika, Agios Andreas, Prasto, Sitaina, Kastanitsa. Settlements: Sampatiki, Livadi, Vaskina, Paliochora, Agios Panteleimonas (Fouska), Dernikeika The Tsakonian dialect The Tsakonian dialect, the Tsakonian dance, the costume, the customs and traditions of the Tsakonians, are another dynamic of the Parnon area. According to the “Chronicle of Monemvasia “:” And the prefectures and peasants of the threshing floors settled in the rugged places adjacent to it, and at the end the jaconia were named “. The Tsakones, as true descendants of the Dorians, kept their roots intact and the Tsakonian language is still the living expression of the Doric dialect. In the cradle of Tsakonia, today insists on walking and creating in the footsteps of yesterday in a perpetual and uninterrupted breath of Greece.
The special linguistic treasure of our place The Tsakonian dialect has been included in the list of endangered languages of UNESCO and is recognized as a cultural achievement and a unique treasure of culture. The language was preserved genuine and unadulterated in the mouths of ordinary people, peasants, shepherds and farmers. In the wishes, in the greetings, in the curses, in the everyday expressions, in the teasing and the jokes, there is for centuries now the linguistic treasure of the Tsakonians. In this special part of the Greek land called Tsakonia (the cradle of Tsakonia was Prastos, Kastanitsa and Sitaina), in these rugged places, the inhabitants of the area, with few means, not only survived, but left behind a valuable heritage, the Tsakonian tradition, the beautiful language, the unique evocative Tsakonian dance, the Tsakonian songs, the weaving art, their habits, what we call today customs and traditions. All this composes the identity of the place with a living language that is in the hands of the Tsakonians, but also of all Hellenism, to embrace it and protect it from oblivion
See the link
http://www.tsakonianarchives.gr/…

astrosgr.com/en / John Koutogiorgas
Back to the page Traditional Villages
Back to the home page astrosgr.com/en
astrosgr.com “Αφιερώνεται στη Θυρεάτιδα Γή.
astrosgr.com/en Dedicated to Thyreatis Land.”
#astrosgrcom
Άγιος Ανδρέας Αρκαδίας – astrosgr.com
Η οικογένεια > Α φανίλια
- πατέρας> Αφέγκη ,
- μητερα> μάτη
- γυιος > υζέ ,
- κόρη> σάτη ,
- παιδί> καμπζί
- σύζυγος,άντρας> άτσωπο ,
- σύζυγος,γυναίκα> γουναίκα
- γιαγιά>μαμού ,
- παππούς> παππου
- εγγονή (η) > έγγονε (α):
- εγγονος (ο) > έγγονε (ο):
- εγγόνι (το) > εγγόνι (το):
- αδελφός > αϊθή ή αθή ,
- αδελφοί > αϊθήνε ή αθήνε
- αδελφή >αϊθά ή αθιά
- αδελφές > αϊθιέ ή αθιέ
- αδελφακι > αφούτσι
- θείος > τσίε ,
- θείοι >τσίουνε
- θεία > τσία,
- θείες > τσιάδε
- ανηψιός > ανήψι ,
- ανήψια > ανήψι
- ξάδελφος > τσάδεφο,
- ξαδέλφια >τσαδέφοι
- ξαδέλφη > τσαδέφη,
- ξαδέλφες> τσαδέφισε
- γριά > γρία ,
- γέρος> γέρου
- κουμπάρος > κουμπάρε
- κουμπάρα>κουμπάρα
- συγγενείς>συγγενείδε
- γονείς>γονίε
- Α γρία και ο γέρου ήταν προσφωνήσεις αμέσως μετά το γάμου του ζευγαριού εκατέρωθεν.
- γείτονας> γείτονα
- γειτόνισσα > γειτόνισσα
- φίλος>κολλέγα
- φίλη> κολλέγισσα
Prastos of Arcadia

“It is estimated that the population of Prastos in medieval times amounted to 9,000 inhabitants. Prastos then had 9 parishes, 30 churches and intense economic activity. “
Agiopetritis, the protagonist and memoirist of the Struggle, Anagnostis Kontakis, writes that:
“if it were not for Prastos, who fed the army for 4 months, the struggle for freedom would have been lost”.
Prastos is approximately 220 km from E. Venizelos Airport, 72 km from Tripoli, 32 km from Astros and 69 km from Sparta.
To get there you will follow the following routes:
· Astros – Agios Andreas- Prastos (approximately 32 km)
· Tripoli – Astros – Prastos (approximately 72 km)
· Sparta – Kastanitsa – Prastos (approximately 69 km)
From our Municipality
Old capital of Tsakonia. Rich Medieval City.

The lost greatness of the mountain village of Tsakonia is reflected in the song “Tell me where your towers are, where your nobility is”. It is located at an altitude of 750 meters, is 20 kilometers from the village of Agios Andreas, with a difficult route that compensates the visitor with its beauty and its special local architecture. The tower houses are typical in the village and are preserved of Sarantari, Kalimeris, Merikas, Karamanos, Gounelos, while there are remains of Byzantine temples such as Taxiarches, Agios Dimitrios and Panagia which was the Diocese. On the road to the village from Agios Andreas the visitor meets the monastery of Artokosta while one can also see the old monastery of Englestouri (building of 1733). The village is adjacent to the mountainous Korakovouni, while nearby is the gorge of Mazia, where one can see watermills and water mills. There is no tourist infrastructure in the village and so the visitor must find accommodation in other villages of Parnonas. Manolis Dounias came from Prastos and led the Fall of Tripoli in 1821. There is a bust of him in the village.
From the “Mount Parnon and Moustos Wetland Management Agency, 2015. Guide for the protected area of Mount Parnon and Moustos Wetland. Nature, Culture, Ecotourism. Astros of Arcadia “.
Built amphitheatrically on the slope of Mount Parnon, at an altitude of 750 m and at a distance of 30 km from Astros and 20 km southwest of Agios Andreas, is the traditional and preserved settlement of Prastos, the historic capital of Tsakonia from the Middle Ages to 1826. It is a beautiful and picturesque village that charms with its traditional houses, tower houses and churches. Its houses retain the main elements of the local architecture, which is simple and characteristic: arched doors, narrow windows, decorative window, built staircase with high arch, slate slabs and often with strong defensive and fortified elements. From medieval times it was a crowded and prosperous city, full of towers, rich mansions and churches. The choice of the steep location, where the village was built, was mainly due to defensive reasons due to the pirates. Most of the Tsakonian population had settled here, where they maintained their main residence. It is estimated that the population of Prastos in medieval times amounted to 9,000 inhabitants. Prastos then had 9 parishes, 30 churches and intense economic activity.
At that time the maritime trade was flourishing while the trade relations of Prastos had reached as far as Constantinople, Russia, Turkey, Egypt and France. The saying “the city produces white and Prastos makes them castles” is typical. The goods were usually transported by ships from Spetses and Hydra, the main shareholders of which were the merchants from Prastia. In 1826 it was set on fire by Ibrahim and since then it was deserted, when the inhabitants of the village in their attempt to escape fled to Leonidio, “the safe place”, according to Th. Kolokotronis. The prosperity and glamor of the village in the past have left their mark strongly on today. Several old tower houses are preserved with the most characteristic features of Sarantari (one of the best preserved, with a built-in inscription of 1722), Kalimeris, Merika, Karamanos (1788) and Gounelos, built in the second period of Ottoman rule. All are fortified houses with rifles. From the numerous and majestic churches of the heyday, are preserved today and stand out: Taxiarches (18th century), Agios Dimitrios (17th century) and Panagia, old metropolis. Below the old metropolis is the small square of the village, which has recently been renovated. Here is the bust of Prastiotis Manolis Dounias, fighter of 1821 and conqueror of Tripolitsa on September 23, 1821. In the nearby gorge of Mazia there are today the remains of dozens of watermills and water mill, which mark the great prosperity of the village in the past. The memories and nostalgia for this rich and historical past of the village Mr. are also recorded in the Tsakonian folk song: “Prastos me, your towers say and your nobility says!”.
Prastos, who during the period of Ottoman rule was a vilayet (administrative district), actively participated in the Orloff Revolution (1769-1770), as well as in the Klefturia movement. Dozens of Friends from Prastos will contribute decisively to the uprising of the Genos but also to the beginning of the Revolution in the area of Kynouria. Led by Theodoros Goulelos and Giorgakis Manolakis or Michalakis, 250 Prastian warriors set out to occupy the fortress of Monemvasia, of great military importance and invincible, as it was considered. At the same time, the Proestos and Demogerdos of Prastos, in consultation with Kolokotronis and the people of Verveni, Karabela and Kritiko, established in Vervena the famous “Cellar”, ie the chamber of the Army, to supply Prastos with food to the army. , in which many Prastian fighters also participated. Agiopetritis, the protagonist and memoirist of the Struggle, Anagnostis Kontakis, writes that: “if it were not for Prastos, who fed the army for 4 months, the struggle for freedom would have been lost”.
The Prastiotes fighters took part in many battles of the Revolution of 1821. Their contribution to the fall of Tripolitsa was decisive, where Manolis Dounias is considered as its conqueror.
Prastos holds many golden pages in the Revolution of 1821 with invaluable contribution and heroic struggles.Dozens of dignitaries and leaders, chiefs, teachers, clergy, sponsors and hundreds of activists, offered the maximum and contributed decisively to the successful outcome of the Struggle for Freedom. From Prastos start paths and picturesque routes that lead to rich and important cultural and natural monuments. In addition to the traditional festivals of the village during the summer, various cultural events and activities are organized and several tributes to the Tsakonian dialect and tradition.

From Wikipedia, the free encyclopedia
Prastos is a traditional mountain village of Arcadia, built amphitheatrically on the slopes of Mount Parnon at an altitude of 649 meters. It is located 20 km from the village of Agios Andreas.
Administratively it belongs to the Municipality of North Kynouria. In medieval and modern times it was the historic capital of Tsakonia. Even today, the Tsakonian dialect is spoken by the oldest History Prastos is mentioned for the first time in a gold bullion of the emperor Andronikos II Palaiologos in 1293 with the name Proastion.
It succeeded the ancient city of Orion, as it became the seat of the Diocese of Reontos Prastos, thus becoming the largest Tsakonochori. He gained great power and wealth during the Second Ottoman Empire (18th & early 19th century). At that time it is estimated that Prastos had a population of over 6,000 people, 30 churches, 9 parishes, 3 monasteries, 2 castles and several mansions – tower houses. People traveled to Spetses, Hydra, Istanbul and other places and acquired large fortunes.
In 1770, during the Orlofiks, Prastos and the whole of Tsakonia actively participated, led by Nektarios, Metropolitan of Reontos-Prastos, the priest Giannakis Goulenos, the teacher Emmanuel Trochanis and many more. With the founding of the Friendly Society, in 1814, the Prastiotes – Tsakon merchants, began to become members, reaching 10, including the Prastiotis merchant George Panou (Captain Giorgakis), the distinguished Giannoulis Karamanos and many people from surrounding villages. Kastanitsiotes Giannis Kapsampelis and the prostitute Nikolaos Palladas. In 1819, Prastos was separated from the Vilaeti of Agios Petros and became the capital of the Vilaeti of Prastos. This vilayet also included Kastanitsa, Sitaina, today’s Agios Andreas, Korakovouni, the area of Tyros, up to Leonidio.
Prastos also offered a lot during the Revolution of 1821. On March 16, the Prastiotes – Tsakones, proclaim the Revolution in Tsakonia. A few days later, the Prastiotes, under the leadership of Goulenos and Manolakis, started with a body of 250 men to the castle of Monemvasia, where it was captured on July 23, 1821. In addition, their contribution to the Fall of Tripoli was important, with a body of 300 men, united with the bodies of Agiopetrites, under Anagnostis Kondakis, Agiannites, under Panos Zafeiropoulos, Verveniotes, Dolianites and many others. On September 23, 1821, Manolis Dounias from Prasti was the first to enter Tripolitsa, which was besieged for a long time. The Prastiotes successfully participated in other battles (eg Battle of Bervena, Battle of Doliana, etc.). In 1826, Ibrahim Pasha completely destroyed the village. areas. In the following years, Prastos became the capital of the Province of Kynouria and the seat of the municipality of Vrasia.
The village Prastos has beautiful mansions, tower houses and churches, characteristic examples of Tsakonian architecture. In the 18th and 19th centuries, the merchants who were rich in Constantinople, Spetses, Hydra and elsewhere, built great mansions – tower houses, which survive to this day, such as Sarantari (1722), Kalimeris, Merika, Goulenos, Karamanou (1788), by Hadjipanagiotis, but also by the German Deffner. Prastos also has old, important churches, such as Panagia (1762), where it was the Diocese, Agios Dimitrios (17th c.), Taxiarches (17th c.), Agios Nikolaos (17th c.), Profitis Elias , Saint Athanasios (16th century) and others. In the past there were more churches that do not survive today, such as Panagia Stoliotissa, Agia Paraskevi, Agios Georgios and Agios Ioannis.
Near the village are Kastanitsa, Sitaina, the Monasteries of Artokostas, Karya and the ruined monasteries of Agios Dimitrios Reontinos and Prodromos (Englestouri). To the east is Mount Korakovouni. In winter, the village is left with few inhabitants, while in summer it is full of people. It has also been declared a traditional settlement
From the GUIDE FOR THE PROTECTED AREA OF MOUNTAINS PARNONA & WET WET ·
The Tsakonian dialect is spoken:
Leonidio, Pragmatefti, Melana, Tyros, Sapounakeika, Agios Andreas, Prasto, Sitaina, Kastanitsa.
Settlements: Sampatiki, Livadi, Vaskina, Paliochora, Agios Panteleimonas (Fouska), Dernikeika ·
The Tsakonian dialect ·
The Tsakonian dialect, the Tsakonian dance, the costume, the customs and traditions of the Tsakonians, are another dynamic of the Parnon area. According to the “Chronicle of Monemvasia”: “And the prefectures and peasants of Thremte were settled in the rugged places adjacent to it, and finally the jaconia were named”. The Tsakones, as true descendants of the Dorians, kept their roots intact and the Tsakonian language is still the living expression of the Doric dialect. In the cradle of Tsakonia, today insists on walking and creating in the footsteps of yesterday in a perpetual and uninterrupted breath of Greece. ·
The special linguistic treasure of our place. The Tsakonian dialect has been included in the list of endangered languages of UNESCO and is recognized as a cultural achievement and a unique treasure of culture. of farmers. In the wishes, in the greetings, in the curses, in the everyday expressions, in the teasing and the jokes, there is for centuries now the linguistic treasure of the Tsakonians. In this special part of the Greek land called Tsakonia (the cradle of Tsakonia was Prastos, Kastanitsa and Sitaina), in these rugged places, the inhabitants of the area, with few means, not only survived, but left behind a valuable heritage, the Tsakonian tradition, the beautiful language, the unique evocative Tsakonian dance, the Tsakonian songs, the weaving art, their habits, what we call today customs and traditions. All this composes the identity of the place with a living language that is in the hands of the Tsakonians, but also of all Hellenism, to embrace it and protect it from oblivion.
See the link
The Offer of Prastos in the Revolution of 1821 “
This shortage forced the besieged Turks to trade with the Greek besiegers, in order to save food. This fact was taken advantage of by Prastiotis Manolis Dounias and he gained acquaintances, “friendly” relations with the guards of the wall so that, at the critical moment, he could enter the city and open, together with others, the so-called Nafplio Gate, “to be invaded by the Greek warriors, with the first Tsakones-Prastiotes, who had been properly prepared by their leaders, and to occupy Tripoli together in a few hours.”
http://www.prastos.gr/portal.html
http://www.tsakonianarchives.gr/…
