Αναμνήσεις από το Σουληνάρι του Αγιάννη την δεκαετίa του 1950.

Οι φωτογραφίες από γείτονα στο Σουληνάρι

Ο Αγιάννης  ήταν η πρωτεύουσα της Ελλαδος της Προσωρινής Κυβέρνησης της Επανάστασης, από τις 15 Αυγούστου μέχρι την 1 Οκτωβρίου και η γειτονιά το Σουληνάρι ήταν η μητρόπολη του Αγιάννη. “Ο ναός του Αγίου Βασιλείου ήταν ένας μεγάλος ναός ο οποίος βρισκόταν στο κάτω μέρος του χωριού και συγκεκριμένα στη θέση Ματθαίου και κοντά στην πηγή Σουληνάρι. Ο ναός, ο οποίος αποτέλεσε την μητρόπολη του ναού, καταστράφηκε ολοσχερώς το 1826 και στη θέση του σήμερα έχει στηθεί ένα λιτό προσκυνητάρι…..“Ο ναός μαζί με την γύρω περιοχή του αποτελούσαν τη μητρόπολη του χωριού, καθώς βλέπουμε ότι στη γύρω περιοχή υπάρχουν πολλά αρχοντικά σημαντικών Αγιαννιτών (όπως του Πέρρου, του Σαρηγιάννη, του Ματθαίου κ.α. (των αδερφών Ζαφειροπουλαίων) ) και διάφορες εκκλησίες (Άγιος Ευστράτιος και Άγιος Πέτρος)” από τον συμπολίτη μας  Γιάννη Δ.Κουρμπέλη

Τα καλοκαίρια όταν “γέμιζε το χωριό”, ερχόντουσαν πολλοί κάτοικοι για διακοπές , στο Σουληνάρι  καθημερινά είχαμε πανηγύρι. Είχε πολύ κόσμο 20 – 30 περίπου άτομα, που περίμενε 2-3 ώρες μερικές φορές να έρθει η σειρά του,  για να πάρει νερό με τις λαίνες , τις τέσες και τα βαρέλια φορτωμένα στα γαιδούρια. Ήταν μια ευχάριστη κοινωνική εκδήλωση και το κουτσομπολιό από τις γυναίκες “πήγαινε σύννεφο” ,ποιά κοίταξε ποιόν και τα παρόμοια.Πολλές πήγαιναν περισσότερο για το κουτσομπολιό και δηθεν και για  νερό  με μια μικρή στάμνα. Μερικές φορές ο παππούς μου με έστελνε στη βρύση  για “λίγο δροσερό νεράκι “και πήγαινα με μια πολύ μίκρη στάμνα , έξυπνο κόλπο, και οι γυναίκες που περίμεναν να γεμίσουν τα βαρέλια τους με άφηναν πρώτο , αφού “είχα μικρή στάμνα” …, αλλά  πιθανώτατα και για μην ακούω το κουστομπολιό.

Στο Σουληνάρι επίσης επήγαιναν παράξενες ώρες για νυφοπάζαρο οι νέοι και οι νέες του χωριού  , που αλλού να πήγαιναν.., για νερό πήγαιναν  και ήταν πολύ διψασμένοι  και όταν ήταν τυχεροί  και δεν είχε κόσμο , ένοιωθαν τα πρώτα σκιρτίσματα της καρδιάς . Οι νέοι έκαναν τότε  πάντοτε την πρώτη   κίνηση , ενδεικτικά με τα παρακάτω..

Από την Σμαράγδη Αρβανίτη.

«Στον Αγιάννη ’ναι ένα νερό, το λένε Σουληνάρι,
κι όγοιος πάσχει από έρωτα να πάει να πιει, να γιάνει!
Μικρή μου Αγιαννιτοπούλα, μού’ χεις κάψει την καρδούλα».

Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία συνέχιζαν την πολιορκία τους 

«Στον Αγιάννη αγάπησα πέρδικα πλουμισμένη,
στον Αγιάννη η καρδούλα μου είναι φυλακισμένη.
Αγιαννίτισσα θα πάρω για θα πέσω να πεθάνω!»

http://www.arcadians.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=242:p-&catid=89

Το λίγο νερό που έτρεχε τις νύκτες,  όταν δεν  έπαιρναν οι κάτοικοι , το μοιραζόμαστε με τον μπάρμπα Θόδωρο Μαγκλή ,για πότισμα των περιβολιών  και των δένδρων μας μπροστά στο σπίτι. Υπήρχε μικρό τσιμεντένιο αυλάκι και δική μας μικρή στέρνα που είχε φτιάξει ο  “πολυμήχανος” παππούς μου. Στο περιβόλι είχαμε ντομάτες, κολοκυθιές, φασολάκια, αγγουριές , μελιτζάνες, μπάμιες, αραποσιτιές ,ακόμα ποτίζαμε και την μεγάλη κληματαριά περίπου 30-40; μέτρα που έκανε ωραία σταφύλια , εφτακύλια, αετονύχια και  τα κόκκινα αγιοδημήτρη , και τις συκιές μας  ,πως να μην αγαπάς το Σουληνάρι…

Είμαστε τυχεροί που το σπίτι μας ήταν  κοντά στο Σουληνάρι.Η μητέρα μου τις νύκτες, που δεν είχε πολύ κόσμο, κουβάλαγε νερό με τις τέσες και τους ντενεκέδες για πλύσιμο των ρούχων και γέμιζε τα δύο καζάνια που ήταν στη αυλή μας κάτω από τις μουριές, πότε πότε βοήθαγα και εγώ. Μια φορά ο δάσκαλος μας Τάσος Καλφαγιάννης μας έκανε επιθεώρηση στο σχολείο για καθαριότητα , θα ήμουνα τότε 7-8 χρονών. Οι περισσότεροι πηγαίναμε στο σχολείο ξυπόλητοι . Όταν έφθασε σε μένα μου είπε να πάω σπίτι να πλύνω τα πόδια μου. Τρέχω σπίτι  μας και βουτάω τα πόδια μου μέσα στα καζάνια που είχαν το νερό για πλύσιμο. και δρόμο για το σχολείο, η μάννα μου φώναζε από πίσω “τουρκόπουλο” μου χάλασες το νερό. Πάω στο σχολείο τα πόδια μου όπως ήταν βρεγμένα γέμισαν σκόνη , γκαβαλίνες  του δρόμου και όταν με είδε έτσι ο δάσκαλος γέλασε ασταμάτητα, μπράβο τα έπλυνες ωραία, αλλά την άλλη φορά να στα πλύνει η μάννα σου

Ακριβώς πάνω από το Σουληνάρι ήταν το σπίτι ου Τσαρουχά που ερχότανε τα καλοκαίρια  , ήταν πολύ ηλικιωμένος στα 80,  και έπαιζε μουσική ασταμάτητα και τα μεσημέρια με ένα μουσικό όργανο που το δούλευε με τα πόδια, λατέρνα; δεν ήξερα το όνομα του. Στη ταράτσα του σπιτιού  αυτου μια φορά γύρω στο πάσχα , ο τσαρουχάς δεν είχε έρθει ακόμα, όλα τα παιδιά της γειτονιάς < κορίτσια και αγόρια> είχαμε πάρτυ και χορέβαμε, ήμουνα πολύ μικρός   , ξαφνικά οι χορευταράδες  αθέλητα μέ εσπρωξαν κάτω από την ταράτσα  στο Σουληνάρι, αλλά σκληρό καρύδι δεν έπαθα τίποτα, είχα συνηθισει τις κακουχίες.Mια φορά το μουλαρι μας με πήγαινα σούρνωντας στο χώρο του ναού  Άγιου Βασίλη αρκετά μέτρα και η αδερφή μου έτρεχε να με πιάσει από πίσω, έπεσα απο το μουλάρι και μπερδεύτηκα με τις τριχιές  του σαμαριού ,φαίνεται με γλύτωσε εκείνη την φορά ο Άγιος Βασίλης..  Άλλη μια φορά είχα ισιώσει το αγκονάρι του Σουρλή στο πηγαδάκι με το κεφάλι μου ,έχω τα σημάδια ακόμα,  όταν κόπηκε η ίγκλα της γαιδούρας μας  η μου την έκοψε κάποιος… και με γκρέμισε.Τι λέγαμε “τσουλάφτρα”  γιατί είχε στραβό ένα αυτί , και την πότιζα τουλάχιστον δέκα φορές την ημέρα στο Πηγαδάκι που ήταν λίγο πιο μακρυά από το Σουληνάρι ,  αλλα την πήγαινα  για να απολαύσω την καβάλα , τρέχοντας το αραβάνι η το κορκόκι ,  η και τα δύο μαζί, δεν θυμάμαι πως τα λέγαμε.

Μιά και μιλάμε για αραβάνι και κορκόκι,  το καλύτερο ήταν όταν κουβαλούσα  μόνος μου τα δεμάτια από τα χωράφια μας στον “κακολέο”   με τα μουλάρια μας. την ρούσα και την κόμπρα. Μου τα φόρτωνε ο πατέρας μου  και με περίμενε στα χωράφια μας , και εγώ τα κατάφερνα να  ξεφορτώσω και να τα βάλλω   με κόπο ψηλά στη θεμωνιά μας . Στο γυρισμό απολάμβανα το αραβάνι, άσε μια φορά μου τα γύρισε η κόμπρα φορτωμένη με λημάρια στο ξεροκάμπι και έκοψα την ίνγλα με ληθάρια και γύρισα πίσω άπρακτος και φοβισμένος, αλλα ο πατέρας μου με υποδέχτηκε με χαμόγελο, όπως έκανα πάντοτε.

Είχαμε και τότε τα πολιτικά  μας . Μια φορά  η μάννα μου ,πάνω από το φούρνο μας στη συκιά, είχε πιαστεί από τα μαλλιά με την γειτόνισσα  με πολλά γαλλικά… γιατί η γειτόνισσα ήθελε να αφήσουμε το γέρο Καπύλα  , αδερφό του παππού μου,  να ψηφίσει το κόμμα της . Εγώ  πολύ μικρός καθόμουνα με το γέρο Καπύλα, μπάρμπα Κώστα Κουρόγιωργα, στο χαγιάτι μας , αυτός δεν μπορούσε να κινηθεί γιατί ήταν σακάτης, είχε πέσει από την κληματαριά του στην πεζούλα με τα ληθάρια πίσω από το σπίτι μας ,και απολαμβάναμε το θέαμα , ήταν καμιά δεκαριά γυναίκες  και άντρες που προσπαθούσαν να τις χωρίσουν, αλλά βάσταγαν γερά τα μαλλιά τους..  Νάτος και ο μπάρμπα Γιάννης Σταθόγιαννης, σχεδόν μπουσιουλώντας ήταν πολύ μεγάλης ηλικίας,   πάνω απο την στέρνα  μας στην ακρη του δρόμου προς το Σουληνάρι ερχότανε με την μεγάλη μουστάκα του και τα άσπρα μαλλιά με μια μαγγούρα ψήλα   και φώναζε δυνατά ωωωπππ   ωπππ.. δεν θυμάμαι άμα έφτασε σε επαφή ,γιατί θα τον σπρώχναμε  κατα λάθος οι εμπλεκόμενες , η γειτόνισσα ήταν θεριό, και θα έμενε επιτόπου. Ευτυχώς κείνη την ώρα ξαγνάντησε ο Παγιός , ερχότανε από το Σουληνάρι , θα ήταν στο ξεροκάμπι , καβάλλα σε ένα άλογο  με επίσης μεγάλη μουστάκα και άσπρα μαλλιά , με το τσεμπέρι στο κεφάλι σαν φέσι δεμένο και τις σκούρες φουστανέλλες του  και πίσω του  με  πολλα μουλάρια φορτωμένα  με τα πόδια καμιά δεκαριά υπηρέτες Αγιοπετρίτες . Θέλεις από σεβασμό στον Παγιό για να περάσει  η  βαρέθηκαν το ξεμάλιασμα σταμάτησε η μάχη , και οι εμπλεκόμενες αποσύρθηκαν  συνεχίζοντας τα Γαλλικά τους , και ο μπαρμπα Καπύλας έκανε το σταυρό του..

“Το πρώην σπίτι του Παναγιώτη Γιαννούκου (Παγιού), ευεργέτη της κοινότητας Άστρους. Το αρχοντικό αυτό άνηκε στον Αγιαννίτη προεστό και φιλικό Πάνο Σαρηγιάννη. Ο Πάνος Σαρηγιάννης ήταν μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες που έχει αναδείξει ο Άγιος Ιωάννης. Ήταν γαμπρός του επίσης προεστού Αναγνώστη Παπάζογλου, πρωτεργάτης του αγώνα, με ενεργό συμμετοχή στην εΒρίσκεται στο κάτω μέρος του χωριού, ανάμεσα στο Παλιό Σχολείο και στην πηγή Σουληνάρι. Λίγα μέτρα χαμηλότερα υπήρχαν τα ερείπια του Αγίου Βασιλείου, πάλαι ποτέ μητροπόλεως του Αγίου Ιωάννη, που καταστράφηκε ολοσχερώς από τον Ιμπραήμ το 1826. Το οίκημα αυτό έχει μεγάλο μέγεθος και εντυπωσιακό θόλο. Δίπλα σε αυτό το σπίτι υπάρχουν τα αρχοντικά του Πέρρου και του Ματθαίου”, από τον συμπολίτη μας  Γιάννη Δ.Κουρμπέλη

“Το αρχοντικό της οικογένειας Κουρόγιωργα – Φουρλίγκα στον Άγιο Ιωάννη. Βρίσκεται στη θέση «Ελαγός – Άγιος Βασίλειος», κοντά στην πηγή Σουληνάρι. Εδώ στεγάστηκε επί Τουρκοκρατίας κατώτερο σχολείο του χωριού”

Όταν ο Ιμπραήμ στη επανάσταση το 1826 κατέκαψε την πατρίδα μας  και την σχολή Καρυτσιώτη στο κουτρί στον Αγιάννη , επίσης τότε δεν υπήρχε κράτος και οι πολιτικοι μας έτρεχαν αναγκαστικά στα βουνά  για να σωθούν. Οι πρόγονοί μας, οι άνθρωποι του μόχθου και της καθημερινότητας, δεν λύγισαν ούτε παραδόθηκαν . Έκαναν ότι μπορούσαν μέσα στις στάχτες για να πούν με τον τρόπο τους το κράτος είναι εδώ , όπως προσέφεραν  ακόμα τα σπίτια τους  για να χρησιμοποιηθούν για σχολεία ,αφού το σχολείο του τόπου της είχε καεί.

Το σπίτι μας ήταν σχετικα μεγάλο , είχε μεγάλο χαγιάτι μπροστά και ξύλινο μπαλκόνι  προς τα κάτω που βρισκότανε το αλώνι μας σύνορα με τον χώρο του Άγιου Βασίλη .Είχε μεγάλο λινό περίπου  25 τ.μ. κάτω από το χαγιάτι που πάταγαν τα σταφίλια  τραγουδώντας οι  μερακωμένοι από το κοκκινέλι πατητάδες ,  ο παππούς μου  Μιχάλης Στραβοσογιάς ήτανε πάντοτε μπρόστα για τέτοια, τους τραίλενε με τις ιστορίες του, Γνωρίζοντας τον χώρο υποθέτω ο λινός να ήταν η αίθουσα του σχολείου το 1826.Όταν τελείωναν με την τσιπουριά εμείς  περιμέναμε με χαρά να παίξουμε με τα τσίπουρα, αλιβόμαστε  και κοιλιόμαστε   μέχρι το αλώνι. Είχε και το υπόγειο ,περίπου 20 τ.μ. κάτω απο το χειμωνιάτικο, που ήταν κάτι σαν κρυψώνας αφού υπήρχε  καταρράκτης  με κάθετη σκαλίτσα από το χειμωνιατικο, και τα ληθάρια από τον τοίχο που έκτιζαν γρήγορα σε ώρα ανάγκης η στην κατοχή την μικρή εσωτερική πόρτα  για να μην φαίνεται τίποτα  παρα μόνο τοίχος , είναι ακόμα μεσα στο κατόι μας. Έπρεπε να ξέρεις να βρείς  τον σκεπαμεσμένο  κάτω από το σεντούκι και μια κουρελού καταρράκτη για να μπεις στο υπόγειο. Τη δεκαετία του 1950 είχαμε στο υπόγειο δύο μεγάλα βαρέλια για κρασί , για περίπου δώδεκα βαρέλλες κρασί, δύο μέτρα μήκος και σχεδόν δύο μέτρα ύψος, που έμπενα  όρθιος μέσα για να τα καθαρίσω το φθινόπωρο. ένα υπάρχει και σήμερα.  Στο γειτονικό σπίτι του Καπύλα, παλιά του Ματθαίου , υπήρχε ανάλογος κρυψώνας που μερικοι έλεγαν ότι έφθανε στο κρυψώνα του προδρόμου???.  Πρίν έρθουν οι θεριστικές μηχανές το αλώνι μας το χρησιμοποποιουσαν γαι αλώνισμα πολλοί γείτονες  , θυμάμαι και 20; θεμωνιές τριγύρω. Το καλό ήταν για διασκέδαση κοιμόμαστε πάνω στις θεμωνιές και αγούγαμε  τα βράδυα τις ιστορίες για τα φαντάσματα και τις νεράιδες από τα μεγαλύτερα γειτονόπουλα. Χορτάγαμε ντουένι  όταν αλωνίζαμε , που έσερναν τα μουλάρια και τα άλογα τριγύρω , και πολλες φορές  σερνόμαστε πίσω από το ντουένι στα άχυρα, αλλά έπρεπε να ήσουνα πολύ γρήγορος άμα έπεφτες γιατί θα σε πατούσαν τα μουλάρια , για αυτό ο θείος μου Κωστας Κουρόγιωργας μας κυνήγαγε με την βίτσα , δερμάτινο λουρι. λέγοντας “λούτιες ” φευγάτε   θα σαν πατήσουν τα μουλάρια. Μπρόστα από το σπίτι μας ήταν το Σουληνάρι, από κάτω  στα σύνορα με το αλώνι ο χώρος του Άγιου Βασίλη, πίσω  στη σειρά τα αρχοντικά του Ματθαίου, τα Μπαρλέικα, του Παγιού,   του Πέρρου , μετά δύο σπίτια , μετά το παλιό δημοτικό  σχολείο  και  πιο πέρα η γειτονιά του Προδρόμου  ,άλλα σπίτια και ο  Πρόδρομος. Αυτή ήταν η γειτονιά Σουληνάρι.

Το αρχοντικό του Ματθαίου με το ιδιόμορφο μεγάλ φουγάρο του ,που είχε την υπόγεια μεγάλη κρύπτη ,σήμερα ιδιοκτησίας Καπύλα ( απόγονοι Κώστα Κουρόγιωργα).

“Σύμφωνα με τον ιστοριοδίφη Νικόλαο Ι. Φλούδα, ο οποίος διέσωσε την σχετική Αγιαννίτικη παράδοση, μετά την πυρπόληση της Σχολής Καρυτσιώτη από τον Ιμπραήμ πασά, οι μαθητές διδάσκονταν στο υπόγειο του αρχοντικού αυτού καθώς και του γειτονικού αρχοντικού του Φουρλίγκα (Γρηγορίου Κουρόγιωργα).”

Την δεκαετία του 1950  ήταν ώμορφα στο χωριό. Υπήρχε η άριστη κοινωνική επαφή  και ο αμοιβαίος σεβασμός με όλους και για όλα , στα πανηγύρια, στις εκκλησιές, στην καθημερινή ζωή στα περβόλια του προδρόμου και στο Σουληνάρι ,  στις χαρές και στις λύπες.Τους μεγαλύτερους  τους σεβόμαστε , όλοι ήταν μπαρμπάδες και θειάδες ( θείοι  και θείες ).
Στις γιορτές φοράγαμε τα “καλά”  μας , πηγαίναμε στην εκκλησία και στους χορούς, που χόρευαν όλοι στη πλατεία ,άμα είχαμε και καμιά δραχμή πίναμε και μια πορτοκαλάδα. Είμαστε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι  για ότι είχαμε και ούτε ξέραμε καλύτερα, ούτε θέλαμε να ξέρουμε. Τα  είχαμε όλα  και ήταν αρκετά , μόνο λεφτά δεν είχανε αλλά δεν τα χρειαζόμαστε…..

Προσωπικά  δεν ένοιωθα άνετα στις γιορτές και τις μεγάλες φασαρίες με τα στολίδια και  με τα “καλά” μου. Ένοιωθα καλύτερα και προτιμούσα να πήγαινα αραβάνι την “τσουλάφτρα” για πότισμα και να παίζω  με τα γειτονόπουλα με τα τσίπουρα , τα ληθάρια και τα χώματα  στο Σουληνάρι.

Το “παλιό” δημοτικό σχολείου του Αγιάννη.

Το Δημοτικό Σχολείο του Αγιάννη το 1958, ένας δάσκαλος με 80 μαθητές σε έξη τάξεις.

Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στους συνεργάτες μας Astros Kynouria News

astrosgr.com – Γιάννης Κουρόγιωργας

Πίσω στην Αρχική σελίδα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: